Την γιαγιά του δεν την αγαπούσε πολύ. Προτιμούσε τον παππού, που ήταν τρυφερός αγριάνθρωπος, γελαστός, χωρατατζής. Που τον γαργαλούσε και του έδινε να πιει, κρυφά, τσίπουρο και ξεκαρδιζόταν στα γέλια με την έκφραση που έπαιρνε ο μικρός από το βαρύ οινόπνευμα.
Μα εκείνη, η γιαγιά, ήταν λιγομίλητη, όταν δεν ήταν πεισματάρικα σιωπηλή, και, λες και έκανε την αντίθεση με τον παππού, ευσυγκίνητη - κλαψιάρα την έλεγε αυτός. Ακόμη και στις γιορτές, στα Χριστούγεννα, το Πάσχα, δάκρυζε εκεί που θα ήταν πιο σωστό να γελά και να κάνει χαρές – στις ανταλλαγές δώρων, στα μωρά που έλεγαν κάτι αστείο, στα φιλιά για ευχές, στα τραγούδίσματα και στους χορούς.
Ο παππούς. Η γιαγιά. Ο ίδιος. Χωρίς αυτούς, πολλά χρόνια τώρα. Τους είχε ξεχασμένους για πολύ καιρό μετά που πέθαναν, με το ζόρι πήγε στις κηδείες τους – τι θα κάνουμε τώρα, γλυκανάλατες Αμερικανιές; οι νεκροί με τους νεκρούς -, πρώτα ο πάππος, στον ύπνο του, ήσυχα, μετά η γιαγιά, ένα χρόνο μετά. Δεν είχε χρόνο, δεν είχε ανοιχτή ψυχή να τις κλάψει τις αναχωρήσεις τους. Έρωτες, δουλειές, φιλοδοξίες να κυνηγηθούν, να καταδιωχθούν, να τον καταδιώξουν. Ο πλατύς μα ρηχός θόρυβος της ζωής που σκεπάζει την βαθιά ησυχία, τη σιωπή της.
Μα στάθηκε τυχερός. Τον χτύπησαν απώλειες. Η μάνα, ένας φίλος, μια τρυφερή, δυνατή αγάπη που ενοποίησε το σώμα του και ύστερα το έσπασε. Χρειάστηκε να σταθεί, να κλείσει τα αυτιά του στον θόρυβο για να μπορέσει να από-τραυματίσει τον εαυτό του. Και στην στάση αυτή, κατάλαβε, ευτυχώς, την ακινησία της ζωής. Την ησυχία της.
Ένα απόγευμα, Χριστούγεννα σε λίγες μέρες, έψαχνε, για να πετάξει, τα χαρτιά της μητέρας του στο γραφείο της. Σε ένα μικρό συρτάρι, προσωπικές σημειώσεις, κάρτες και φωτογραφίες, αντικλείδια, Κύριος οίδε από πού. Βρήκε μια μεγάλη, διπλή σελίδα αλληλογραφίας. Πυκνογραμμένη. Με χειρόγραφα γράμματα, μικρά, θλιμμένα, κλαψιάρικα. Που έμοιαζαν σαν να ήταν γραμμένα έτσι που να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος να πιάσουν, στο χαρτί, περισσότερο χώρο από αυτόν που τους ήταν απολύτως αναγκαίος για να συνυπάρχουν με τα υπόλοιπα γράμματα και να σχηματίζουν λέξεις. Έτσι του φάνηκαν.
Στην σελίδα ήταν ιστορημένη από την γιαγιά, με τραχύτητα και λακωνικότητα, η τριετία όπου ο παππούς ήταν εξαφανισμένος, στα χρόνια του πολέμου. Αυτός διάβαζε και χωρίς να το καταλάβει γονάτισε και ύστερα κάθισε στο πάτωμα. Τρία χρόνια εξαφανισμένος. Τρία Χριστούγεννα. Τρία καλοκαίρια. Τρεις χειμώνες. Τρεις Αναστάσεις. …τρία Χριστούγεννα. Τρία Χριστούγεννα. Που η γιαγιά δεν είχε ιδέα αν ο άντρας της ζούσε, το που βρισκόταν, αν θα γυρίσει. Ζούσε μόνο με μερικά καλά μαντάτα, αβέβαια και ανάξια εμπιστοσύνης, από πρώην αιχμαλώτους και σακατεμένους, ζούσε για να αναζητά και να προσεύχεται για μια επιστροφή που όσο περνούσε ο καιρό γινόταν όλο και πιο απίθανη, ζούσε μόνη, και κρατούσε αυτήν την μοναξιά και την αδειοσύνη μέσα της και στην ζωή της επίτηδες μοναχική και άδεια. Για να περιμένει. Για να περιμένει.
Και να. Η επιστροφή συνέβη. Το άδειο γέμισε από το καλλίτερο που μπορούσε να γεμίσει. Τα μαντάτα έγιναν ο παππούς που γύρισε. Μα από τότε η γιαγιά δεν μπορούσε να μην κλαίει στις χαρές. Στα κάλαντα στα Χριστούγεννα. Στους χορούς και στα τραγούδια.
Καθισμένος στο πάτωμα στο γραφείο της μητέρας του, ένοιωσε ένα πικρό δάκρυ να κυλά και να πέφτει στο χέρι του με τις γκρίζες τριχίτσες. Και μετά ένα ακόμα. Και ένα τρίτο. «Γιαγιά» είπε. «Μαμά». «Παππού». «Πατέρα». …δίπλωσε την κιτρινισμένη σελίδα, σηκώθηκε, άναψε το φως. «Δημήτρη». Και έβγαλε το τηλέφωνό του από την τσέπη, μετά από τόσους μήνες, σχεδόν χρόνο, να τηλεφωνήσει.
Wednesday, December 21, 2016
Sunday, August 28, 2016
Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα διαβάζει την Πλατεία Μεσολογγίου, στο Εθνός
Η «Πλατεία Μεσολογγίου», του Βαγγέλη Προβιά
Άνθρωποι που κλαίνε, γελούν, ερωτεύονται, ελπίζουν, απελπίζονται, βγαίνουν στο μικρό μπαλκόνι και κοιτούν την πλατεία που είναι οι άλλοι, κουβαλώντας μιαν εγγενή μοναξιά και ενίοτε επίκτητη, σε εποχές δύσκολες, όπως είναι η δική μας αλλά όπως δύσκολες μπορεί να είναι για τον καθένα μας κάποιες εποχές, αποτελούν στο καινούργιο βιβλίο του Βαγγέλη Προβιά ένα παλίμψηστο καθημερινών ανθρώπων.
Παρ’ ότι μόλις στο δεύτερό του βιβλίο, έχουν προηγηθεί «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» που κυκλοφόρησαν επίσης από τις εκδόσεις «Ολκός», ο Βαγγέλης Προβιάς ήδη με ύφος και ατμόσφαιρα αναγνωρίσιμη περιγράφει αυτό που μας περιβάλει και είναι οι άλλοι, είναι η προσωπική πλατεία του καθενός: βαθιά ανθρώπινα, με σπαραγμό και ειλικρίνεια, με απλότητα και καθαρότητα, με ενσυναίσθηση και κάποια μελαγχολία, με χιούμορ πικρό και στοργή για τ’ ανθρώπινα. Οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έχουν γεννηθεί πρωταγωνιστές στη ζωή είναι οι πρωταγωνιστές σ’ αυτό εδώ το πραγματικά «σπλαχνικό βιβλίο».
Η πλατεία απέναντι
«Αναρωτιέται: Οι αυτάρεσκοι, άψογοι νέοι άντρες και γυναίκες που περνούν τώρα μπροστά του, υποψιάζονται πόσο μικρή διάρκεια, πόσο σύντομη και φευγαλέα είναι η ισχυρή, αξιοθαύμαστη ακμή τους;» Ο αφηγητής, ενίοτε παρατηρητής και άλλοτε πρωταγωνιστής των 15 ιστοριών μιλά και σκέφτεται, βλέπει κι αισθάνεται, στοχάζεται και αγωνιά με φόντο μια πλατεία: πραγματική, κοινή, πέρα και πάνω από χώρο και χρόνο, και για τούτο αινιγματική και συμβολική όπως μας λέει ο συγγραφέας, μια πλατεία που είναι η θέα του, είναι το άνοιγμα στο κόσμο και οι άλλοι. Είναι η ζωή πέρα κι έξω από τη μοναξιά του, είναι η ερημιά και η παρηγοριά του, είναι η μόνιμη ελπίδα και η ανασφάλεια. Είναι το δικό του προσωπικό τακτοποιημένο ή ατακτοποίητο «χάος». Το σύμπαν του.
Το φευγαλέο κοινό χαρακτηριστικό της πλατείας και της ζωής του. Εκείνο το «τόσο όσο» της συγκίνησης και της γειτνίασης, της παρηγορίας του και της συνύπαρξης με τις ζωές των άλλων. Στην ομότιτλη ιστορία του «Πλατεία Μεσολογγίου» πλάνα ζωής καθημερινής, μικρά αλλά ωστόσο ολοκληρωμένα και χαρακτηριστικά πορτρέτα ανθρώπων. Σε αδιέξοδο, με μοναξιά, σε κίνηση ή σε ακινησία. Ένας κόσμος που απλώνεται όσο παίρνει το μάτι κι όσο τον παίρνει η ζωή. Αλλά ωστόσο σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, εν συντομία, όλη η ανθρώπινη τραγωδία: η απώλεια και η μοναξιά, ο θάνατος και ο έρωτας, η διάψευση και η ματαίωση, η εγκατάλειψη και οι βραχυκυκλωμένες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, παιδιά μόνα, γονείς στο έλεος, με την μπαλάντα ωστόσο του σουπερμάρκετ και των περαστικών να σκεπάζει κάθε πλατεία σαν στοργικό πάπλωμα. Διότι η ποίηση της καθημερινότητας και ο θεός των μικρών πραγμάτων ενίοτε αρκεί, είναι μαγικός, παρηγορητικός, ιαματικός.
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, εκών άκων. Ακόμα κι όταν εμφανίζεται απόλυτα ανατρεπτικός (Αυτό δεν είναι λαβ στόρυ), απεγνωσμένος (Η θάλασσα της Σιρίας), απελπισμένος (Οι σάπιοι άνθρωποι), στους πέντε δρόμους (κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια), ανεπανόρθωτα απαρηγόρητος (Η μέθοδος των τριών), «Το καπάκι» θα έχει πάντοτε κι άλλη όψη, η ζωή είναι απρόσμενη, «Το φορτίο» πάντοτε εναποτίθεται, «Το αγόρι που είμαστε όλοι» το αναλαμβάνει η ζωή.
Σκληρός και τρυφερός συνάμα, ρεαλιστής ωστόσο πάντα ποιητικός, ένα αγόρι που γελάει και κλαίει και ώρες ώρες στα δύσκολα θυμίζει Σουρούνη, ένα είναι σίγουρο, ο Βαγγέλης Προβιάς αγαπά τους ήρωές του, τους κοιτά σε βάθος, τους κατανοεί, τους πονά. Για τούτο και επιτρέπει το ανεπαίσθητο θαύμα να αποδεικνύει στα δύσκολα συναπαντήματα της ζωής ότι τουλάχιστον ο καθένας τους δεν διαθέτει μια απολύτως υποθηκευμένη ζωή.
Συναισθήματα και εικόνες, σκέψεις, ελάχιστες λέξεις, αποδεικνύουν ότι η αληθινή ζωή και οι ζωντανοί ήρωες στήνονται με απλά υλικά. Στη μοναξιά και στη σιωπή, σε μια μισογεμάτη ή άδεια πλατεία η ιστορία ανασαίνει και το καλό ανατέλλει εκεί όπου το κακό ξεψυχά: στην επίγνωση. Και παρ’ ό,τι στο δεύτερο βιβλίο του ο Βαγγέλης Προβιάς όλ’ αυτά τα διαθέτει. «Χαθήκαμε στη δυνατή αλήθεια, πως από τα ίδια συστατικά φτιαχνόμαστε όλοι οι άνθρωποι, από τα ίδια, ακριβώς τα ίδια, υλικά γινόμαστε τόσο διαφορετικοί» [μικρό αντίδωρο για το τέλος από «Το αγόρι που είμαστε όλοι»]. Ο ήλιος βγαίνει για όλους στην «Πλατεία Μεσολογγίου» ακριβώς όπως και στη ζωή.
link here
Άνθρωποι που κλαίνε, γελούν, ερωτεύονται, ελπίζουν, απελπίζονται, βγαίνουν στο μικρό μπαλκόνι και κοιτούν την πλατεία που είναι οι άλλοι, κουβαλώντας μιαν εγγενή μοναξιά και ενίοτε επίκτητη, σε εποχές δύσκολες, όπως είναι η δική μας αλλά όπως δύσκολες μπορεί να είναι για τον καθένα μας κάποιες εποχές, αποτελούν στο καινούργιο βιβλίο του Βαγγέλη Προβιά ένα παλίμψηστο καθημερινών ανθρώπων.
Παρ’ ότι μόλις στο δεύτερό του βιβλίο, έχουν προηγηθεί «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» που κυκλοφόρησαν επίσης από τις εκδόσεις «Ολκός», ο Βαγγέλης Προβιάς ήδη με ύφος και ατμόσφαιρα αναγνωρίσιμη περιγράφει αυτό που μας περιβάλει και είναι οι άλλοι, είναι η προσωπική πλατεία του καθενός: βαθιά ανθρώπινα, με σπαραγμό και ειλικρίνεια, με απλότητα και καθαρότητα, με ενσυναίσθηση και κάποια μελαγχολία, με χιούμορ πικρό και στοργή για τ’ ανθρώπινα. Οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έχουν γεννηθεί πρωταγωνιστές στη ζωή είναι οι πρωταγωνιστές σ’ αυτό εδώ το πραγματικά «σπλαχνικό βιβλίο».
Η πλατεία απέναντι
«Αναρωτιέται: Οι αυτάρεσκοι, άψογοι νέοι άντρες και γυναίκες που περνούν τώρα μπροστά του, υποψιάζονται πόσο μικρή διάρκεια, πόσο σύντομη και φευγαλέα είναι η ισχυρή, αξιοθαύμαστη ακμή τους;» Ο αφηγητής, ενίοτε παρατηρητής και άλλοτε πρωταγωνιστής των 15 ιστοριών μιλά και σκέφτεται, βλέπει κι αισθάνεται, στοχάζεται και αγωνιά με φόντο μια πλατεία: πραγματική, κοινή, πέρα και πάνω από χώρο και χρόνο, και για τούτο αινιγματική και συμβολική όπως μας λέει ο συγγραφέας, μια πλατεία που είναι η θέα του, είναι το άνοιγμα στο κόσμο και οι άλλοι. Είναι η ζωή πέρα κι έξω από τη μοναξιά του, είναι η ερημιά και η παρηγοριά του, είναι η μόνιμη ελπίδα και η ανασφάλεια. Είναι το δικό του προσωπικό τακτοποιημένο ή ατακτοποίητο «χάος». Το σύμπαν του.
Το φευγαλέο κοινό χαρακτηριστικό της πλατείας και της ζωής του. Εκείνο το «τόσο όσο» της συγκίνησης και της γειτνίασης, της παρηγορίας του και της συνύπαρξης με τις ζωές των άλλων. Στην ομότιτλη ιστορία του «Πλατεία Μεσολογγίου» πλάνα ζωής καθημερινής, μικρά αλλά ωστόσο ολοκληρωμένα και χαρακτηριστικά πορτρέτα ανθρώπων. Σε αδιέξοδο, με μοναξιά, σε κίνηση ή σε ακινησία. Ένας κόσμος που απλώνεται όσο παίρνει το μάτι κι όσο τον παίρνει η ζωή. Αλλά ωστόσο σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, εν συντομία, όλη η ανθρώπινη τραγωδία: η απώλεια και η μοναξιά, ο θάνατος και ο έρωτας, η διάψευση και η ματαίωση, η εγκατάλειψη και οι βραχυκυκλωμένες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, παιδιά μόνα, γονείς στο έλεος, με την μπαλάντα ωστόσο του σουπερμάρκετ και των περαστικών να σκεπάζει κάθε πλατεία σαν στοργικό πάπλωμα. Διότι η ποίηση της καθημερινότητας και ο θεός των μικρών πραγμάτων ενίοτε αρκεί, είναι μαγικός, παρηγορητικός, ιαματικός.
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, εκών άκων. Ακόμα κι όταν εμφανίζεται απόλυτα ανατρεπτικός (Αυτό δεν είναι λαβ στόρυ), απεγνωσμένος (Η θάλασσα της Σιρίας), απελπισμένος (Οι σάπιοι άνθρωποι), στους πέντε δρόμους (κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια), ανεπανόρθωτα απαρηγόρητος (Η μέθοδος των τριών), «Το καπάκι» θα έχει πάντοτε κι άλλη όψη, η ζωή είναι απρόσμενη, «Το φορτίο» πάντοτε εναποτίθεται, «Το αγόρι που είμαστε όλοι» το αναλαμβάνει η ζωή.
Σκληρός και τρυφερός συνάμα, ρεαλιστής ωστόσο πάντα ποιητικός, ένα αγόρι που γελάει και κλαίει και ώρες ώρες στα δύσκολα θυμίζει Σουρούνη, ένα είναι σίγουρο, ο Βαγγέλης Προβιάς αγαπά τους ήρωές του, τους κοιτά σε βάθος, τους κατανοεί, τους πονά. Για τούτο και επιτρέπει το ανεπαίσθητο θαύμα να αποδεικνύει στα δύσκολα συναπαντήματα της ζωής ότι τουλάχιστον ο καθένας τους δεν διαθέτει μια απολύτως υποθηκευμένη ζωή.
Συναισθήματα και εικόνες, σκέψεις, ελάχιστες λέξεις, αποδεικνύουν ότι η αληθινή ζωή και οι ζωντανοί ήρωες στήνονται με απλά υλικά. Στη μοναξιά και στη σιωπή, σε μια μισογεμάτη ή άδεια πλατεία η ιστορία ανασαίνει και το καλό ανατέλλει εκεί όπου το κακό ξεψυχά: στην επίγνωση. Και παρ’ ό,τι στο δεύτερο βιβλίο του ο Βαγγέλης Προβιάς όλ’ αυτά τα διαθέτει. «Χαθήκαμε στη δυνατή αλήθεια, πως από τα ίδια συστατικά φτιαχνόμαστε όλοι οι άνθρωποι, από τα ίδια, ακριβώς τα ίδια, υλικά γινόμαστε τόσο διαφορετικοί» [μικρό αντίδωρο για το τέλος από «Το αγόρι που είμαστε όλοι»]. Ο ήλιος βγαίνει για όλους στην «Πλατεία Μεσολογγίου» ακριβώς όπως και στη ζωή.
link here
Wednesday, July 27, 2016
Η κριτική του Θανάση Θ. Νιάρχου για την Πλατεία Μεσολογγίου, στα ΝΕΑ
Κόκκινοι λεκέδες, σάπιοι άνθρωποι
Ο Βαγγέλης Προβιάς αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους που έχουν κάτι κοινό: ζουν γύρω από την ίδια πλατεία και κάνουν πράγματα εξαιρετικά, μετατρέποντας έτσι ένα «περιθώριο» σε κέντρο του Σύμπαντος
«Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;» σκέφτεσαι με κάποια επιφύλαξη που μεταβάλλεται σταδιακά σε ευφροσύνη, και μάλιστα μεγάλη, διαβάζοντας τα δεκαπέντε διηγήματα του βιβλίου του Βαγγέλη Προβιά «Πλατεία Μεσολογγίου». Σκέψη που θα δικαιολογούσε την επιφυλακτική διερώτηση αν, για παράδειγμα, την παραδουλεύτρα Νίνα και την απολυμένη Μαριάννα στο «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», αν τον Λουκά και τη Θάλεια του διηγήματος που έχει ως τίτλο τα ονόματά τους, ιδιοκτήτες ενός περιπτέρου που το μεγαλώνουν κάνοντάς το μίνι σουπερμάρκετ, ή αν, τέλος, τον κύριο Χονδροκώστα στους «Σάπιους ανθρώπους», ένοικο μιας πολυκατοικίας πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, έναν κοινότατο κουτσομπόλη που συμβαίνει να είναι χαρτοπαίκτης, δεν τους ένωνε ο συγγραφέας σε κάτι που θα το παρομοίαζε κανείς με την «Εβδομη σφραγίδα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Το τέλος της πιο συγκεκριμένα, όταν ο Θάνατος, ξημέρωμα, στην κορυφή ενός βουνού σέρνει σε έναν περίσκεπτο χορό τους ήρωες της ταινίας ενώ ακούγεται η φράση: «Φεύγουν μακριά από την αυγή ενώ η βροχή ξεπλένει από τα μάγουλά τους το αλάτι των πικρών δακρύων τους».
Οσο γρήγορα όμως διασκεδάζεται η ερώτηση για το «Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;», εξίσου σύντομα παίρνει κανείς την απάντηση όσον αφορά τη δυναμικότητα μιας πλατείας, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένης, σε σχέση με ανθρώπους που ζούνε σε μια πολυκατοικία της πλατείας αυτής. Αν η Πλατεία Μεσολογγίου δεσπόζει σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, εξίσου φυσιολογικά ανασαίνουν μέσα σ' αυτά και το Σύνταγμα και η Πανεπιστημίου και η Νέα Σμύρνη ή η Λήμνος, αλλά και ένα χωριό που δεν ονομάζεται με ένα μοναστήρι στην κορυφή του. Η Πλατεία Μεσολογγίου μοιάζει απλώς να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, όποιες κι αν είναι οι ζωές των ανθρώπων που την κατοικούν ή συχνάζουν σ' αυτήν, ώστε ακόμη και αν πρόκειται για ζωές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους, να τέμνονται οριζοντίως και καθέτως σε βαθμό που η μια να χρειάζεται την άλλη για να μην μείνει κουτσουρεμένη, μισή.
Η αποκάλυψη
Μια «ολοκλήρωση» τόσο πιο συγκλονιστική καθώς οι ίδιοι ήρωες που τους αφορά δεν τη συνειδητοποιούν ποτέ, αλλά απόκειται στον συγγραφέα που τους ζωντανεύει να μας την αποκαλύψει. Ο,τι ακριβώς επιχειρεί η Κάρσον ΜακΚάλες στη μεταφρασμένη αριστοτεχνικά από τον Μένη Κουμανταρέα «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», σε έναν χώρο μάλιστα πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με την Πλατεία Μεσολογγίου, ή με έναν άλλο τρόπο διατυπώνει ο Οδυσσέας Ελύτης στον στίχο του «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας». Τόσο περισσότερο μέγας καθώς ο Προβιάς φαίνεται να δίνει στην έννοια του περιθωρίου καθολικές διαστάσεις ώστε ως άτομα περιθωριακά - και επομένως σχεδόν έτοιμα να μεταστοιχειωθούν σε αρχετυπικά πρότυπα - να μπορεί να λογαριάσει κανείς το σύνολο των ηρώων του. Τόσο ώστε ο περιστασιακά αρσενοκοίτης Σύρος του διηγήματος «Η θάλασσα της Συρίας» και ο θηλυπρεπής, απαίδευτος και κοινωνικά ανώριμος ήρωας της «Μοναξιάς των αστεριών» όσο και ο Αθανάσιος Μπάξης, ο απόστρατος αξιωματικός, βασανιστής στην περίοδο της χούντας, στο διήγημα «Η κίνηση του ήλιου» και ο Σταμάτης Παχατουρίδης που εργάζεται ως μπράβος σε ένα κύκλωμα τοκογλύφων στο διήγημα «Κόκκινος λεκές στο πουκάμισο» να μοιράζονται ισότιμα την ιδιότητα του «περιθωριακού».
Αν λοιπόν για να θεωρηθεί κανείς περιθωριακός δεν είναι ζήτημα κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος ή ακόμα και νοοτροπίας, ο Προβιάς συνδέοντας τους ήρωές του, πάντα μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της ιστορίας, με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που τους ξεπερνάει και έχει το αντίκρισμά του σε έναν αναποκρυπτογράφητο κόσμο, σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα καθαρά περιθωριακό. Κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς που το επιχειρεί ο Φεντερίκο Φελίνι στο «Λα Στράντα», όταν βάζει την ηρωίδα του, την Τζελσομίνα, να αναρωτιέται ποιος άραγε ο λόγος για να υπάρχει η ίδια, ενώ με την απάντηση που της δίνει ο πλανόδιος τσιρκολάνος είναι σαν να της αποκρίνεται, ως προς το νόημα της ύπαρξής της, το ίδιο το Σύμπαν.
Ευρηματικότητα
Οσο και αν η αφάνταστη ποικιλία και η δαιμονιώδης ευρηματικότητα των ιστοριών του Βαγγέλη Προβιά σε κάνουν να υποθέτεις πως «κορφολογάει» τον καθημερινό Τύπο με έναν τρόπο που φέρνει μια συνδυαστική σφραγίδα εντελώς προσωπικής κοπής, αδυνατείς να τον μεμφθείς πως έχει βγει στην «αγορά» προς άγραν του εξαιρετικού. Καθώς το στοιχείο της ανατροπής ή έστω της αποκάλυψης και της έκπληξης είτε αναγνωρίζεται στο τέλος ενός διηγήματός του είτε στην αρχή ή στο μέσον ενός άλλου, παραμένει πάντα ένα στοιχείο εξαιρετικά λειτουργικό και επιπλέον χωρίς να το αναγνωρίζεις ως μια κορύφωση. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τους ήρωες όλων των διηγημάτων τούς συναντάμε σε μια κρίσιμη, την κορυφαία ίσως στιγμή της ζωής τους. Αν συμβαίνει η στιγμή αυτή να «ολοκληρώνεται» με τον θάνατο, ουδόλως έχουμε την εντύπωση πως ό,τι προηγήθηκε ήταν μια ανακεφαλαίωση των πεπραγμένων τους που άλλωστε συντελούνταν ερήμην ακόμη και για τους ίδιους.
Βεβαίως, καμιά φορά η μέθη ή ο ενθουσιασμός που φαίνεται να δημιουργεί στον ίδιο τον συγγραφέα η ιστορία που έχει επινοήσει και ο τρόπος που τη διεξέρχεται κάνουν να εμφιλοχωρεί μια ηθικολογική διάσταση, που όμως δεν μειώνει στο ελάχιστο την αναγνωστική απόλαυση. Ακόμη σπανιότερα, ή μάλλον για μία και μοναδική φορά, στο εξαίρετο «Καπάκι», αντί του ερωτηματικού ή της αμφιβολίας που πλανάται ακόμη και στις πιο οφθαλμοφανείς σχέσεις των άλλων διηγημάτων, η απερίφραστη παραδοχή του δεκαεννιάχρονου σερβιτόρου ως ερωτευμένου με τον δημοσιογράφο που έχει τα διπλά του ακριβώς χρόνια μοιάζει να υπονομεύει την «τιμή» του διηγήματος. Οχι βέβαια για το ανεπίτρεπτο της σχέσης, αλλά γιατί μεταβάλλει σε ιδιαίτερη περίπτωση μια επαφή που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικής καταβολής. Μην ξεχνάμε ότι ο Μένης Κουμανταρέας πάνω σε αυτό το ερωτηματικό και πάνω σε αυτή την αμφιβολία στήριξε τη μαγεία ενός μάλιστα μυθιστορήματός του που είναι «Ο ωραίος λοχαγός». Κάτι που σημειώνεται ακριβώς γιατί σε ένα μυθιστόρημα η ομολογία ενός «ανορθόδοξου» έρωτα θα οικονομούνταν φυσιολογικότερα από ό,τι στις σελίδες ενός διηγήματος.
Βαγγέλης Προβιάς
Πλατεία Μεσολογγίου
Εκδ. Ολκός,
σελ. 192
Τιμή: 13 ευρώ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/05/2016, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Tuesday, April 26, 2016
Monday, March 07, 2016
Απόκριες με γράψιμο
6ος, εαρινός, κύκλος Δημιουργικής Γραφής του Εργαστηρίου Γραπτού Λόγου στο Λεξικοπωλείο. Πληροφορίες: http://www.lexikopoleio.com/el/seminars Λεξικοπωλείο - Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι, 11635 Αθήνα.
Ηλεκτρονικά στη διεύθυνση to@lexikopoleio.com - (με θέμα: «Εργαστήριο»). Τηλ. 210 72 31 201, 09:00-18:00
Στο ρόλο του Χέμινγκγουέη ο Χεμινγκγουέη
Στο ρόλο της Πέππα η Πέππα
Στο ρόλο του μοντέλου η Αναστασία Κιούκα
Στο ρόλο του καθηγητή Βαγγέλη Προβιά ο Βαγγέλης Προβιάς
Στο ρόλο του Λεξικοπωλείου το Λεξικοπωλείο
Κάμερα σκηνοθεσία ειδικά εφέ παραγωγή μακιγιάζ κεητερι ο Αλέκος ο Brehier
Monday, February 22, 2016
Σουζ ιντερνάσιοναλ
Το Γράμμα και ο Ευτυχισμένος Θάνατος, δυο μεταφρασμένες στα Αγγλικά
ιστορίες από "Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης", στο
πρώτο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού Modern Greek Studies Online.
Είναι ένα περιοδικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, ανοιχτής πρόσβασης, που εκδίδει το Society for Modern Greek Studies (Σύλλογος Νεοελληνικών Σπουδών) με έδρα την Μεγάλη Βρετανία.
Είναι ένα περιοδικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, ανοιχτής πρόσβασης, που εκδίδει το Society for Modern Greek Studies (Σύλλογος Νεοελληνικών Σπουδών) με έδρα την Μεγάλη Βρετανία.
Friday, January 22, 2016
It is SUPER, but it is not. But it is good.
Νέο τραγούδι οι Pet - Inner Sanctum.
Προπομπός του άλμπουμ που κυκλοφορεί πρωταπριλιά. Super.
Τον Ιούλιο τέσσερις συναυλίες στην Royal Opera του Λονδίνου. (αυτό μου κάνει λίγο Γαλάνη Αλεξίου στο Παλλάς αλλά οκ)
Προπομπός του άλμπουμ που κυκλοφορεί πρωταπριλιά. Super.
Τον Ιούλιο τέσσερις συναυλίες στην Royal Opera του Λονδίνου. (αυτό μου κάνει λίγο Γαλάνη Αλεξίου στο Παλλάς αλλά οκ)
Monday, January 18, 2016
Μαθήματα δημιουργικής γραφής από το πρόβατο στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς!
11 εβδομάδες
2 ασκήσεις
11 εισηγήσεις 4000 λέξεων
Μελέτη με τον ρυθμό και τον τρόπο που θες
και πρόβατο
ε τι άλλο να ζητήσει κανείς!
εδώ το link!
Καλή αρχή
2 ασκήσεις
11 εισηγήσεις 4000 λέξεων
Μελέτη με τον ρυθμό και τον τρόπο που θες
και πρόβατο
ε τι άλλο να ζητήσει κανείς!
εδώ το link!
Καλή αρχή
Monday, November 30, 2015
Φαγώσιμα έντομα
Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πραγματικά ευτυχισμένος. Όταν τα
έντομα, μερικές χιλιάδες από αυτά, έρπουν πάνω στην λεπτή, αδιαπέραστη
προστατευτική στολή μου, όταν ακούω, καθώς δουλεύω στο θερμοκήπιο, την
αντήχηση του βόμβου από τα εκατομμύρια μικροσκοπικά φτερά τους, είμαι
ευτυχισμένος. Οι κινήσεις τους πάνω μου, ο υγρός ήχος τους στα αυτιά
μου, μου δίνουν την αίσθηση πως περιτριγυρίζομαι από καθαρή ζωή, ατόφια,
αυθεντική. Ζωή ανίκητη που υπήρχε εκατομμύρια χρόνια πριν και θα
υπάρχει ακόμα τόσα στο μέλλον, ζωή που σήμερα σέρνεται πάνω μου, με
καλύπτει ολόκληρο, τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι, το τζάμι της κάσκας
της στολής μου… και με κάνει πραγματικά ευτυχισμένο.
Τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα που δούλευα στα θερμοκήπια εντόμων παραπάτησα και έπεσα μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή γεμάτη λεπιδόπτερα έτοιμα για συγκομιδή και επεξεργασία. Ήταν σαν να βουτάω στη θάλασσα. Δεν ξέρω πως είναι η βουτιά στην θάλασσα, δεν έχω βουτήξει ποτέ, κανείς στην ηλικία μου δεν έχει, έχω όμως δει, σε παλιά, απαγορευμένα βίντεο, παλιούς ανθρώπους να κολυμπάνε. Δεν είναι εύκολο να δούμε βίντεο από την εποχή που δεν γνωρίζαμε ότι η θάλασσα και ο ήλιος είναι τοξικά. Είναι παράνομα, προκαλούν ταραχές και μαζικές αυτοκτονίες. Έχουν απαγορευτεί από την κυβέρνηση.
Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πληρώνομαι πολύ καλά γιατί δεν βρίσκουν εύκολα ανθρώπους να θέλουν τέτοια δουλειά. Υπάρχει προκατάληψη για τα έντομα. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να τα βλέπουν, πόσο μάλλον να τα φροντίζουν, να τα ταΐζουν μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος και βάρος για τροφή. Αν γνώριζαν ότι τα τρώνε, αν ήξεραν ότι οι συσκευασίες με μερίδες κρέας ΣΑΧΟΙΡΙΝΟ, ΣΑΨΑΡΙ, ΣΑΜΟΣΧΑΡΙΣΙΟ που αγοράζουν τόσο ακριβά από τα κυβερνητικά κέντρα διατροφής δεν είναι χοιρινό, δεν είναι μοσχαρίσιο, δεν είναι ψάρι, δεν θα τους άρεσε καθόλου. Αλλά, δεν το γνωρίζουν. Ούτε και για τις μεγάλες Φάρμες Εκτροφής Εντόμων ξέρουν, τα εκατομμύρια στρέμματα από σκοτεινά θερμοκήπια, με τα δισεκατομμύρια υπερκινητικά έντομα που κυματίζουν με θόρυβο γύρω μου.
Θέλω πολύ να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό. Πως ήταν, αναρωτιέμαι συχνά, η παλιά εποχή που όποιος ήθελε ταξίδευε ως την ακτή, έβγαζε τα ρούχα του και βουτούσε στην θάλασσα; Στα απαγορευμένο βίντεο που είδα, άντρες και γυναίκες στην ηλικία μου τρέχουν γελώντας σε μια αμμουδερή ακτή, ξαπλώνουν στην άμμο, πετάνε νερό ο ένας στον άλλο. Είναι ολόγυμνοι, απροστάτευτοι, δε φοβούνται ούτε καν τον ήλιο. Δεν ήξεραν παλιά ότι είναι τοξικός. Πίστευαν ότι ήταν αβλαβής, όπως το πίστευαν για τον καπνό, τη θάλασσα, τη συνεχή έκθεση σε ερεθίσματα πληροφορίας και ψυχαγωγίας. Τώρα ξέρουμε την αλήθεια. Φοβάμαι πολύ τον ήλιο, δεν τον έχω δει ποτέ. Συχνά όμως, στα αποδυτήρια της Φάρμας Εκτροφής Εντόμων, όταν, μετά την βάρδια, γυμνός, καθαρίζω τα μικροσκοπικά φτερά, τα γαντζωτά ποδαράκια που έχουν διαπεράσει την στολή μου και έχουν μπλεχτεί με τις τρίχες στο στήθος, στα πόδια, στα γεννητικά όργανα, αναρωτιέμαι… πως θα είναι να τυλίγει το γυμνό σώμα μου η θάλασσα; Είμαι σίγουρος, θα μοιάζει με τα έντομα στην δεξαμενή, τότε που παραπάτησα και έπεσα.
Τα άλογα μοιάζουν πολύ με τα έντομα. Δεν μας φοβούνται, δεν μας βλέπουν ως θηράματα, θέλουν να έρθουν κοντά μας, να μας αγγίξουν. Έχω αγγίξει άλογο. Μέχρι πριν μερικές εβδομάδες μόνο είχα δει, σε απαγορευμένο βίντεο. Μα ένα απόγευμα μετά τη δουλειά πήγαμε με το Γιάννη και το Στάθη στον Υππέρδρομο και είδα, για πρώτη φορά, άλογα κούρσας από κοντά. Τρόμαξα. Ήταν τόσο όμορφα. Τρομακτικά όμορφα. Ολόιδια με αυτά που είχα δει στα απαγορευμένα βίντεο αλλά και απολύτως διαφορετικά. Τα μάτια τους είχαν μια θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, τα πόδια τους ήταν δυνατά σαν κράμμα μετάλλου και ευλύγιστα, οι ράχες τους στιβαρές. Δεν έμοιαζαν με τίποτε που έχω δει. Στις κούρσες, έτρεχαν αγέρωχα, αδιάφορα για οτιδήποτε γύρω, άγρια, έβγαζαν ψηφιακούς ήχους. Όταν τελείωνε ο αγώνας, στην γραμμή του τερματισμού, μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι να τα οδηγήσουν στους στάβλους ανατροφοδότησης, έβγαινε ατμός από τα ρουθούνια και το στόμα τους, που μύριζε καμένο λάδι. Περισσότερο απ’ όλα με εντυπωσίασε η θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη στο βλέμμα τους. Από τότε, από εκείνη την πρώτη μέρα, πήγαινα κάθε μέρα στον Υππέρδρομο. Δεν είπα στους φίλους μου ότι το μόνο που ήθελα είναι να βλέπω τα άλογα να τρέχουν – νομίζουν πως πήγαινα για να παίξω, για να ποντάρω.
Έχω αγγίξει άλογο. Συνέβη πριν από τέσσερις μέρες. Ο Γιάννης είχε πληροφορία. Στην τελευταία κούρσα της ημέρας, θα ντοπάριζαν το αουτσάιντερ, ένα σαραβαλιασμένο άλογο που έβγαινε πάντα τελευταίο, με μια νέα ουσία, και θα έβγαινε πρώτο. Αν στοιχηματίζαμε θα κερδίζαμε πολλά – όπως και ο διευθυντής του Υππέρδρομου, που είχε στήσει την δουλειά.
Στην γραμμή της εκκίνησης το άλογο που είχαμε ποντάρει ξεχώριζε. Στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, δεν ρουθούνιζε καθόλου, δεν κλωτσούσε την άμμο όπως τα άλλα. Ήταν το πιο βαρύ και κουρασμένο, το πιο μεγαλόσωμο, το πιο γέρικο. Όταν ακούστηκε το σινιάλο, ξεκίνησε τελευταίο. Οι φίλοι μου κοιταχτήκαν απογοητευμένοι. Είχαν ποντάρει πολλά, για να βγάλουν τα χαμένα της χρονιάς. Το άλογο έτρεχε άνευρα, στραβά, σαν να είχε σκουριασμένα μέλη. Και τότε… δούλεψε η ουσία. Άρχισε να επιταχύνει, όλο και περισσότερο, τινάχτηκε μπροστά σαν να το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και έγινε καινούργιο. Προσπέρασε τα δύο άλογα μπροστά του, μετά άλλα δύο που έτρεχαν δίπλα – δίπλα, ύστερα ένα ακόμη και βρέθηκε τρίτο, πίσω από τα φαβορί. Με τον ίδιο ρυθμό τα πέρασε και αυτά και χωρίς να κόψει ταχύτητα συνέχισε να καλπάζει με την ίδια ορμή, την ίδια ένταση, την τόσο κόντρα από την φύση του, και όλο και μεγάλωνε η απόσταση από τα άλλα άλογα, τα πιο νέα, τα πιο καλοφτιαγμένα, τα πιο ευκίνητα, και οι φίλοι μου φώναζαν δίπλα μου ενθουσιασμένοι και η γραμμή του τερματισμού έφτανε όλο και πιο κοντά, η γραμμή της νίκης όλο και πλησίαζε.
Και τότε, στα 100 μέτρα, ίσως και λιγότερα, πριν από το θρίαμβο, το άλογό μας, σταμάτησε να κινείται, κοκάλωσε. Έβγαλε μια βαθειά ανάσα, γύρισε το κεφάλι του μια δεξιά, μια αριστερά, λες και ήθελε πριν πεθάνει να ρίξει ένα βλέμμα, με τα μάτια του με τη θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, στους θεατές, που τώρα γελούσαν μαζί του. Και μετά τίναξε το μπροστινό δεξί πόδι και κατέρρευσε.
Δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Με πλημμύρισε η απελπισία. Όχι για τα χαμένα χρήματα. Για το άλογο. Η σκέψη ότι δηλητηριάστηκε, η εικόνα να του δίνουν την ουσία που το σκότωσε, η αναρώτηση τι αισθάνθηκε τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση με έκαναν να χάσω την ψυχραιμία μου. Πήδηξα τον φράχτη που μας χώριζε από το τερέν, δεν κατάφερα να συγκρατηθώ, και έτρεξα και αγκάλιασα το σωριασμένο άλλο, γονάτισα δίπλα του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω του, ακούμπησα το μέτωπό μου στο λαιμό του, που ήταν ακόμη ζεστός και μύριζε λάδι, «συγγνώμη», «συγγνώμη» ψιθύρισα, ένα βουητό, ένας βόμβος σαν φτερά εκατομμυρίων εντόμων ακουγόταν από το εσωτερικό του αλόγου, όλο και πιο αδύναμα, μέχρι που σταμάτησε, σταμάτησε τελείως, και με ένα οριστικό κλικ τα μάτια του έκλεισαν και ήρθαν οι άνθρωποι του Υππέρδρομου και με σήκωσαν και με πήγαν πίσω στην θέση μου, δίπλα στους χλωμούς από την απογοήτευση φίλους μου. Έτσι άγγιξα και εγώ, πρώτη φορά, άλογο.
Δεν θα πάω ποτέ ξανά στον Υππέρδρομο. Και ζήτησα να μου αλλάξουν πόστο, να μην δουλεύω στο ίδιο θερμοκήπιο με τους φίλους μου. Την επόμενη μέρα από το θάνατο του αλόγου είπαν σε όλους στη δουλειά τι συνέβη, τι έκανα, γελούσαν και έλεγαν «τι σε έπιασε ρε; Πως έκανες έτσι για ένα ρομπότ;».
πρώτη δημοσίεση έγινε εδώ
Τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα που δούλευα στα θερμοκήπια εντόμων παραπάτησα και έπεσα μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή γεμάτη λεπιδόπτερα έτοιμα για συγκομιδή και επεξεργασία. Ήταν σαν να βουτάω στη θάλασσα. Δεν ξέρω πως είναι η βουτιά στην θάλασσα, δεν έχω βουτήξει ποτέ, κανείς στην ηλικία μου δεν έχει, έχω όμως δει, σε παλιά, απαγορευμένα βίντεο, παλιούς ανθρώπους να κολυμπάνε. Δεν είναι εύκολο να δούμε βίντεο από την εποχή που δεν γνωρίζαμε ότι η θάλασσα και ο ήλιος είναι τοξικά. Είναι παράνομα, προκαλούν ταραχές και μαζικές αυτοκτονίες. Έχουν απαγορευτεί από την κυβέρνηση.
Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πληρώνομαι πολύ καλά γιατί δεν βρίσκουν εύκολα ανθρώπους να θέλουν τέτοια δουλειά. Υπάρχει προκατάληψη για τα έντομα. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να τα βλέπουν, πόσο μάλλον να τα φροντίζουν, να τα ταΐζουν μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος και βάρος για τροφή. Αν γνώριζαν ότι τα τρώνε, αν ήξεραν ότι οι συσκευασίες με μερίδες κρέας ΣΑΧΟΙΡΙΝΟ, ΣΑΨΑΡΙ, ΣΑΜΟΣΧΑΡΙΣΙΟ που αγοράζουν τόσο ακριβά από τα κυβερνητικά κέντρα διατροφής δεν είναι χοιρινό, δεν είναι μοσχαρίσιο, δεν είναι ψάρι, δεν θα τους άρεσε καθόλου. Αλλά, δεν το γνωρίζουν. Ούτε και για τις μεγάλες Φάρμες Εκτροφής Εντόμων ξέρουν, τα εκατομμύρια στρέμματα από σκοτεινά θερμοκήπια, με τα δισεκατομμύρια υπερκινητικά έντομα που κυματίζουν με θόρυβο γύρω μου.
Θέλω πολύ να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό. Πως ήταν, αναρωτιέμαι συχνά, η παλιά εποχή που όποιος ήθελε ταξίδευε ως την ακτή, έβγαζε τα ρούχα του και βουτούσε στην θάλασσα; Στα απαγορευμένο βίντεο που είδα, άντρες και γυναίκες στην ηλικία μου τρέχουν γελώντας σε μια αμμουδερή ακτή, ξαπλώνουν στην άμμο, πετάνε νερό ο ένας στον άλλο. Είναι ολόγυμνοι, απροστάτευτοι, δε φοβούνται ούτε καν τον ήλιο. Δεν ήξεραν παλιά ότι είναι τοξικός. Πίστευαν ότι ήταν αβλαβής, όπως το πίστευαν για τον καπνό, τη θάλασσα, τη συνεχή έκθεση σε ερεθίσματα πληροφορίας και ψυχαγωγίας. Τώρα ξέρουμε την αλήθεια. Φοβάμαι πολύ τον ήλιο, δεν τον έχω δει ποτέ. Συχνά όμως, στα αποδυτήρια της Φάρμας Εκτροφής Εντόμων, όταν, μετά την βάρδια, γυμνός, καθαρίζω τα μικροσκοπικά φτερά, τα γαντζωτά ποδαράκια που έχουν διαπεράσει την στολή μου και έχουν μπλεχτεί με τις τρίχες στο στήθος, στα πόδια, στα γεννητικά όργανα, αναρωτιέμαι… πως θα είναι να τυλίγει το γυμνό σώμα μου η θάλασσα; Είμαι σίγουρος, θα μοιάζει με τα έντομα στην δεξαμενή, τότε που παραπάτησα και έπεσα.
Τα άλογα μοιάζουν πολύ με τα έντομα. Δεν μας φοβούνται, δεν μας βλέπουν ως θηράματα, θέλουν να έρθουν κοντά μας, να μας αγγίξουν. Έχω αγγίξει άλογο. Μέχρι πριν μερικές εβδομάδες μόνο είχα δει, σε απαγορευμένο βίντεο. Μα ένα απόγευμα μετά τη δουλειά πήγαμε με το Γιάννη και το Στάθη στον Υππέρδρομο και είδα, για πρώτη φορά, άλογα κούρσας από κοντά. Τρόμαξα. Ήταν τόσο όμορφα. Τρομακτικά όμορφα. Ολόιδια με αυτά που είχα δει στα απαγορευμένα βίντεο αλλά και απολύτως διαφορετικά. Τα μάτια τους είχαν μια θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, τα πόδια τους ήταν δυνατά σαν κράμμα μετάλλου και ευλύγιστα, οι ράχες τους στιβαρές. Δεν έμοιαζαν με τίποτε που έχω δει. Στις κούρσες, έτρεχαν αγέρωχα, αδιάφορα για οτιδήποτε γύρω, άγρια, έβγαζαν ψηφιακούς ήχους. Όταν τελείωνε ο αγώνας, στην γραμμή του τερματισμού, μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι να τα οδηγήσουν στους στάβλους ανατροφοδότησης, έβγαινε ατμός από τα ρουθούνια και το στόμα τους, που μύριζε καμένο λάδι. Περισσότερο απ’ όλα με εντυπωσίασε η θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη στο βλέμμα τους. Από τότε, από εκείνη την πρώτη μέρα, πήγαινα κάθε μέρα στον Υππέρδρομο. Δεν είπα στους φίλους μου ότι το μόνο που ήθελα είναι να βλέπω τα άλογα να τρέχουν – νομίζουν πως πήγαινα για να παίξω, για να ποντάρω.
Έχω αγγίξει άλογο. Συνέβη πριν από τέσσερις μέρες. Ο Γιάννης είχε πληροφορία. Στην τελευταία κούρσα της ημέρας, θα ντοπάριζαν το αουτσάιντερ, ένα σαραβαλιασμένο άλογο που έβγαινε πάντα τελευταίο, με μια νέα ουσία, και θα έβγαινε πρώτο. Αν στοιχηματίζαμε θα κερδίζαμε πολλά – όπως και ο διευθυντής του Υππέρδρομου, που είχε στήσει την δουλειά.
Στην γραμμή της εκκίνησης το άλογο που είχαμε ποντάρει ξεχώριζε. Στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, δεν ρουθούνιζε καθόλου, δεν κλωτσούσε την άμμο όπως τα άλλα. Ήταν το πιο βαρύ και κουρασμένο, το πιο μεγαλόσωμο, το πιο γέρικο. Όταν ακούστηκε το σινιάλο, ξεκίνησε τελευταίο. Οι φίλοι μου κοιταχτήκαν απογοητευμένοι. Είχαν ποντάρει πολλά, για να βγάλουν τα χαμένα της χρονιάς. Το άλογο έτρεχε άνευρα, στραβά, σαν να είχε σκουριασμένα μέλη. Και τότε… δούλεψε η ουσία. Άρχισε να επιταχύνει, όλο και περισσότερο, τινάχτηκε μπροστά σαν να το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και έγινε καινούργιο. Προσπέρασε τα δύο άλογα μπροστά του, μετά άλλα δύο που έτρεχαν δίπλα – δίπλα, ύστερα ένα ακόμη και βρέθηκε τρίτο, πίσω από τα φαβορί. Με τον ίδιο ρυθμό τα πέρασε και αυτά και χωρίς να κόψει ταχύτητα συνέχισε να καλπάζει με την ίδια ορμή, την ίδια ένταση, την τόσο κόντρα από την φύση του, και όλο και μεγάλωνε η απόσταση από τα άλλα άλογα, τα πιο νέα, τα πιο καλοφτιαγμένα, τα πιο ευκίνητα, και οι φίλοι μου φώναζαν δίπλα μου ενθουσιασμένοι και η γραμμή του τερματισμού έφτανε όλο και πιο κοντά, η γραμμή της νίκης όλο και πλησίαζε.
Και τότε, στα 100 μέτρα, ίσως και λιγότερα, πριν από το θρίαμβο, το άλογό μας, σταμάτησε να κινείται, κοκάλωσε. Έβγαλε μια βαθειά ανάσα, γύρισε το κεφάλι του μια δεξιά, μια αριστερά, λες και ήθελε πριν πεθάνει να ρίξει ένα βλέμμα, με τα μάτια του με τη θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, στους θεατές, που τώρα γελούσαν μαζί του. Και μετά τίναξε το μπροστινό δεξί πόδι και κατέρρευσε.
Δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Με πλημμύρισε η απελπισία. Όχι για τα χαμένα χρήματα. Για το άλογο. Η σκέψη ότι δηλητηριάστηκε, η εικόνα να του δίνουν την ουσία που το σκότωσε, η αναρώτηση τι αισθάνθηκε τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση με έκαναν να χάσω την ψυχραιμία μου. Πήδηξα τον φράχτη που μας χώριζε από το τερέν, δεν κατάφερα να συγκρατηθώ, και έτρεξα και αγκάλιασα το σωριασμένο άλλο, γονάτισα δίπλα του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω του, ακούμπησα το μέτωπό μου στο λαιμό του, που ήταν ακόμη ζεστός και μύριζε λάδι, «συγγνώμη», «συγγνώμη» ψιθύρισα, ένα βουητό, ένας βόμβος σαν φτερά εκατομμυρίων εντόμων ακουγόταν από το εσωτερικό του αλόγου, όλο και πιο αδύναμα, μέχρι που σταμάτησε, σταμάτησε τελείως, και με ένα οριστικό κλικ τα μάτια του έκλεισαν και ήρθαν οι άνθρωποι του Υππέρδρομου και με σήκωσαν και με πήγαν πίσω στην θέση μου, δίπλα στους χλωμούς από την απογοήτευση φίλους μου. Έτσι άγγιξα και εγώ, πρώτη φορά, άλογο.
Δεν θα πάω ποτέ ξανά στον Υππέρδρομο. Και ζήτησα να μου αλλάξουν πόστο, να μην δουλεύω στο ίδιο θερμοκήπιο με τους φίλους μου. Την επόμενη μέρα από το θάνατο του αλόγου είπαν σε όλους στη δουλειά τι συνέβη, τι έκανα, γελούσαν και έλεγαν «τι σε έπιασε ρε; Πως έκανες έτσι για ένα ρομπότ;».
πρώτη δημοσίεση έγινε εδώ
Wednesday, October 07, 2015
λουκ μαμ, έκανα βίντεο για τα μαθήματα!
Πληροφορίες για το Εργαστήριο του Λεξικοπολείου
και εδώ τα πρακτικά http://www.lexikopoleio.com/el/seminars
και εδώ τα πρακτικά http://www.lexikopoleio.com/el/seminars
Friday, October 02, 2015
Μην ακούς τους γέρους που «ξέρουν»!
Μην ακούς τους γέρους
Έχουν θλίψη και απελπισία στην καρδιά. Έχουν ένα μαύρο πέπλο οργής μπροστά στα μάτια, που τους τυφλώνει. Χάσανε τα φράγκα και τις ανέσεις με τις οποίες ζήσανε 3 "χρυσές" (τσίγκινες, στην πραγματικότητα...) δεκαετίες - και τώρα, που ξέρουν ότι δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουν την επόμενη χρυσή εποχή (η οποία έρχεται, είναι ο κύκλος της ζωής έτσι) προσπαθούν να σε πείσουν... ότι, επειδή είναι κοντά στο τέλος εκείνοι, τελειώνει και η Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να φοβούνται τον χρόνο που περνά, αλλά η σκέψη τους είναι προϊόν μιας εποχής που δαιμονοποίησε την υπέροχη φθορά της ζωής.
...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την...(συνέχεια εδώ)
Έχουν θλίψη και απελπισία στην καρδιά. Έχουν ένα μαύρο πέπλο οργής μπροστά στα μάτια, που τους τυφλώνει. Χάσανε τα φράγκα και τις ανέσεις με τις οποίες ζήσανε 3 "χρυσές" (τσίγκινες, στην πραγματικότητα...) δεκαετίες - και τώρα, που ξέρουν ότι δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουν την επόμενη χρυσή εποχή (η οποία έρχεται, είναι ο κύκλος της ζωής έτσι) προσπαθούν να σε πείσουν... ότι, επειδή είναι κοντά στο τέλος εκείνοι, τελειώνει και η Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να φοβούνται τον χρόνο που περνά, αλλά η σκέψη τους είναι προϊόν μιας εποχής που δαιμονοποίησε την υπέροχη φθορά της ζωής.
...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την...(συνέχεια εδώ)
Monday, September 28, 2015
Προσωπική και άλλες ιστορίες
Μία πέτρα, την σήκωσε από το χώμα ο Όμηρος κ την έριξε πέρα για να μην τον ενοχλεί, να καθήσει να τραγουδήσει.
Μία πέτρα, την πέταξε ο Σωκράτης σε ένα αδέσποτο σκυλί που του γαύγιζε καθώς τριγυρνούσε στην όχθη του Ιλισσού.
Μία πέτρα, την πήραν οι Ρωμαίοι στην αιώνια πόλη κ την έκαναν βήμα για να ρητορεύουν οι Συγκλητικοί.
Μία πέτρα, διέταξε να την γκρεμίσουν κ να την κάψουν ένας εκατόνταρχος του Θεοδόσιου του Μεγάλου.
Μία πέτρα, από κολώνα δωρική, έγινε τοίχος εκκλησίας πάνω στην Ακρόπολη.
Μία πέτρα, την είχε για προσκέφαλο ένας μουσουλμάνος βοσκός γεννημένος εκεί που τώρα υπάρχει ένα τσιμεντένιο κ γυάλινο μουσείο.
Μία πέτρα, πέτυχε στο μέτωπο, και το μάτωσε, ένα προσφυγάκι από την Κρήνη της Μικρασίας.
Μία πέτρα, την κλώτσησε, μέσα σε έναν ομαδικό τάφο εκτελεσμένων, ένας Γερμανός, συντετριμμένος από το αίμα, στρατιώτης.
Μια πέτρα, έκρυβε έναν δεξιό Έλληνα που πυροβολούσε αριστερούς Έλληνες κ έναν αριστερό που πυροβολούσε δεξιούς.
Μία πέτρα, ήταν κομμάτι από την δεξιά κολώνα της πύλης του Πολυτεχνείου.
Μια πέτρα μου την έδωσε να παίζω η μάνα μου, νέα, χαμογελαστή, χαρούμενη, ένα μεσημέρι που ήμασταν στη θάλασσα. (Ήμουν μωρό, γελούσα κ, λίγα καλοκαίρια μετά, το μεσημέρι που εκείνη έγινε ένα με το χώμα, θυμόμουν την πέτρα - παιχνίδι.)
Μία πέτρα την χρησιμοποίησα σαν κιμωλία για να χαράξω πάνω σε ένα βράχο "σε αγαπάω, από πάντα, για πάντα".
Μια πέτρα έγινε η καρδιά μου όταν σε πρόδωσα κ με πρόδωσες.
Μία πέτρα τσάκισε την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου που δεν ξανάνοιξε ποτέ, σε μια άγρια διαδήλωση.
Μια πέτρα κρατά την βρώμικη κουβέρτα ενός άστεγου της Αθήνας, να μην την παρασύρει ο κρύος, χειμωνιάτικος άνεμος.
...τόσες πέτρες, τόσο βάρος, πάνω στα στήθη μας, μέσα στα στόματά μας.
Να τις σηκώσει κάτι, να μπορέσουμε επιτέλους να αναπνεύσουμε. Να μιλήσουμε.
Μία πέτρα, την πέταξε ο Σωκράτης σε ένα αδέσποτο σκυλί που του γαύγιζε καθώς τριγυρνούσε στην όχθη του Ιλισσού.
Μία πέτρα, την πήραν οι Ρωμαίοι στην αιώνια πόλη κ την έκαναν βήμα για να ρητορεύουν οι Συγκλητικοί.
Μία πέτρα, διέταξε να την γκρεμίσουν κ να την κάψουν ένας εκατόνταρχος του Θεοδόσιου του Μεγάλου.
Μία πέτρα, από κολώνα δωρική, έγινε τοίχος εκκλησίας πάνω στην Ακρόπολη.
Μία πέτρα, την είχε για προσκέφαλο ένας μουσουλμάνος βοσκός γεννημένος εκεί που τώρα υπάρχει ένα τσιμεντένιο κ γυάλινο μουσείο.
Μία πέτρα, πέτυχε στο μέτωπο, και το μάτωσε, ένα προσφυγάκι από την Κρήνη της Μικρασίας.
Μία πέτρα, την κλώτσησε, μέσα σε έναν ομαδικό τάφο εκτελεσμένων, ένας Γερμανός, συντετριμμένος από το αίμα, στρατιώτης.
Μια πέτρα, έκρυβε έναν δεξιό Έλληνα που πυροβολούσε αριστερούς Έλληνες κ έναν αριστερό που πυροβολούσε δεξιούς.
Μία πέτρα, ήταν κομμάτι από την δεξιά κολώνα της πύλης του Πολυτεχνείου.
Μια πέτρα μου την έδωσε να παίζω η μάνα μου, νέα, χαμογελαστή, χαρούμενη, ένα μεσημέρι που ήμασταν στη θάλασσα. (Ήμουν μωρό, γελούσα κ, λίγα καλοκαίρια μετά, το μεσημέρι που εκείνη έγινε ένα με το χώμα, θυμόμουν την πέτρα - παιχνίδι.)
Μία πέτρα την χρησιμοποίησα σαν κιμωλία για να χαράξω πάνω σε ένα βράχο "σε αγαπάω, από πάντα, για πάντα".
Μια πέτρα έγινε η καρδιά μου όταν σε πρόδωσα κ με πρόδωσες.
Μία πέτρα τσάκισε την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου που δεν ξανάνοιξε ποτέ, σε μια άγρια διαδήλωση.
Μια πέτρα κρατά την βρώμικη κουβέρτα ενός άστεγου της Αθήνας, να μην την παρασύρει ο κρύος, χειμωνιάτικος άνεμος.
...τόσες πέτρες, τόσο βάρος, πάνω στα στήθη μας, μέσα στα στόματά μας.
Να τις σηκώσει κάτι, να μπορέσουμε επιτέλους να αναπνεύσουμε. Να μιλήσουμε.
Tuesday, September 22, 2015
Ιστορίες της γειτονιάς
Μόνο για 4 χρόνια ηχογράφησε τραγούδια σε δίσκους. Από το 1964 έως το
1968. Και όμως, κάποια από αυτά υπήρξαν, και είναι ακόμα, από τις πιο
πολυτραγουδισμένες επιτυχίες του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Συνεργάστηκε με τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ζαμπέτα, και όλους
τους μεγάλους ερμηνευτές. Έπαιξε ως γκεστ σε δεκάδες ταινίες - γιατί
εκτός από ανεπανάληπτη φωνή είχε και ανεπανάληπτη Ελληνική ομορφιά.
Γέμιζε μόνος του το μαγαζί όπου εμφανιζόταν, όταν ο Καζαντζίδης ο ίδιος, μαζί με μερικούς ακόμα ερμηνευτές, την ίδια σεζόν τραγουδούσαν σε μισοάδεια αίθουσα.
Κ ύστερα... το 1968, στα 28 του, χωρίς να δώσει εξήγηση, απεσύρθη από το τραγούδι. Οι εμφανίσεις κ οι ηχογραφήσεις σταμάτησαν. Γιατί; Πως; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Το ήντερνετ μας μπερδεύει. Φαίνεται πως αφοσιώθηκε στην οικογένειά του. Αλλά το 1979 χώρισε. Το 1986 αγόρασε ένα ταξί κ εργαζόταν ως οδηγός. Τότε άρχισε πάλι κ τις σποραδικές εμφανίσεις. Αλλά το τρένο της επιτυχίας είχε χαθεί. Το τραγούδι είχε αλλάξει, αυτός είχε μεγαλώσει, το κύκλωμα τον είχε ξεχάσει. Λίγο μετά παντρεύτηκε την νεανική του αγάπη.
Μετά, έφυγε από την Αθήνα. Πήγε στην Χαλκίδα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πέθανε από καρκίνο στα 69 του, το 2009.
Κ ύστερα... το 1968, στα 28 του, χωρίς να δώσει εξήγηση, απεσύρθη από το τραγούδι. Οι εμφανίσεις κ οι ηχογραφήσεις σταμάτησαν. Γιατί; Πως; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Το ήντερνετ μας μπερδεύει. Φαίνεται πως αφοσιώθηκε στην οικογένειά του. Αλλά το 1979 χώρισε. Το 1986 αγόρασε ένα ταξί κ εργαζόταν ως οδηγός. Τότε άρχισε πάλι κ τις σποραδικές εμφανίσεις. Αλλά το τρένο της επιτυχίας είχε χαθεί. Το τραγούδι είχε αλλάξει, αυτός είχε μεγαλώσει, το κύκλωμα τον είχε ξεχάσει. Λίγο μετά παντρεύτηκε την νεανική του αγάπη.
Μετά, έφυγε από την Αθήνα. Πήγε στην Χαλκίδα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πέθανε από καρκίνο στα 69 του, το 2009.
Προχτές έκανα περίπατο κοντά στο σπίτι μου. 5 χρόνια βρίσκομαι σε αυτή
την γειτονιά. Λίγα βήματα από την πολυκατοικία μου, σήκωσα πρώτη φορά το
κεφάλι ψηλά. Και είδα την φθαρμένη πινακίδα μιας υπόγειας κλειστής
ταβέρνας. Που, ρώτησα κ έμαθα, λειτουργούσε έως περίπου το 1985 - 1988.
Με πρώτο όνομα τον "ξεπεσμένο" από επιλογή, λόγω δικής του απόφασης,
(φήμες λένε εξ´ αιτίας μιας συζύγου που ζήλευε πολύ) Πάνο Τζανετή.
Ο Πάνος. Ο σπάνιας ομορφιάς. Ο χαρισματικός τραγουδιστής των "´Ηρθα και απόψε στα σκαλοπάτια σου", "Τι σου έκανα και με εγκατέλειψες", "Βοριάς είναι η αγάπη σου", "Πέρα από τη θάλασσα", και του κλασικού ύμνου "Δεν έχει δρόμο να διαβώ".
Αυτός ο θρυλικός άνθρωπος τραγουδούσε για χρόνια στην γειτονιά μου. Σε μια υπόγεια ταβέρνα. Πρώτο όνομα.
Η πόλη είναι γεμάτη ιστορίες, αναπνοές ανθρώπων. Μερικές από αυτές τις αναπνοές, περνούσαν από ένα λαρύγγι που θα μείνει στην ιστορία. Και ας πήρε μια λάθος απόφαση.
Ο Πάνος. Ο σπάνιας ομορφιάς. Ο χαρισματικός τραγουδιστής των "´Ηρθα και απόψε στα σκαλοπάτια σου", "Τι σου έκανα και με εγκατέλειψες", "Βοριάς είναι η αγάπη σου", "Πέρα από τη θάλασσα", και του κλασικού ύμνου "Δεν έχει δρόμο να διαβώ".
Αυτός ο θρυλικός άνθρωπος τραγουδούσε για χρόνια στην γειτονιά μου. Σε μια υπόγεια ταβέρνα. Πρώτο όνομα.
Η πόλη είναι γεμάτη ιστορίες, αναπνοές ανθρώπων. Μερικές από αυτές τις αναπνοές, περνούσαν από ένα λαρύγγι που θα μείνει στην ιστορία. Και ας πήρε μια λάθος απόφαση.
Monday, September 21, 2015
Γράφεις; Γράψε περισσότερο και καλλίτερα!
Tώρα που τέλειωσαν οι εκλογές μπορούμε να κάνουμε κάτι για τον εαυτό μας (αλλά και καμιά δουλειά επίσης).
Η Ομάδα Συγγραφής Πεζογραφίας του British Council Greece συνεχίζει να δέχεται αιτήσεις.
Τι κάνουμε εκεί; Μαζευόμαστε κάθε δύο βδομάδες, τις Τετάρτες, και διαβάζουμε διηγήματα/κείμενα που έχουμε γράψει, πάνω σε κοινή για όλους αφορμή. Ύστερα μοιραζόμαστε τις εντυπώσεις μας για αυτό που ακούσαμε. Η διαδικασία είναι γόνιμη και παραγωγική, γιατί εκθέτουμε τους εαυτούς μας, ωθούμαστε να ολοκληρώσουμε πράγματα, να κάνουμε δουλειά και εξοικειωνόμαστε με την πραγματικότητα της τέχνης ως έργο.
Έβρη νάου εν δεν έχουμε καλεσμένους που μας μιλούν για την δημιουργική τους διαδικασία. Φέτος η λίστα των καλεσμένων είναι υπέροχη. Μία φορά το μήνα θα έχουμε την χαρά να ακούσουμε συγγραφείς/στιχουργούς/ανθρώπους από τον χώρο του βιβλίου, να εμπνευστούμε, να ρωτήσουμε, να εσωτερικεύσουμε την παρουσία σημαντικών δημιουργών.
Οι φετεινοί που έχουν επιβεβαιώσει είναι (κράτα την ανάσα σου, η σειρά είναι αλφαβητική, εκεί φτάσαμε χεχε).
Θεόδωρος Γρηγοριάδης - συγγραφέας
Λαμπρινή Κουζέλη - βιβλιοκριτικός
Τίνα Μανδηλαρά - δημοσιογράφος - βιβλιοκριτικός
Αφροδίτη Μάνου - ερμηνεύτρια - στιχουργός
Γρηγόρης Μπέκος - δημοσιογράφος - βιβλιοκριτικός
Γιώργος Παυριανός στιχουργός - αρθρογράφος
Δημήτρης Στεφανάκης συγγραφέας
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης συγγραφέας)
Στο Link εδώ οι πρακτικές λεπτομέρειες.
Συντονιστής ο γιόρζ τρούλη Προβ που φέτος έμαθε ειδική τεχνική να κάνει τσιμπιές σε όσους δεν γράφουν, οι οποίες δεν αφήνουν μελανιές και σημάδια στο κορμάκι του συμμετέχοντα - άρα δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για συντονιστικό μπουληνγκ. Δεν έχει αποδείξεις και αποχρώσες ενδείξεις.
Η Ομάδα Συγγραφής Πεζογραφίας του British Council Greece συνεχίζει να δέχεται αιτήσεις.
Τι κάνουμε εκεί; Μαζευόμαστε κάθε δύο βδομάδες, τις Τετάρτες, και διαβάζουμε διηγήματα/κείμενα που έχουμε γράψει, πάνω σε κοινή για όλους αφορμή. Ύστερα μοιραζόμαστε τις εντυπώσεις μας για αυτό που ακούσαμε. Η διαδικασία είναι γόνιμη και παραγωγική, γιατί εκθέτουμε τους εαυτούς μας, ωθούμαστε να ολοκληρώσουμε πράγματα, να κάνουμε δουλειά και εξοικειωνόμαστε με την πραγματικότητα της τέχνης ως έργο.
Έβρη νάου εν δεν έχουμε καλεσμένους που μας μιλούν για την δημιουργική τους διαδικασία. Φέτος η λίστα των καλεσμένων είναι υπέροχη. Μία φορά το μήνα θα έχουμε την χαρά να ακούσουμε συγγραφείς/στιχουργούς/ανθρώπους από τον χώρο του βιβλίου, να εμπνευστούμε, να ρωτήσουμε, να εσωτερικεύσουμε την παρουσία σημαντικών δημιουργών.
Οι φετεινοί που έχουν επιβεβαιώσει είναι (κράτα την ανάσα σου, η σειρά είναι αλφαβητική, εκεί φτάσαμε χεχε).
Θεόδωρος Γρηγοριάδης - συγγραφέας
Λαμπρινή Κουζέλη - βιβλιοκριτικός
Τίνα Μανδηλαρά - δημοσιογράφος - βιβλιοκριτικός
Αφροδίτη Μάνου - ερμηνεύτρια - στιχουργός
Γρηγόρης Μπέκος - δημοσιογράφος - βιβλιοκριτικός
Γιώργος Παυριανός στιχουργός - αρθρογράφος
Δημήτρης Στεφανάκης συγγραφέας
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης συγγραφέας)
Στο Link εδώ οι πρακτικές λεπτομέρειες.
Συντονιστής ο γιόρζ τρούλη Προβ που φέτος έμαθε ειδική τεχνική να κάνει τσιμπιές σε όσους δεν γράφουν, οι οποίες δεν αφήνουν μελανιές και σημάδια στο κορμάκι του συμμετέχοντα - άρα δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για συντονιστικό μπουληνγκ. Δεν έχει αποδείξεις και αποχρώσες ενδείξεις.
Friday, September 18, 2015
20 λόγοι που είμαι υπερχαρούμενος που είμαι Ελληνάκι
1. Η ελληνική κοινωνία πέρασε κρίση επιπέδου εμπόλεμης περιόδου, και
όμως δεν σφαζόμαστε στους δρόμους, δεν κάνουμε κρυστάλλινες νύχτες, δεν
ξεκινάμε παγκόσμιους πολέμους.
2. Η οικογένεια ακόμα λειτουργεί με τον ελληνικό γαλαντόμο τρόπο. Με 30% ανεργία, έχουμε μικρότερη αναλογία αστέγων από χώρες με πρωτοφανή ανάπτυξη και πρόοδο.
3. Παρά την σκατοκατάσταση, από τα σκατά δεν ανθίζει το μίσος, όπως συμβαίνει σε χώρες θεωρητικά πιο σταθεροποιημένες και πολιτισμένες. Όλα δείχουν πως η Σκατένια Σκοτεινιά θα πάρει το ίδιο ποσοστό με αυτό που πήρε στις προηγούμενες εκλογές, ή και μικρότερο!
4. Παρά την αστάθεια, την ανησυχία για το αύριο, τον αγώνα επιβίωσης οι εθελοντικές οργανώσεις διώχνουν κόσμο που θέλει να βοηθήσει με το υστέρημα του χρόνου/των υλικών αγαθών του.
5. Παραμένουμε αξιαγάπητοι κατά γενική ομολογία! Φέτος ήρθαν να ζήσουν λίγες έστω μέρες στο φως και την φύση μας περισσότεροι από ποτέ άλλοτε. Και η συντριπτική τους πλειοψηφεία επέστρεψαν στα σπίτια τους ακόμη πιο μαγεμένοι (γκρηκ καμάκι, θένκ γιου!!!)
6. Έχουμε ακόμα πληθώρα από νέους συγγραφείς, νέους τραγουδιστές, νέες ιδέες, νέα βιβλία, νέους ηθοποιούς, νέους σχεδιαστές. Είναι αιθεροβαμώνικο να μην έχεις μερικάματο σταθερό και να θες να καλλιτεχνήσεις; Φυσικά! Αλλά και ο Θερβάντες και ο Βαν Γκοχ πεινούσαν πότε πότε...
7. Η φτωχή ελληνική τάξη ζει καλλίτερη από την μέση τάξη πολλών άλλων κοινωνιών!
8. 5 χρόνια κρίσης, φύγαμε πια για τα καλά από τις χαζομάρες τύπου «φιρμάτο πανταλόνη», «καλή μάρκα γυαλιών», «ακριβό παπούτσι» και τίποτε δεν έχει αλλάξει στις παρέες και τα γκετ τουγκέδα μας. Και τα τουόναζ μπέτα μας.
9. Είμαστε διακριτικοί. Ουσιαστικά και βιωμένα. Όταν δούμε τον δυσκολεμένο θα πούμε «πάμε για καφέ κερνάω εγώ γιατί κλείνω δύο χρόνια με μηζανπλή». Θα πούμε «έλα να φας σπίτι, έφκιαξα πρώτη φορά μακαρόνη με κιμά και θέλω να μου πεις αν το έκαμα καλό». Θα πούμε «Θυμάσαι που το 1974 μου είχες δανείσει 10 ευρώ; ε πάρτα πίσω». Βοηθάμε όμορφα.
10. Οι μισοί φίλοι μου πήγανε για μπανάκια στα εξοχικά φίλων και γνωστών φέτος. Μεγαλοψυχία και χουβαρντιλίκι χελλ γιέα
11. Είμαστε μάγκες και δεν καταστρέφουμε ζωές παραστρατημένων. Πολιτικοί που πιάνονται να κλέβουν, μικρομεσαιοεγκληματίες, λαμογίοφλωροι τιμωρούνται και μετά έχουν την δυνατότητα να συνεχίσουν την ζωή τους (κάποιοι δυστυχώς από αυτούς επιστρέφουν στην λαμογιά αλλά ακόμα και το θετικότερο πράγμα έχει τα αρνητικά του...)
12. Όταν δούμε άνεργο να μας φέρνει στο σπίτι, που τον έχουμε καλέσει, δώρο/κρασί/ τρώει μπάτσα που είναι όλη δική του και του απαγορέυουμε να ξαναφέρει τίποτε.
13. Ακόμα, 6 χρόνια μετά, δεν πετάμε ανθρώπους στον δρόμο από τα σπίτια τους.
14. Δεν θεωρούμε όποιον έχει αντίθετη πολιτική άποψη από εμάς «πορωμένο», ή ότι έχει «ταξικό μίσος» ή ότι κυλιέται στον «βούρκο». Δεν στιγματίζουμε όποιον δεν συμφωνεί μαζί μας.
15. Μας συγκινούν σκοτεινές ιστορίες μικρής κλίμακας, η σχιζοφρένεια, η φτώχεια, το έγκλημα... μας φέρνουν δάκρυα δεν τις θεωρούμε δείγματα αποτυχίας, αλλά ατυχίας «από τους Θεούς». Χαζό ίσως... αλλά τρυφερό!
16. Είμαστε ουσιαστικά ισορροπημένη κοινωνία. Στην Ελλάδα, αυτήν την τόσο οπισθοδρομική χώρα, υπήρξε ένας Βαγγέλης Γιακουμάκης, όχι ένας τον μήνα. Και σε αυτό το τραγικό γεγονός αντέδρασε σύσσωμη η κοινωνία – ουσιαστικά και επιδραστικά. Δεν έχουμε μαζικές δολοφονίες, δεν έχουμε σιωπές των αμνών και σέβεν, δεν έχουμε ανθρωποφαγίες.
17. Έχουμε ανεκτικότητα παρά την έλλειψη θεσμοθέτησης. Το να φανερώσει ή να κρύψει κάποιος την σεξουαλική του ταυτότητα είναι εν πολλοίς θέμα δικής του/της επιλογής και όχι απαραίτητο για να επιβιώσει. Επίσης δεν έχουμε κύμα hate crimes. Ενώ προσωπικότητες όπως η Πάολα Ρεβενιώτη έχουν μερίδιο φωνής τόσο ισχυρό που αγγίζει τα όρια του mainstream.
18. Έχουμε ξεφορτωθεί μόδες όπως τζανκ φουντ και ποτέ μα ποτέ δεν τσιμπήσαμε με τα επεξεργασμένα φαγητά. Τρώμε σε γενικές γραμμές τρόφιμα όπως τα δίνει η θάλασσα, η γη, το δέντρο, (τομάτα, ψάρι, τυρί, πατροπαράδοτο φουντούνι).
19. Αγαπάμε και στηρίζουμε την Έψα, το Σκλαβενίτη, την Μόνικα, τον Βασιλικό, επειδή είναι θέμα καρδιάς να διαλέγουμε ελληνικό πράγμα ανεξάρτητα επίδοσης.
20. Βλέπουμε παντού εχθρούς, ναι, βλακωδώς... αλλά δεν ΚΑΝΟΥΜΕ εχθρούς. Πάμε διακοπές στην Τουρκία και περνάμε εξαιρετικά, καλοδεχόμαστε Γερμανούς, αγοράζουμε σαν μανιακοί βιβλία με ομιλίες του Πάπα της Ρώμης, έχουμε επιχειρήσεις στα Σκόπια.
21. Είμαστε των υπέροχων άκρων. Πιο πολυσυλλεκτικός σε ιδέες πεθαίνεις: Από την μία το άβατο για τις γυναίκες στο Άγιον Όρος, από την άλλη στο 90% των οικογενειών μας κάνουν υπερκουμάντο οι μανάδες μας.
22. Μιλάμε την γλώσσα που ακόμα και αν δεν μάθουμε καμία άλλη (...γκρ γκρ γκρ να μαθαίνουμε όμως, ε; δε θέλω τεμπελιές) μας δίδει πρόσβαση σε μερικά (πολλά!) από τα σπουδαιότερα αρχετυπικότερα κείμενα της παγκόσμια λογοτεχνίας (Όμηρο, Ηρόδοτο, Αισχυλοσοφοκλευριπίδη, δύο νόμπελ, κλπ κλπ)
23. Στην ελλάδα δεν έχουμε περιοχές off limits για μαύρους/gay/τύπους με άσχημη μηζανπλή/χοντρούς/ξανθούς/γυναίκες κλπ κλπ. Ακόμα και στα πιο ελιτίστικα μέρη αν μαζέψεις λεφτά μπορείς να μπεις – χωρίς κίνδυνο της ζωής σου.
Ουπς! Έγραψα 23 ενώ είπα 20; ποπο κοίτα να δεις. Και να φανταστείς δεν έψαξα και με κέφι, βαριόμουν να ψάξω καλλίτερα
ΥΓ - καλή ψήφο. Είναι σπουδαίο δικαίωμα, λόγος να είναι υπερήφανος κανείς που το εξασκεί. Να επιλέξουμε όλοι συντονισμένοι με την καρδιά και τις απόψεις μας και με αγάπη για την Ελλάδα και την φύση μας και όλα θα πάνε καλά!
2. Η οικογένεια ακόμα λειτουργεί με τον ελληνικό γαλαντόμο τρόπο. Με 30% ανεργία, έχουμε μικρότερη αναλογία αστέγων από χώρες με πρωτοφανή ανάπτυξη και πρόοδο.
3. Παρά την σκατοκατάσταση, από τα σκατά δεν ανθίζει το μίσος, όπως συμβαίνει σε χώρες θεωρητικά πιο σταθεροποιημένες και πολιτισμένες. Όλα δείχουν πως η Σκατένια Σκοτεινιά θα πάρει το ίδιο ποσοστό με αυτό που πήρε στις προηγούμενες εκλογές, ή και μικρότερο!
4. Παρά την αστάθεια, την ανησυχία για το αύριο, τον αγώνα επιβίωσης οι εθελοντικές οργανώσεις διώχνουν κόσμο που θέλει να βοηθήσει με το υστέρημα του χρόνου/των υλικών αγαθών του.
5. Παραμένουμε αξιαγάπητοι κατά γενική ομολογία! Φέτος ήρθαν να ζήσουν λίγες έστω μέρες στο φως και την φύση μας περισσότεροι από ποτέ άλλοτε. Και η συντριπτική τους πλειοψηφεία επέστρεψαν στα σπίτια τους ακόμη πιο μαγεμένοι (γκρηκ καμάκι, θένκ γιου!!!)
6. Έχουμε ακόμα πληθώρα από νέους συγγραφείς, νέους τραγουδιστές, νέες ιδέες, νέα βιβλία, νέους ηθοποιούς, νέους σχεδιαστές. Είναι αιθεροβαμώνικο να μην έχεις μερικάματο σταθερό και να θες να καλλιτεχνήσεις; Φυσικά! Αλλά και ο Θερβάντες και ο Βαν Γκοχ πεινούσαν πότε πότε...
7. Η φτωχή ελληνική τάξη ζει καλλίτερη από την μέση τάξη πολλών άλλων κοινωνιών!
8. 5 χρόνια κρίσης, φύγαμε πια για τα καλά από τις χαζομάρες τύπου «φιρμάτο πανταλόνη», «καλή μάρκα γυαλιών», «ακριβό παπούτσι» και τίποτε δεν έχει αλλάξει στις παρέες και τα γκετ τουγκέδα μας. Και τα τουόναζ μπέτα μας.
9. Είμαστε διακριτικοί. Ουσιαστικά και βιωμένα. Όταν δούμε τον δυσκολεμένο θα πούμε «πάμε για καφέ κερνάω εγώ γιατί κλείνω δύο χρόνια με μηζανπλή». Θα πούμε «έλα να φας σπίτι, έφκιαξα πρώτη φορά μακαρόνη με κιμά και θέλω να μου πεις αν το έκαμα καλό». Θα πούμε «Θυμάσαι που το 1974 μου είχες δανείσει 10 ευρώ; ε πάρτα πίσω». Βοηθάμε όμορφα.
10. Οι μισοί φίλοι μου πήγανε για μπανάκια στα εξοχικά φίλων και γνωστών φέτος. Μεγαλοψυχία και χουβαρντιλίκι χελλ γιέα
11. Είμαστε μάγκες και δεν καταστρέφουμε ζωές παραστρατημένων. Πολιτικοί που πιάνονται να κλέβουν, μικρομεσαιοεγκληματίες, λαμογίοφλωροι τιμωρούνται και μετά έχουν την δυνατότητα να συνεχίσουν την ζωή τους (κάποιοι δυστυχώς από αυτούς επιστρέφουν στην λαμογιά αλλά ακόμα και το θετικότερο πράγμα έχει τα αρνητικά του...)
12. Όταν δούμε άνεργο να μας φέρνει στο σπίτι, που τον έχουμε καλέσει, δώρο/κρασί/ τρώει μπάτσα που είναι όλη δική του και του απαγορέυουμε να ξαναφέρει τίποτε.
13. Ακόμα, 6 χρόνια μετά, δεν πετάμε ανθρώπους στον δρόμο από τα σπίτια τους.
14. Δεν θεωρούμε όποιον έχει αντίθετη πολιτική άποψη από εμάς «πορωμένο», ή ότι έχει «ταξικό μίσος» ή ότι κυλιέται στον «βούρκο». Δεν στιγματίζουμε όποιον δεν συμφωνεί μαζί μας.
15. Μας συγκινούν σκοτεινές ιστορίες μικρής κλίμακας, η σχιζοφρένεια, η φτώχεια, το έγκλημα... μας φέρνουν δάκρυα δεν τις θεωρούμε δείγματα αποτυχίας, αλλά ατυχίας «από τους Θεούς». Χαζό ίσως... αλλά τρυφερό!
16. Είμαστε ουσιαστικά ισορροπημένη κοινωνία. Στην Ελλάδα, αυτήν την τόσο οπισθοδρομική χώρα, υπήρξε ένας Βαγγέλης Γιακουμάκης, όχι ένας τον μήνα. Και σε αυτό το τραγικό γεγονός αντέδρασε σύσσωμη η κοινωνία – ουσιαστικά και επιδραστικά. Δεν έχουμε μαζικές δολοφονίες, δεν έχουμε σιωπές των αμνών και σέβεν, δεν έχουμε ανθρωποφαγίες.
17. Έχουμε ανεκτικότητα παρά την έλλειψη θεσμοθέτησης. Το να φανερώσει ή να κρύψει κάποιος την σεξουαλική του ταυτότητα είναι εν πολλοίς θέμα δικής του/της επιλογής και όχι απαραίτητο για να επιβιώσει. Επίσης δεν έχουμε κύμα hate crimes. Ενώ προσωπικότητες όπως η Πάολα Ρεβενιώτη έχουν μερίδιο φωνής τόσο ισχυρό που αγγίζει τα όρια του mainstream.
18. Έχουμε ξεφορτωθεί μόδες όπως τζανκ φουντ και ποτέ μα ποτέ δεν τσιμπήσαμε με τα επεξεργασμένα φαγητά. Τρώμε σε γενικές γραμμές τρόφιμα όπως τα δίνει η θάλασσα, η γη, το δέντρο, (τομάτα, ψάρι, τυρί, πατροπαράδοτο φουντούνι).
19. Αγαπάμε και στηρίζουμε την Έψα, το Σκλαβενίτη, την Μόνικα, τον Βασιλικό, επειδή είναι θέμα καρδιάς να διαλέγουμε ελληνικό πράγμα ανεξάρτητα επίδοσης.
20. Βλέπουμε παντού εχθρούς, ναι, βλακωδώς... αλλά δεν ΚΑΝΟΥΜΕ εχθρούς. Πάμε διακοπές στην Τουρκία και περνάμε εξαιρετικά, καλοδεχόμαστε Γερμανούς, αγοράζουμε σαν μανιακοί βιβλία με ομιλίες του Πάπα της Ρώμης, έχουμε επιχειρήσεις στα Σκόπια.
21. Είμαστε των υπέροχων άκρων. Πιο πολυσυλλεκτικός σε ιδέες πεθαίνεις: Από την μία το άβατο για τις γυναίκες στο Άγιον Όρος, από την άλλη στο 90% των οικογενειών μας κάνουν υπερκουμάντο οι μανάδες μας.
22. Μιλάμε την γλώσσα που ακόμα και αν δεν μάθουμε καμία άλλη (...γκρ γκρ γκρ να μαθαίνουμε όμως, ε; δε θέλω τεμπελιές) μας δίδει πρόσβαση σε μερικά (πολλά!) από τα σπουδαιότερα αρχετυπικότερα κείμενα της παγκόσμια λογοτεχνίας (Όμηρο, Ηρόδοτο, Αισχυλοσοφοκλευριπίδη, δύο νόμπελ, κλπ κλπ)
23. Στην ελλάδα δεν έχουμε περιοχές off limits για μαύρους/gay/τύπους με άσχημη μηζανπλή/χοντρούς/ξανθούς/γυναίκες κλπ κλπ. Ακόμα και στα πιο ελιτίστικα μέρη αν μαζέψεις λεφτά μπορείς να μπεις – χωρίς κίνδυνο της ζωής σου.
Ουπς! Έγραψα 23 ενώ είπα 20; ποπο κοίτα να δεις. Και να φανταστείς δεν έψαξα και με κέφι, βαριόμουν να ψάξω καλλίτερα
ΥΓ - καλή ψήφο. Είναι σπουδαίο δικαίωμα, λόγος να είναι υπερήφανος κανείς που το εξασκεί. Να επιλέξουμε όλοι συντονισμένοι με την καρδιά και τις απόψεις μας και με αγάπη για την Ελλάδα και την φύση μας και όλα θα πάνε καλά!
Monday, June 29, 2015
Αλληλεγγύη με ότι μπορώ
Είναι μια δύσκολη εβδομάδα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε νηφάλιοι και "μαζί". Το "μαζί" είναι η μόνη λύση και ο μόνος δρόμος. Και η Αλληλεγγύη. Ανεξάρτητα από απόψεις και διαφωνίες. Τα κράτη δεν συνίστανται από ομοφωνίες.
Και έχει εξαιρετική σημασία να κρατήσουμε την κανονικότητα ζωντανή. Από εκεί θα αναδυθεί η βελτίωση.
Ήθελα να σας ενημερώσω/καλέσω σε μια πρωτοβουλία.
Το ξέρω ότι δεν έχει ίσως πρακτική σημασία, αυτές τις ώρες που αποθηκεύουμε μακαρόνια και φοβόμαστε για τα φάρμακα. Και ίσως κάποιοι να πουν "εδώ ο κόσμος καίγεται και αυτοί χτενίζονται".
Αλλά το σκέφτηκα πολύ και δεν μπόρεσα να βρω άλλον τρόπο να προσφέρω στην κατάσταση. Ναι, έχω αβεβαιότητα, έχω απορία.... είναι καλή ιδέα, σημαίνει κάτι, λέει κάτι έστω και συμβολικό; Αλλά, αυτό μόνο μπορώ να κάνω και αυτό κάνω. Μακάρι να ήμουν κάτι πιο πρακτικό, ξέρω γω γιατρός, ή καλλιεργητής φουντουνιών.
Είμαι τυχερός γιατί την μικρή αυτή παλαβομάρα υπάρχει η δυνατότητα να την στεγάσουμε κάπου.
Θα κάνουμε με το Λεξικοπωλείο ένα δωρεάν δίωρο εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής την Πέμπτη. 6 με 8.
ΔΩΡΕΑΝ ξαναλέω - Χωρίς αμοιβή (μάλιστα το Λεξικοπωλείο είπε θα βάλει και κρασάκι!)
Αν θέλετε να ξεφύγετε λίγο από την τρέλα, να απομακρύνετε το μυαλό σας ή απλά να περάσετε δύο ώρες στον κόσμο του γραψίματος, και μαζί να μάθετε τεχνικές και κόλπα.... ελάτε.
φαίνεται αιθεροβαμονιά; ναι! αλλά κάνω ό,τι μπορώ. Αυτό μπορώ.
Άσε που με το γράψιμο στοχάζεσαι καλύτερα, χεχε
Τηλεφωνήστε στο Λεξικοπωλείο στο 21 0723 1201 και δηλώστε την συμμετοχή σας. Πείτε για το εργαστήριο του Προβ. Έχουμε καμιά 40αριά καρέκλες, αλλιώς θα ήταν ανοιχτό το πράγμα.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. Ειδικά αυτήν την εβδομάδα. ΜΑΖΙ.
Α, αν έρθει κανένας υδραυλικός, έχει χαλάσει μια βρύση, να μου την κοιτάξει - χιχιχι, ανταλλαγή!
ΥΓ - σας παρακαλώ, μην αφήσετε την πιθανή διαφωνία σας με την άποψή μου για τα πράγματα να σας αποκλείσει αν θέλετε να το παρακολουθήσετε. Αυτό το δίωρο είναι ένα δίωρο τεχνικής, δυνατοτήτων, συνύπαρξης, επικοινωνίας και βέβαια αφηγήσεων και ωραίων μυστικών, από τον σατράπη δάσκαλο Προβ.
δράση, ό,τι μπορούμε ο καθένας. και αλληλεγγύη.
Και έχει εξαιρετική σημασία να κρατήσουμε την κανονικότητα ζωντανή. Από εκεί θα αναδυθεί η βελτίωση.
Ήθελα να σας ενημερώσω/καλέσω σε μια πρωτοβουλία.
Το ξέρω ότι δεν έχει ίσως πρακτική σημασία, αυτές τις ώρες που αποθηκεύουμε μακαρόνια και φοβόμαστε για τα φάρμακα. Και ίσως κάποιοι να πουν "εδώ ο κόσμος καίγεται και αυτοί χτενίζονται".
Αλλά το σκέφτηκα πολύ και δεν μπόρεσα να βρω άλλον τρόπο να προσφέρω στην κατάσταση. Ναι, έχω αβεβαιότητα, έχω απορία.... είναι καλή ιδέα, σημαίνει κάτι, λέει κάτι έστω και συμβολικό; Αλλά, αυτό μόνο μπορώ να κάνω και αυτό κάνω. Μακάρι να ήμουν κάτι πιο πρακτικό, ξέρω γω γιατρός, ή καλλιεργητής φουντουνιών.
Είμαι τυχερός γιατί την μικρή αυτή παλαβομάρα υπάρχει η δυνατότητα να την στεγάσουμε κάπου.
Θα κάνουμε με το Λεξικοπωλείο ένα δωρεάν δίωρο εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής την Πέμπτη. 6 με 8.
ΔΩΡΕΑΝ ξαναλέω - Χωρίς αμοιβή (μάλιστα το Λεξικοπωλείο είπε θα βάλει και κρασάκι!)
Αν θέλετε να ξεφύγετε λίγο από την τρέλα, να απομακρύνετε το μυαλό σας ή απλά να περάσετε δύο ώρες στον κόσμο του γραψίματος, και μαζί να μάθετε τεχνικές και κόλπα.... ελάτε.
φαίνεται αιθεροβαμονιά; ναι! αλλά κάνω ό,τι μπορώ. Αυτό μπορώ.
Άσε που με το γράψιμο στοχάζεσαι καλύτερα, χεχε
Τηλεφωνήστε στο Λεξικοπωλείο στο 21 0723 1201 και δηλώστε την συμμετοχή σας. Πείτε για το εργαστήριο του Προβ. Έχουμε καμιά 40αριά καρέκλες, αλλιώς θα ήταν ανοιχτό το πράγμα.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. Ειδικά αυτήν την εβδομάδα. ΜΑΖΙ.
Α, αν έρθει κανένας υδραυλικός, έχει χαλάσει μια βρύση, να μου την κοιτάξει - χιχιχι, ανταλλαγή!
ΥΓ - σας παρακαλώ, μην αφήσετε την πιθανή διαφωνία σας με την άποψή μου για τα πράγματα να σας αποκλείσει αν θέλετε να το παρακολουθήσετε. Αυτό το δίωρο είναι ένα δίωρο τεχνικής, δυνατοτήτων, συνύπαρξης, επικοινωνίας και βέβαια αφηγήσεων και ωραίων μυστικών, από τον σατράπη δάσκαλο Προβ.
δράση, ό,τι μπορούμε ο καθένας. και αλληλεγγύη.
Wednesday, June 03, 2015
Το φορτίο
Η αδελφή μου, για χρόνια, όπου πήγαινε κουβαλούσε μαζί της, πάντα, το
φέρετρο με τη μητέρα μου. Φίλοι και γνωστοί την συναντούσαν, έτσι
μικροκαμωμένη και αδύνατη, εύθραυστη, να αγωνίζεται να το μεταφέρει στα
πλατιά πεζοδρόμια της Αλεξάνδρας, τις σκοτεινές διαβάσεις της Συγγρού,
την γιορτινή, χριστουγεννιάτικη Πατριάρχου Ιωακείμ. Στις δουλειές, στις
διασκεδάσεις, στις βόλτες, παντού είχε μαζί της το μεγάλο, ανοιχτόχρωμο,
ξύλινο κουτί.
Την έβλεπες στα περίπτερα, να ακουμπά το φέρετρο προσεκτικά στο πλάι, για να αγοράσει τσίχλες, εισιτήρια για το λεωφορείο, τσιγάρα, όταν ακόμα κάπνιζε… ή στην ουρά στην τράπεζα να το αφήνει στο χώρο υποδοχής και μετά, στην ουρά, να στρέφει το κεφάλι συνεχώς να κοιτάξει αν είναι εντάξει, καλά στερεωμένο στον τοίχο όπου το ακούμπησε. Να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχει κίνδυνος να πέσει.
Όταν αγόρασε ένα φθηνό, μεταχειρισμένο αυτοκίνητο – είχε πια κουραστεί να παρακαλάει τους ταξιτζήδες να της επιτρέψουν να έχει μαζί της στην κούρσα το φορτίο της και δεν άντεχε άλλο να την κοιτάζουν, απροκάλυπτα, ξεδιάντροπα, σαν τρελή στα μέσα μαζικής μεταφοράς – η ζωή της έγινε καλύτερη.
Στην αρχή το ακουμπούσε δίπλα της. Πέσαμε όλοι πάνω της, εγώ πρώτος. Της είπα «βάλε το ρε παιδί μου το ρημάδι στο πίσω κάθισμα, τι το θες στην θέση του συνοδηγού, δεν βλέπεις ότι σε εμποδίζει να αλλάξεις ταχύτητες; Άσε που κόβει και την οπτική επαφή με τον δεξιό καθρέφτη… Σε παρακαλώ, θα πάθεις κανένα ατύχημα, και μετά τι θα γίνω; Άλλον από σένα δεν έχω, είσαι όλη μου η οικογένεια τώρα πια!». Με άκουσε και με το φέρετρο στο πίσω κάθισμα οι ημέρες της έγιναν πιο εύκολες, πιο συμβατικές. Αν μη τι άλλο, όσοι την έβλεπαν στο τιμόνι από μακριά, δεν υποψιάζονταν ότι αυτή η ζωντανή, όλο ενέργεια και νεύρο κοπέλα που οδηγούσε με ένταση ήταν η «τρελή που κουβάλαγε το φέρετρο» για την οποία συζητούσαν στην πόλη.
Είχε χαθεί με όλους σχεδόν τους φίλους της… πάλι καλά που δεν ήταν εντελώς όλοι! Φαντάσου να πηγαίνεις να πιεις ένα καφέ με την παλιά σου συμμαθήτρια και εκείνη να εμφανίζεται στην καφετέρια με το φέρετρό της μάνας της – όχι, δεν τους κατηγορώ όσους την απέφευγαν, δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Της έμειναν μόνο ένας δύο παιδικοί, πολύ αγαπημένοι, φίλοι, που γνώριζαν και τη μάνα μας. Κάνανε τις συναντήσεις τους στο σπίτι της ή στο δικό τους, απέφευγαν το έξω. Όχι πως και εκεί δεν τους αγρίευε το φέρετρο, αλλά τουλάχιστον είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο αυτό, όχι και τα σχόλια των γύρω, τις διαμαρτυρίες, τα κλάματα και τις φωνές από τα φοβισμένα παιδάκια στα διπλανά τραπέζια.
Είναι δυνατή η αδελφή μου. Είχε καταφέρει να μπορεί να σηκώνει το φέρετρο με το ένα χέρι, να το χειρίζεται σαν να είναι προέκταση του κορμιού της. Όταν βάδιζε, το ακουμπούσε στον ώμο, πότε τον δεξί πότε τον αριστερό, ή, για πιο βολικά, το ισορροπούσε στο κεφάλι της, να έχει τα χέρια ελεύθερα, να μπορεί να απαντά στο κινητό τηλέφωνο, να πάρει κάτι από την τσάντα της, να φάει μία τυρόπιτα, να πιει νερό. Όταν την έβλεπα με το φέρετρο στερεωμένο στο κεφάλι, αλλά και τώρα που τη θυμάμαι, γέμιζε η καρδιά μου γλύκα και τα μάτια μου τρυφερά δάκρυα.
Μου θύμιζε τις Αφρικανές που είδα πριν από πολλά χρόνια σε ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Κουβαλούσαν με τον ίδιο τρόπο καλάθια με τα μωρά τους ή δοχεία με νερό. Μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση, πλημμύρισα αγάπη αλλά με έσφιξε και η αγωνία. «Δεν φοβούνται καθόλου μην τους πέσει το παιδί και χτυπήσει; Δεν ανησυχούν μην αναποδογυρίσει το δοχείο και χυθεί όλο το νερό και πάει στράφι ο κόπος τους;» αναρωτιόμουν… Αυτές, σαν να ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, κυκλοφορούσαν με άνεση και αυτοπεποίθηση. Κοιτούσαν την κάμερα – εμένα – γελαστές και μου έλεγαν γελώντας κελαριστά «σταμάτα επιτέλους να ανησυχείς, θα βάζαμε το μωρό μας σε κίνδυνο; Δεν το βλέπεις πώς χαμογελά και χαίρεται πάνω στο κεφάλι μας; Νοιώθει ασφάλεια και σιγουριά – και εσύ να νοιώθεις έτσι, να μην έχεις αγωνία καμία…» ή «τόσα χιλιόμετρα περπατήσαμε για λίγο νερό, νομίζεις θα το διακινδυνεύαμε να μας χυθεί; Φοβητσιάρη!!!» Να πω την αλήθεια, τα χαρούμενα τραγουδίσματά τους δεν κατάφερναν να με καθησυχάσουν… αλλά όταν είδα πόσο σβέλτα η αδελφή μου μετέφερε το φέρετρο με την μάνα μου πάνω στο κεφάλι της, καταλαβαίνω ότι είχαν δίκιο και λυπάμαι που δεν μπόρεσα να αποφύγω όλη εκείνη την αγωνία.
… … … … … … … … … …
Εγώ το διάλεξα αυτό το φέρετρο. Η αδελφή μου, 23 χρονών, 4 χρόνια μεγαλύτερη, θα είχε κανονικά εκείνη το προνόμιο αυτής της επιλογής, όμως το βράδυ που πέθανε η μητέρα μου, έλειπε σε άλλη πόλη, για δουλειά. Ήμουν μόνος στο νοσοκομείο και όταν ο γιατρός μου είπε να βγω από το δωμάτιο για να κάνουν με το ειδικό μηχάνημα τις τυπικές, υποχρεωτικές από τον νόμο εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τον θάνατο, πήγα στο καρτοτηλέφωνο του ορόφου για να τηλεφωνήσω. Η αδελφή μου περίμενε το νέο, το ξέραμε ότι θα συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή.
Δεν γνωρίζω πώς, άλλα ένας εργολάβος κηδειών είχε ειδοποιηθεί για την μητέρα μου και με περίμενε στο διάδρομο του νοσοκομείου να τελειώσω το τηλεφώνημα. Την ώρα που μου έλεγε ότι θα πρέπει να περάσω από το μαγαζί του, δύο τετράγωνα από το αντικαρκινικό, για να προχωρήσουμε με τα διαδικαστικά, η θλίψη είχε πλημμυρίσει την καρδιά μου: «Τον κακομοίρη τον άνθρωπο…» σκεφτόμουν. «3 και 10 ξημερώματα 26 Δεκεμβρίου, βράδυ Χριστουγέννων και να βρίσκεται στον 3ο όροφο του Αγίου Σάββα, για να κλείσει δουλειά, να κανονίσει κηδεία… τον κακομοίρη…». Έμοιαζε 45άρης, σχεδόν συνομήλικος της μάνας μου. Αναρωτιόμουν, είχε παιδιά, οικογένεια, φίλους που κάπου γλεντούσαν αυτή τη στιγμή; Δεν του έλειπαν;
Περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι το γραφείο κηδειών στην ανατριχιαστική ησυχία της Χριστουγεννιάτικης βραδιάς. Έκανε μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να ανοίξει κουβέντα – και κάθε λίγα λεπτά γύριζε και με κοιτούσε διερευνητικά, στεναχωρημένα. Δεν έδινα σημασία ούτε στα λόγια ούτε στο βλέμμα του. Εκείνη την στιγμή το μόνο που με απασχολούσε ήταν να μου πει πόσο θα στοιχίσει η κηδεία. Και να μην είναι πολλά χρήματα. Με έβαλε να υπογράψω ένα χαρτί. Ύστερα κατεβήκαμε στο υπόγειο του μαγαζιού του. Ήταν μία μεγάλη αίθουσα, πλημμυρισμένη στο ψυχρό νέον φως, δροσερή, σχεδόν παγωμένη, με έκανε να αισθανθώ πως έμπαινα σε ένα γιγάντιο ψυγείο. Πάνω σε πάγκους και σε τραπέζια, όρθια στους τοίχους, υπήρχαν γύρω στα τριάντα, ίσως και περισσότερα, φέρετρα, όλων των μεγεθών και χρωμάτων. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία σε χρώματα φέρετρων. Κάποια ήταν ανοιχτά, με τα καπάκια τους δίπλα, να φαίνεται η φόδρα – άλλη αξιοθαύμαστη ποικιλία – τα περισσότερα κλειστά. Ο εργολάβος άρχισε να μου κάνει επίδειξη. Παίνευε το εμπόρευμά του, μου έλεγε «σε ένα τέτοιο έγινε η ταφή μίας εθνικής σταρ, η φόδρα αυτού είναι από πολύ μαλακό βελούδο, ετούτο είναι βαμμένο με πινέλο στα σκαλίσματα, χειροποίητο…».
Μου πήρε το χέρι και το ακούμπησε σε ένα καπάκι. Με περηφάνια με διαβεβαίωσε πόσο εξαιρετικό είναι αυτό το ξύλο, και ότι τα χερούλια είναι από… τι, δεν θυμάμαι. Τράβηξα το χέρι μου κάπως απότομα, με μία βία που με τρόμαξε περισσότερο από εκείνον, και του είπα να μου δείξει το πιο φθηνό. Το πιο φθηνό! Με κοίταξε απογοητευμένος. Άδικα χάλασε τη βραδιά και τη διασκέδασή του, δεν θα έκλεινε μεγάλη δουλειά. Με οδήγησε πάλι στο μαγαζί επάνω να μου δείξει το οικονομικό φέρετρο σε φωτογραφία, δεν το είχε εκεί, στο εκθετήριο – ψυγείο. Καθώς ανέβαινα την σκάλα από το υπόγειο, το μάτι μου έπεσε σε ένα ολόλευκο φέρετρο, μικρό, ούτε ένα μέτρο μήκος. Σκέφτηκα για τι περιπτώσεις είναι. Ένιωσα πως για μία στιγμή η καρδιά μου σταμάτησε και ξανάρχισε.
Αυτά έχουν μείνει στην μνήμη μου από την βραδιά που διάλεξα το φέρετρο που αργότερα θα κουβαλούσε παντού η αδελφή μου. Αν το ήξερα, ίσως να διάλεγα ένα άλλο, πιο ακριβό.
… … … … …
Την θυμάμαι τη μέρα που η αδελφή μου σταμάτησε να κουβαλά το φέρετρο της μάνας μας. Ήταν αρκετά χρόνια πριν, αρχή της άνοιξης, και είχαμε συναντηθεί στην Αποστόλου Παύλου, μετά το ραντεβού της με τον γιατρό που επιβεβαίωσε τα νέα: Σε 7 μήνες θα γινόταν μητέρα. Αφού είχαμε ήδη περάσει μαζί μισή ώρα, απολαμβάνοντας την γλύκα της Ακρόπολης, των περαστικών, του καιρού, συνειδητοποίησα πως το φορτίο που τόσα χρόνια κουβαλούσε δεν βρισκόταν πουθενά γύρω. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, να δω μήπως το είχε ακουμπήσει κάπου και δεν το είχα προσέξει, τίποτε. Είπα ψέματα πως θέλω να πάω στη τουαλέτα και έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητό της να δω αν το είχε αφήσει εκεί, όχι, όχι, κανένα ίχνος. Γύρισα στο τραπέζι και έκανα να την ρωτήσω, αλλά ήταν τόσο χαρούμενη. Δεν είπα λέξη.
Δημοσιεύτηκε στο fractalart.gr
Την έβλεπες στα περίπτερα, να ακουμπά το φέρετρο προσεκτικά στο πλάι, για να αγοράσει τσίχλες, εισιτήρια για το λεωφορείο, τσιγάρα, όταν ακόμα κάπνιζε… ή στην ουρά στην τράπεζα να το αφήνει στο χώρο υποδοχής και μετά, στην ουρά, να στρέφει το κεφάλι συνεχώς να κοιτάξει αν είναι εντάξει, καλά στερεωμένο στον τοίχο όπου το ακούμπησε. Να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχει κίνδυνος να πέσει.
Όταν αγόρασε ένα φθηνό, μεταχειρισμένο αυτοκίνητο – είχε πια κουραστεί να παρακαλάει τους ταξιτζήδες να της επιτρέψουν να έχει μαζί της στην κούρσα το φορτίο της και δεν άντεχε άλλο να την κοιτάζουν, απροκάλυπτα, ξεδιάντροπα, σαν τρελή στα μέσα μαζικής μεταφοράς – η ζωή της έγινε καλύτερη.
Στην αρχή το ακουμπούσε δίπλα της. Πέσαμε όλοι πάνω της, εγώ πρώτος. Της είπα «βάλε το ρε παιδί μου το ρημάδι στο πίσω κάθισμα, τι το θες στην θέση του συνοδηγού, δεν βλέπεις ότι σε εμποδίζει να αλλάξεις ταχύτητες; Άσε που κόβει και την οπτική επαφή με τον δεξιό καθρέφτη… Σε παρακαλώ, θα πάθεις κανένα ατύχημα, και μετά τι θα γίνω; Άλλον από σένα δεν έχω, είσαι όλη μου η οικογένεια τώρα πια!». Με άκουσε και με το φέρετρο στο πίσω κάθισμα οι ημέρες της έγιναν πιο εύκολες, πιο συμβατικές. Αν μη τι άλλο, όσοι την έβλεπαν στο τιμόνι από μακριά, δεν υποψιάζονταν ότι αυτή η ζωντανή, όλο ενέργεια και νεύρο κοπέλα που οδηγούσε με ένταση ήταν η «τρελή που κουβάλαγε το φέρετρο» για την οποία συζητούσαν στην πόλη.
Είχε χαθεί με όλους σχεδόν τους φίλους της… πάλι καλά που δεν ήταν εντελώς όλοι! Φαντάσου να πηγαίνεις να πιεις ένα καφέ με την παλιά σου συμμαθήτρια και εκείνη να εμφανίζεται στην καφετέρια με το φέρετρό της μάνας της – όχι, δεν τους κατηγορώ όσους την απέφευγαν, δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Της έμειναν μόνο ένας δύο παιδικοί, πολύ αγαπημένοι, φίλοι, που γνώριζαν και τη μάνα μας. Κάνανε τις συναντήσεις τους στο σπίτι της ή στο δικό τους, απέφευγαν το έξω. Όχι πως και εκεί δεν τους αγρίευε το φέρετρο, αλλά τουλάχιστον είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο αυτό, όχι και τα σχόλια των γύρω, τις διαμαρτυρίες, τα κλάματα και τις φωνές από τα φοβισμένα παιδάκια στα διπλανά τραπέζια.
Είναι δυνατή η αδελφή μου. Είχε καταφέρει να μπορεί να σηκώνει το φέρετρο με το ένα χέρι, να το χειρίζεται σαν να είναι προέκταση του κορμιού της. Όταν βάδιζε, το ακουμπούσε στον ώμο, πότε τον δεξί πότε τον αριστερό, ή, για πιο βολικά, το ισορροπούσε στο κεφάλι της, να έχει τα χέρια ελεύθερα, να μπορεί να απαντά στο κινητό τηλέφωνο, να πάρει κάτι από την τσάντα της, να φάει μία τυρόπιτα, να πιει νερό. Όταν την έβλεπα με το φέρετρο στερεωμένο στο κεφάλι, αλλά και τώρα που τη θυμάμαι, γέμιζε η καρδιά μου γλύκα και τα μάτια μου τρυφερά δάκρυα.
Μου θύμιζε τις Αφρικανές που είδα πριν από πολλά χρόνια σε ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Κουβαλούσαν με τον ίδιο τρόπο καλάθια με τα μωρά τους ή δοχεία με νερό. Μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση, πλημμύρισα αγάπη αλλά με έσφιξε και η αγωνία. «Δεν φοβούνται καθόλου μην τους πέσει το παιδί και χτυπήσει; Δεν ανησυχούν μην αναποδογυρίσει το δοχείο και χυθεί όλο το νερό και πάει στράφι ο κόπος τους;» αναρωτιόμουν… Αυτές, σαν να ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, κυκλοφορούσαν με άνεση και αυτοπεποίθηση. Κοιτούσαν την κάμερα – εμένα – γελαστές και μου έλεγαν γελώντας κελαριστά «σταμάτα επιτέλους να ανησυχείς, θα βάζαμε το μωρό μας σε κίνδυνο; Δεν το βλέπεις πώς χαμογελά και χαίρεται πάνω στο κεφάλι μας; Νοιώθει ασφάλεια και σιγουριά – και εσύ να νοιώθεις έτσι, να μην έχεις αγωνία καμία…» ή «τόσα χιλιόμετρα περπατήσαμε για λίγο νερό, νομίζεις θα το διακινδυνεύαμε να μας χυθεί; Φοβητσιάρη!!!» Να πω την αλήθεια, τα χαρούμενα τραγουδίσματά τους δεν κατάφερναν να με καθησυχάσουν… αλλά όταν είδα πόσο σβέλτα η αδελφή μου μετέφερε το φέρετρο με την μάνα μου πάνω στο κεφάλι της, καταλαβαίνω ότι είχαν δίκιο και λυπάμαι που δεν μπόρεσα να αποφύγω όλη εκείνη την αγωνία.
… … … … … … … … … …
Εγώ το διάλεξα αυτό το φέρετρο. Η αδελφή μου, 23 χρονών, 4 χρόνια μεγαλύτερη, θα είχε κανονικά εκείνη το προνόμιο αυτής της επιλογής, όμως το βράδυ που πέθανε η μητέρα μου, έλειπε σε άλλη πόλη, για δουλειά. Ήμουν μόνος στο νοσοκομείο και όταν ο γιατρός μου είπε να βγω από το δωμάτιο για να κάνουν με το ειδικό μηχάνημα τις τυπικές, υποχρεωτικές από τον νόμο εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τον θάνατο, πήγα στο καρτοτηλέφωνο του ορόφου για να τηλεφωνήσω. Η αδελφή μου περίμενε το νέο, το ξέραμε ότι θα συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή.
Δεν γνωρίζω πώς, άλλα ένας εργολάβος κηδειών είχε ειδοποιηθεί για την μητέρα μου και με περίμενε στο διάδρομο του νοσοκομείου να τελειώσω το τηλεφώνημα. Την ώρα που μου έλεγε ότι θα πρέπει να περάσω από το μαγαζί του, δύο τετράγωνα από το αντικαρκινικό, για να προχωρήσουμε με τα διαδικαστικά, η θλίψη είχε πλημμυρίσει την καρδιά μου: «Τον κακομοίρη τον άνθρωπο…» σκεφτόμουν. «3 και 10 ξημερώματα 26 Δεκεμβρίου, βράδυ Χριστουγέννων και να βρίσκεται στον 3ο όροφο του Αγίου Σάββα, για να κλείσει δουλειά, να κανονίσει κηδεία… τον κακομοίρη…». Έμοιαζε 45άρης, σχεδόν συνομήλικος της μάνας μου. Αναρωτιόμουν, είχε παιδιά, οικογένεια, φίλους που κάπου γλεντούσαν αυτή τη στιγμή; Δεν του έλειπαν;
Περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι το γραφείο κηδειών στην ανατριχιαστική ησυχία της Χριστουγεννιάτικης βραδιάς. Έκανε μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να ανοίξει κουβέντα – και κάθε λίγα λεπτά γύριζε και με κοιτούσε διερευνητικά, στεναχωρημένα. Δεν έδινα σημασία ούτε στα λόγια ούτε στο βλέμμα του. Εκείνη την στιγμή το μόνο που με απασχολούσε ήταν να μου πει πόσο θα στοιχίσει η κηδεία. Και να μην είναι πολλά χρήματα. Με έβαλε να υπογράψω ένα χαρτί. Ύστερα κατεβήκαμε στο υπόγειο του μαγαζιού του. Ήταν μία μεγάλη αίθουσα, πλημμυρισμένη στο ψυχρό νέον φως, δροσερή, σχεδόν παγωμένη, με έκανε να αισθανθώ πως έμπαινα σε ένα γιγάντιο ψυγείο. Πάνω σε πάγκους και σε τραπέζια, όρθια στους τοίχους, υπήρχαν γύρω στα τριάντα, ίσως και περισσότερα, φέρετρα, όλων των μεγεθών και χρωμάτων. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία σε χρώματα φέρετρων. Κάποια ήταν ανοιχτά, με τα καπάκια τους δίπλα, να φαίνεται η φόδρα – άλλη αξιοθαύμαστη ποικιλία – τα περισσότερα κλειστά. Ο εργολάβος άρχισε να μου κάνει επίδειξη. Παίνευε το εμπόρευμά του, μου έλεγε «σε ένα τέτοιο έγινε η ταφή μίας εθνικής σταρ, η φόδρα αυτού είναι από πολύ μαλακό βελούδο, ετούτο είναι βαμμένο με πινέλο στα σκαλίσματα, χειροποίητο…».
Μου πήρε το χέρι και το ακούμπησε σε ένα καπάκι. Με περηφάνια με διαβεβαίωσε πόσο εξαιρετικό είναι αυτό το ξύλο, και ότι τα χερούλια είναι από… τι, δεν θυμάμαι. Τράβηξα το χέρι μου κάπως απότομα, με μία βία που με τρόμαξε περισσότερο από εκείνον, και του είπα να μου δείξει το πιο φθηνό. Το πιο φθηνό! Με κοίταξε απογοητευμένος. Άδικα χάλασε τη βραδιά και τη διασκέδασή του, δεν θα έκλεινε μεγάλη δουλειά. Με οδήγησε πάλι στο μαγαζί επάνω να μου δείξει το οικονομικό φέρετρο σε φωτογραφία, δεν το είχε εκεί, στο εκθετήριο – ψυγείο. Καθώς ανέβαινα την σκάλα από το υπόγειο, το μάτι μου έπεσε σε ένα ολόλευκο φέρετρο, μικρό, ούτε ένα μέτρο μήκος. Σκέφτηκα για τι περιπτώσεις είναι. Ένιωσα πως για μία στιγμή η καρδιά μου σταμάτησε και ξανάρχισε.
Αυτά έχουν μείνει στην μνήμη μου από την βραδιά που διάλεξα το φέρετρο που αργότερα θα κουβαλούσε παντού η αδελφή μου. Αν το ήξερα, ίσως να διάλεγα ένα άλλο, πιο ακριβό.
… … … … …
Την θυμάμαι τη μέρα που η αδελφή μου σταμάτησε να κουβαλά το φέρετρο της μάνας μας. Ήταν αρκετά χρόνια πριν, αρχή της άνοιξης, και είχαμε συναντηθεί στην Αποστόλου Παύλου, μετά το ραντεβού της με τον γιατρό που επιβεβαίωσε τα νέα: Σε 7 μήνες θα γινόταν μητέρα. Αφού είχαμε ήδη περάσει μαζί μισή ώρα, απολαμβάνοντας την γλύκα της Ακρόπολης, των περαστικών, του καιρού, συνειδητοποίησα πως το φορτίο που τόσα χρόνια κουβαλούσε δεν βρισκόταν πουθενά γύρω. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, να δω μήπως το είχε ακουμπήσει κάπου και δεν το είχα προσέξει, τίποτε. Είπα ψέματα πως θέλω να πάω στη τουαλέτα και έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητό της να δω αν το είχε αφήσει εκεί, όχι, όχι, κανένα ίχνος. Γύρισα στο τραπέζι και έκανα να την ρωτήσω, αλλά ήταν τόσο χαρούμενη. Δεν είπα λέξη.
Δημοσιεύτηκε στο fractalart.gr
Tuesday, February 03, 2015
ραντεβού στην Πολιτεία
Φαντάζομαι ότι έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού. Στην γωνία
Ασκληπιού με Ακαδημίας. Είμαι αγχωμένος, αλλά και χαρούμενος. Πολύ. …και
τα δύο πολύ.
Πρόκειται να συναντηθώ με τον Άντον Τσέχωφ. Εμφανίζεται στην ώρα του, με απόλυτη ακρίβεια. περπατώντας αργά και κάπως κουρασμένα. Χαιρετιόμαστε, δεν μιλά Ελληνικά ή Αγγλικά, αλλά εγώ ψελλίζω τα λίγα Ρώσικα που έμαθα και δεν έχω ξεχάσει. Κάνουμε αργά τα λίγα βήματα προς το 1-3 της Ασκληπιού. Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Τον βοηθώ να κατέβει την απότομη σκάλα προς το τμήμα λογοτεχνίας (είναι άρρωστος, ασθενικός – αλλά κεφάτος). Όταν το μέγεθος του χώρου, η υπέροχη πλημμύρα των βιβλίων, αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του, στέκεται μαγεμένος. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε τέτοιο βιβλιοπωλείο…
Αφού συνέρχεται από την έκπληξη (... τοποθετώ ένα δάκρυ χαράς στα μάτια του, λόγω του εκδημοκρατισμού της αφήγησης, στην εποχή του βιβλία ήταν για λίγους και τώρα…) φαντάζομαι να ξεκινώ την ξενάγηση από το ράφι που βρίσκονται τα έργα του. Κάθεται, λαχανιασμένος από την λαχτάρα, σε ένα σκαμπό και περιεργάζεται τις πολλές, ωραίες, ελληνικές εκδόσεις που έχουν στο εξώφυλλο το όνομά του. Τα βιβλία του βρίσκονται σε δύο σημεία, εκτός από το τμήμα της Λογοτεχνίας υπάρχει και στο Θέατρο, αλλά αυτό θα του το πω με τρόπο – διάβασα κάπου ότι δεν ήθελε να τον θυμούνται ως θεατρικό συγγραφέα…
Μετά από λίγη ώρα, σταματά να περιεργάζεται τα βιβλία του (τον εντυπωσιάζουν οι γραφίστικες απεικονίσεις του προσώπου του, σε κάποια εξώφυλλα) και εξερευνούμε μαζί τον χώρο. Του δείχνω τους άλλους Ρώσους μεγάλους, κάποιους τους γνώρισε, πολλούς όχι. Του δείχνω και Έλληνες, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Χάκκα… Και μετά, μου έρχεται μία ιδέα… Θα του μαζέψω να του δείξω ένα βιβλίο από όλους τους μεγάλους σύγχρονους και Έλληνες συγγραφείς που τον αναφέρουν ως βαθειά και σημαντική επιρροή… Πόσο θα εκπλαγεί. Έχει άραγε ιδέα πόσο πολλά έκανε, και ας έζησε μόνο 40 κάτι χρόνια; Φαντάζεται πόσο και πόσους επηρέασε;
…Φαντάζομαι τρελά πράγματα στην Πολιτεία. Αναμενόμενο. Λίγοι χώροι έχουν τροφοδοτήσει με τόσο ισχυρή και εμπνευστική ενέργεια την σκέψη και την φαντασία μου. Γι αυτό, σαν το σκυλί του Παβλόφ, κάθε που την επισκέπτομαι, η φαντασία μου δημιουργεί τρέλες…
Πρόκειται να συναντηθώ με τον Άντον Τσέχωφ. Εμφανίζεται στην ώρα του, με απόλυτη ακρίβεια. περπατώντας αργά και κάπως κουρασμένα. Χαιρετιόμαστε, δεν μιλά Ελληνικά ή Αγγλικά, αλλά εγώ ψελλίζω τα λίγα Ρώσικα που έμαθα και δεν έχω ξεχάσει. Κάνουμε αργά τα λίγα βήματα προς το 1-3 της Ασκληπιού. Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Τον βοηθώ να κατέβει την απότομη σκάλα προς το τμήμα λογοτεχνίας (είναι άρρωστος, ασθενικός – αλλά κεφάτος). Όταν το μέγεθος του χώρου, η υπέροχη πλημμύρα των βιβλίων, αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του, στέκεται μαγεμένος. Δεν είχε δει ποτέ όσο ζούσε τέτοιο βιβλιοπωλείο…
Αφού συνέρχεται από την έκπληξη (... τοποθετώ ένα δάκρυ χαράς στα μάτια του, λόγω του εκδημοκρατισμού της αφήγησης, στην εποχή του βιβλία ήταν για λίγους και τώρα…) φαντάζομαι να ξεκινώ την ξενάγηση από το ράφι που βρίσκονται τα έργα του. Κάθεται, λαχανιασμένος από την λαχτάρα, σε ένα σκαμπό και περιεργάζεται τις πολλές, ωραίες, ελληνικές εκδόσεις που έχουν στο εξώφυλλο το όνομά του. Τα βιβλία του βρίσκονται σε δύο σημεία, εκτός από το τμήμα της Λογοτεχνίας υπάρχει και στο Θέατρο, αλλά αυτό θα του το πω με τρόπο – διάβασα κάπου ότι δεν ήθελε να τον θυμούνται ως θεατρικό συγγραφέα…
Μετά από λίγη ώρα, σταματά να περιεργάζεται τα βιβλία του (τον εντυπωσιάζουν οι γραφίστικες απεικονίσεις του προσώπου του, σε κάποια εξώφυλλα) και εξερευνούμε μαζί τον χώρο. Του δείχνω τους άλλους Ρώσους μεγάλους, κάποιους τους γνώρισε, πολλούς όχι. Του δείχνω και Έλληνες, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Χάκκα… Και μετά, μου έρχεται μία ιδέα… Θα του μαζέψω να του δείξω ένα βιβλίο από όλους τους μεγάλους σύγχρονους και Έλληνες συγγραφείς που τον αναφέρουν ως βαθειά και σημαντική επιρροή… Πόσο θα εκπλαγεί. Έχει άραγε ιδέα πόσο πολλά έκανε, και ας έζησε μόνο 40 κάτι χρόνια; Φαντάζεται πόσο και πόσους επηρέασε;
…Φαντάζομαι τρελά πράγματα στην Πολιτεία. Αναμενόμενο. Λίγοι χώροι έχουν τροφοδοτήσει με τόσο ισχυρή και εμπνευστική ενέργεια την σκέψη και την φαντασία μου. Γι αυτό, σαν το σκυλί του Παβλόφ, κάθε που την επισκέπτομαι, η φαντασία μου δημιουργεί τρέλες…
(από εδώ)
Thursday, January 29, 2015
Το αερόστατο και τα βαρίδια
Yπάρχει
ένα κινέζικο ρητό που λέει κάτι περίπου σαν «αλίμονο στον άνθρωπο που
ζει σε ενδιαφέρουσες εποχές». Την εποχή μας «ενδιαφέρουσα» είναι το
λιγότερο που μπορείς να την χαρακτηρίσεις. Από χθες, το «ενδιαφέρον»
κεφάλαιο στην ιστορία της Ελλάδας, άλλαξε παράγραφο. Αν και για να πω
την αλήθεια υποψιάζομαι ότι η ελληνική ιστορία δεν άλλαξε απλώς
παράγραφο αλλά και κεφάλαιο... ή ίσως άλλαξε μέχρι και τόμο...
Τι θα μας φέρει αυτή η καινούργια μέρα; Κανείς δεν μπορεί
να πει με σιγουριά. Πέρα από τα πρώτα αυθόρμητα συναισθήματα, την χαρά,
την ικανοποίηση, μια μικρή έκπληξη για το εύρος της νίκης, έχω φόβους
και ελπίδες για αυτήν την επόμενη παράγραφο/κεφάλαιο/τόμο.
Ας αρχίσω όμως με κάτι που έχω την ανάγκη να εκφράσω. Δεν
αποτελεί «μεγαλοθυμία», ούτε «αβρότητα» - δεν είμαι παράγοντας, ούτε έχω
ρόλο, απόψεις μόνο διατυπώνω. Το μόνο μου χρέος είναι να τις διατυπώνω
με σαφήνεια και με ειλικρίνια. Και θα ήθελα να πω το εξής: ήμουν
λυσσαλέα κατά του ενδεχόμενου να ξανακυβερνήσει η απερχόμενη κυβέρνηση.
Λυσσαλέα. Όχι όμως διότι πίστεψα ποτέ πως ο πρώην πρωθυπουργός ήταν
προδότης ή κακόβουλος. Κάθε άλλο. Αντίθετα, υπήρχε ένα διάστημα που όσο
και να διαφωνούσα με τις ενέργειές του, «ένοιωθα» στον Σαμαρά ότι
πραγματικά πίστευε πως λειτουργούσε για το καλό της χώρας. Δεν ξέρω την
προέλευση αυτής της σιγουριάς - ήταν ψυχομπάμπλ, αυταπάτη, ένστικτο
σωστό; Δεν έχει σημασία – σημασία έχει ότι κάποτε ο Σαμαράς με έπειθε
πολύ για τις προθέσεις του. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, με έπειθε
όλο και λιγότερο – και κάποια στιγμή απλώς διαπίστωσα ότι οι καλές
προθέσεις του δεν αρκούσαν για να υπερνικήσουν τα άπειρα εμπόδια στο να
λειτουργήσει με βάση τα καλά και συμφέροντα του λαού που υπηρετούσε. Και
τότε, θέλησα να φύγει. Λυσσαλέα, ξαναλέω. Αλλά, ας μην ξεχνάμε το εξής:
Ο άνθρωπος που απέτυχε, δεν είναι το ίδιο με τον «προδότη». Αυτό ας το
θυμόμαστε.
(σημείωση αναγνώστη: φωτό υποψήφια για το μέγα βραβείο "άσχετη με το άρθρο φωτογραφία" 2015)
Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Ως παλιός υποστηρικτής της νέας πρότασης που χθες πήρε την εντολή να αναλάβει τα ηνία, υπάρχουν κάποια δεδομένα που φοβάμαι. Ο πρώτος μου και σημαντικός φόβος είναι μη τυχόν και το κατεστημένο, η παλιά οργάνωση των πραγμάτων, υπονομεύσει την νέα αυτή ομάδα - ξεχνώντας κάτι πολύ σημαντικό, το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο: Ότι η επιτυχία της νέας κυβέρνησης είναι επιτυχία όλης της Ελλάδας. Και ότι το καλό της πατρίδας μας είναι πάνω και πέρα από εκδικητικότητες και τρικλοποδιές.
Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Ως παλιός υποστηρικτής της νέας πρότασης που χθες πήρε την εντολή να αναλάβει τα ηνία, υπάρχουν κάποια δεδομένα που φοβάμαι. Ο πρώτος μου και σημαντικός φόβος είναι μη τυχόν και το κατεστημένο, η παλιά οργάνωση των πραγμάτων, υπονομεύσει την νέα αυτή ομάδα - ξεχνώντας κάτι πολύ σημαντικό, το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο: Ότι η επιτυχία της νέας κυβέρνησης είναι επιτυχία όλης της Ελλάδας. Και ότι το καλό της πατρίδας μας είναι πάνω και πέρα από εκδικητικότητες και τρικλοποδιές.
Το
δεύτερο που φοβάμαι έχει να κάνει με την ίδια την νέα οργάνωση που ήρθε
στα πράγματα. Ομολογώ ότι ανησυχώ μήπως η πραγματικότητα της
διακυβέρνησης, του να εξασκείς εξουσία, του να πρέπει να κάνεις αντί να
λες τι ΘΑ κάνεις, πιάσει εξαπίνης και μπλοκάρει την νέα ομάδα εξουσίας.
Θέλω να πιστεύω, καλοπροαίρετα, ως Έλληνας σκεφτόμενος, ότι αυτό
εξουδετέρωσε τους προηγούμενους, ότι αυτό τους έκανε να ξεχάσουν ότι
υπηρετούν τον λαό και ότι πρέπει να τον προστατεύουν, όχι να τον
τρομάζουν και να τον τσαμπουκαλεύουν. (τεράστια παρένθεση: Ο άνθρωπος ή
οι άνθρωποι που οδήγησαν τον πρώην πρωθυπουργό στην απόφαση να εγκρίνει
την διαφήμιση με τους τίτλους εφημερίδας, σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ,
«η χώρα χωρίς βενζίνη/οι τράπεζες κλειστές/κλπ κλπ» πρέπει να
εξαφανιστούν από δίπλα του το συντομότερο δυνατό. Λίγες ώρες μετά που
άρχισε να μεταδίδεται αυτή η ντροπή, άνθρωποι γύρω μου που έβλεπαν με
σχετική συμπάθεια τον Σαμαρά είχαν γίνει φανατικοί εναντίον του -
αναμενόμενο: όταν προσπαθήσεις να με τσαμπουκαλέψεις, από γινάτι και
μόνο, θα σε αδειάσω...)
Σήμερα έχουμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα δεν φαίνεται να
καταρρέει το κράτος, η Ευρώπη, οι αγορές, τα νεύρα της Μέρκελ, τα
βενζινάδικα. Σήμερα ένα νέο αίσθημα υπάρχει στον αέρα. Και εγώ, όπως και
όλοι όσοι υποστηρίξαμε την νέα εποχή, περιμένουμε η ρητορική του πρώτου
κόμματος, η αφήγησή του, να γίνει πράξη και να φανεί στις ζωές μας,
έστω και εν μέρει, έστω και σταδιακά. Δεν αναμένουμε θαύματα, δεν
αναμένουμε χωρισμούς υδάτων. Από την άλλη όμως δεν στηρίξαμε ΣΥΡΙΖΑ
απλώς για να αλλάξουν οι φάτσες, απλώς επειδή βαρεθήκαμε τα ίδια και τα
ίδια πρόσωπα. Αναμένουμε... κάτι. Σίγουρα αναμένουμε κάτι. Και αυτό που
περιμένουμε δεν θέλουμε να είναι μόνο η αλλαγή στην ψυχολογία των
ανθρώπων που μέχρι προχτές ήταν απελπισμένοι και ένοιωθαν αποκλεισμένοι
από την πρόσβαση στην ελπίδα. Ναι, είναι σημαντική, εξαιρετικά σημαντική
η αλλαγή ψυχολογίας, οι σπουδαιότεροι οικονομολόγοι λένε ότι η
οικονομία, η ίδια η συνοχή της κοινωνίας είναι ψυχολογία, αλλά θέλουμε
και άλλα. Απτά και πραγματικά, πρακτικά πράγματα.
Εύχομαι οι νέοι άνθρωποι που αναλαμβάνουν ρόλο να έχουν την
αυτογνωσία ότι δεν είναι ψημένοι αλλά και να υπολογίζουν τις
πιθανότητες «υπονόμευσης». Και να λειτουργούν ανάλογα.
Εύχομαι και ελπίζω οι αριστεροί να επιδείξουν ουσιαστικές
ποιοτικές διαφορές. Να αφήσουν τα παλιά modus operandi και να
αποφασίσουν να παίξουν σε άλλο, δυσκολότερο αλλά ουσιαστικότερο γήπεδο.
Να μην αλληλοχαϊδεύονται. Να μην κάνουν ότι δεν βλέπουν τις ανεπάρκειές
τους – έτσι ώστε να μπορούν να τις διαχειριστούν. Να αλληλοελέγχονται.
Να γκρινιάζουν. Να επικροτούν το καλό. Να αλληλοεπιδρούν. Να αναθεωρούν.
Να διστάζουν, μέχρι να αποφασίσουν. Να είναι αβέβαιοι. Αλλά και να
ενθουσιάζονται. Να είναι αποφασιστικοί. Όπως κάνουν οι κανονικοί
άνθρωποι δηλαδή.
Έχω πολλούς φίλους που στήριξαν την παλιά κατάσταση. Ξέρω
πως έκαναν αυτό που πίστευαν ότι είναι το καλλίτερο για την χώρα. Τώρα
όμως ας κάνουμε όλοι αυτό που είναι το καλλίτερο για την χώρα. Ας
συμφωνήσουμε στο ότι ενδιαφερόμαστε για την Ελλάδα. Χωρίς ρεβανσισμούς
από την μία πλευρά. Και χωρίς υπονομεύσεις από την άλλη.
Σήμερα το πρωί ένα αερόστατο κυκλοφορεί στον ουρανό της
χώρας. Έχει ενέργεια ανόδου, την καλή ψυχολογία των ανθρώπων που
ελπίζουν να αποκτήσουν πρόσβαση στην ελπίδα. Έχει και βάρη, την ανησυχία
και τους φόβους για την εκδικητικότητα των πρώην και της σχετικής
απειρίας των νυν. Αλλά όταν πετάς, φοβάσαι. Είναι το αναμενόμενο. Αν δεν
θες να φοβηθείς, δεν θα πετάξεις ποτέ. Let’s fly.
από εδώ, toportal
από εδώ, toportal
πάρχει
ένα κινέζικο ρητό που λέει κάτι περίπου σαν «αλίμονο στον άνθρωπο που
ζει σε ενδιαφέρουσες εποχές». Την εποχή μας «ενδιαφέρουσα» είναι το
λιγότερο που μπορείς να την χαρακτηρίσεις. Από χθες, το «ενδιαφέρον»
κεφάλαιο στην ιστορία της Ελλάδας, άλλαξε παράγραφο. Αν και για να πω
την αλήθεια υποψιάζομαι ότι η ελληνική ιστορία δεν άλλαξε απλώς
παράγραφο αλλά και κεφάλαιο... ή ίσως άλλαξε μέχρι και τόμο...
Τι θα μας φέρει αυτή η καινούργια μέρα; Κανείς δεν μπορεί
να πει με σιγουριά. Πέρα από τα πρώτα αυθόρμητα συναισθήματα, την χαρά,
την ικανοποίηση, μια μικρή έκπληξη για το εύρος της νίκης, έχω φόβους
και ελπίδες για αυτήν την επόμενη παράγραφο/κεφάλαιο/τόμο.
Ας αρχίσω όμως με κάτι που έχω την ανάγκη να εκφράσω. Δεν
αποτελεί «μεγαλοθυμία», ούτε «αβρότητα» - δεν είμαι παράγοντας, ούτε έχω
ρόλο, απόψεις μόνο διατυπώνω. Το μόνο μου χρέος είναι να τις διατυπώνω
με σαφήνεια και με ειλικρίνια. Και θα ήθελα να πω το εξής: ήμουν
λυσσαλέα κατά του ενδεχόμενου να ξανακυβερνήσει η απερχόμενη κυβέρνηση.
Λυσσαλέα. Όχι όμως διότι πίστεψα ποτέ πως ο πρώην πρωθυπουργός ήταν
προδότης ή κακόβουλος. Κάθε άλλο. Αντίθετα, υπήρχε ένα διάστημα που όσο
και να διαφωνούσα με τις ενέργειές του, «ένοιωθα» στον Σαμαρά ότι
πραγματικά πίστευε πως λειτουργούσε για το καλό της χώρας. Δεν ξέρω την
προέλευση αυτής της σιγουριάς - ήταν ψυχομπάμπλ, αυταπάτη, ένστικτο
σωστό; Δεν έχει σημασία – σημασία έχει ότι κάποτε ο Σαμαράς με έπειθε
πολύ για τις προθέσεις του. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, με έπειθε
όλο και λιγότερο – και κάποια στιγμή απλώς διαπίστωσα ότι οι καλές
προθέσεις του δεν αρκούσαν για να υπερνικήσουν τα άπειρα εμπόδια στο να
λειτουργήσει με βάση τα καλά και συμφέροντα του λαού που υπηρετούσε. Και
τότε, θέλησα να φύγει. Λυσσαλέα, ξαναλέω. Αλλά, ας μην ξεχνάμε το εξής:
Ο άνθρωπος που απέτυχε, δεν είναι το ίδιο με τον «προδότη». Αυτό ας το
θυμόμαστε.
Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Ως παλιός υποστηρικτής της νέας
πρότασης που χθες πήρε την εντολή να αναλάβει τα ηνία, υπάρχουν κάποια
δεδομένα που φοβάμαι. Ο πρώτος μου και σημαντικός φόβος είναι μη τυχόν
και το κατεστημένο, η παλιά οργάνωση των πραγμάτων, υπονομεύσει την νέα
αυτή ομάδα - ξεχνώντας κάτι πολύ σημαντικό, το σημαντικότερο και
ουσιαστικότερο: Ότι η επιτυχία της νέας κυβέρνησης είναι επιτυχία όλης
της Ελλάδας. Και ότι το καλό της πατρίδας μας είναι πάνω και πέρα από
εκδικητικότητες και τρικλοποδιές.
Το
δεύτερο που φοβάμαι έχει να κάνει με την ίδια την νέα οργάνωση που ήρθε
στα πράγματα. Ομολογώ ότι ανησυχώ μήπως η πραγματικότητα της
διακυβέρνησης, του να εξασκείς εξουσία, του να πρέπει να κάνεις αντί να
λες τι ΘΑ κάνεις, πιάσει εξαπίνης και μπλοκάρει την νέα ομάδα εξουσίας.
Θέλω να πιστεύω, καλοπροαίρετα, ως Έλληνας σκεφτόμενος, ότι αυτό
εξουδετέρωσε τους προηγούμενους, ότι αυτό τους έκανε να ξεχάσουν ότι
υπηρετούν τον λαό και ότι πρέπει να τον προστατεύουν, όχι να τον
τρομάζουν και να τον τσαμπουκαλεύουν. (τεράστια παρένθεση: Ο άνθρωπος ή
οι άνθρωποι που οδήγησαν τον πρώην πρωθυπουργό στην απόφαση να εγκρίνει
την διαφήμιση με τους τίτλους εφημερίδας, σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ,
«η χώρα χωρίς βενζίνη/οι τράπεζες κλειστές/κλπ κλπ» πρέπει να
εξαφανιστούν από δίπλα του το συντομότερο δυνατό. Λίγες ώρες μετά που
άρχισε να μεταδίδεται αυτή η ντροπή, άνθρωποι γύρω μου που έβλεπαν με
σχετική συμπάθεια τον Σαμαρά είχαν γίνει φανατικοί εναντίον του -
αναμενόμενο: όταν προσπαθήσεις να με τσαμπουκαλέψεις, από γινάτι και
μόνο, θα σε αδειάσω...)
Σήμερα έχουμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα δεν φαίνεται να
καταρρέει το κράτος, η Ευρώπη, οι αγορές, τα νεύρα της Μέρκελ, τα
βενζινάδικα. Σήμερα ένα νέο αίσθημα υπάρχει στον αέρα. Και εγώ, όπως και
όλοι όσοι υποστηρίξαμε την νέα εποχή, περιμένουμε η ρητορική του πρώτου
κόμματος, η αφήγησή του, να γίνει πράξη και να φανεί στις ζωές μας,
έστω και εν μέρει, έστω και σταδιακά. Δεν αναμένουμε θαύματα, δεν
αναμένουμε χωρισμούς υδάτων. Από την άλλη όμως δεν στηρίξαμε ΣΥΡΙΖΑ
απλώς για να αλλάξουν οι φάτσες, απλώς επειδή βαρεθήκαμε τα ίδια και τα
ίδια πρόσωπα. Αναμένουμε... κάτι. Σίγουρα αναμένουμε κάτι. Και αυτό που
περιμένουμε δεν θέλουμε να είναι μόνο η αλλαγή στην ψυχολογία των
ανθρώπων που μέχρι προχτές ήταν απελπισμένοι και ένοιωθαν αποκλεισμένοι
από την πρόσβαση στην ελπίδα. Ναι, είναι σημαντική, εξαιρετικά σημαντική
η αλλαγή ψυχολογίας, οι σπουδαιότεροι οικονομολόγοι λένε ότι η
οικονομία, η ίδια η συνοχή της κοινωνίας είναι ψυχολογία, αλλά θέλουμε
και άλλα. Απτά και πραγματικά, πρακτικά πράγματα.
Εύχομαι οι νέοι άνθρωποι που αναλαμβάνουν ρόλο να έχουν την
αυτογνωσία ότι δεν είναι ψημένοι αλλά και να υπολογίζουν τις
πιθανότητες «υπονόμευσης». Και να λειτουργούν ανάλογα.
Εύχομαι και ελπίζω οι αριστεροί να επιδείξουν ουσιαστικές
ποιοτικές διαφορές. Να αφήσουν τα παλιά modus operandi και να
αποφασίσουν να παίξουν σε άλλο, δυσκολότερο αλλά ουσιαστικότερο γήπεδο.
Να μην αλληλοχαϊδεύονται. Να μην κάνουν ότι δεν βλέπουν τις ανεπάρκειές
τους – έτσι ώστε να μπορούν να τις διαχειριστούν. Να αλληλοελέγχονται.
Να γκρινιάζουν. Να επικροτούν το καλό. Να αλληλοεπιδρούν. Να αναθεωρούν.
Να διστάζουν, μέχρι να αποφασίσουν. Να είναι αβέβαιοι. Αλλά και να
ενθουσιάζονται. Να είναι αποφασιστικοί. Όπως κάνουν οι κανονικοί
άνθρωποι δηλαδή.
Έχω πολλούς φίλους που στήριξαν την παλιά κατάσταση. Ξέρω
πως έκαναν αυτό που πίστευαν ότι είναι το καλλίτερο για την χώρα. Τώρα
όμως ας κάνουμε όλοι αυτό που είναι το καλλίτερο για την χώρα. Ας
συμφωνήσουμε στο ότι ενδιαφερόμαστε για την Ελλάδα. Χωρίς ρεβανσισμούς
από την μία πλευρά. Και χωρίς υπονομεύσεις από την άλλη.
Σήμερα το πρωί ένα αερόστατο κυκλοφορεί στον ουρανό της
χώρας. Έχει ενέργεια ανόδου, την καλή ψυχολογία των ανθρώπων που
ελπίζουν να αποκτήσουν πρόσβαση στην ελπίδα. Έχει και βάρη, την ανησυχία
και τους φόβους για την εκδικητικότητα των πρώην και της σχετικής
απειρίας των νυν. Αλλά όταν πετάς, φοβάσαι. Είναι το αναμενόμενο. Αν δεν
θες να φοβηθείς, δεν θα πετάξεις ποτέ. Let’s fly.
- See more at: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politikh&id=6873#sthash.BRo6DPcs.v2XChpLd.dpufSunday, December 28, 2014
Η τέχνη δεν σε κάνει ευτυχισμένο
Θυμάμαι τον Αύγουστο που δολοφονήθηκε ο Ταχτσής. Ηταν πραγματικά ένας
τρομερός μήνας Αύγουστος. Ενα κύμα φρίκης διέτρεξε τη χώρα, πάρα το
γεγονός ότι τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, ούτε στην
τηλεόραση ούτε στο ραδιόφωνο. Και δεν υπήρχαν βέβαια internet, facebook
και twitter. Ωστόσο, και μόνο με την αναμετάδοση και κάλυψη του φρικτού
εγκλήματος από τα λιγοστά κρατικά κανάλια και τις εφημερίδες, όλοι
ήμασταν για βδομάδες συγκλονισμένοι.
Ημουν τότε 15 ετών. Θα πήγαινα γ” γυμνασίου. Με αφορμή τη δολοφονία άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου για πτυχές και εκφάνσεις του βίου των ανθρώπων που «κάνουν γκελ με το χάος», όπως είχε πει για τον Κώστα Ταχτσή ο Γιάννης Τσαρούχης: Ενας σημαντικός συγγραφέας που ντύνεται γυναικεία και εκδίδεται, μοναξιά και αυτοτιμωρία, νύχτες άγριες και περιπέτειες, ξυλοδαρμοί και καυγάδες… και ένα σπίτι κάπου στον Κολωνό, ένα φρικιαστικό σκηνικό για το οποίο διαβάζαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και το οποίο έκρυβε μια ζωή τόσο διαφορετική, τόσο ιδιαίτερη, τόσο κοντινή στο χάος.
Τότε είχα διαβάσει λίγο Ταχτσή στη ζωή μου -από κάποιο αναγνωστικό του σχολείου- και δεν είχα γνώση και αίσθηση της σπουδαίας του επίδρασης στα ελληνικά γράμματα και την ιστορία. Τη διαπίστωσα όταν, με αφορμή τη δολοφονία του και το μυστήριο που ακόμα σήμερα, 26 χρόνια μετά την περιβάλλει, άρχισα να γνωρίζω τα κείμενά του. Οσο και αν με είχε προετοιμάσει η μεγάλη δημοσιότητα γύρω από το όνομά του, όσο και αν ήξερα ότι έπρεπε να περιμένω πολλά, αφού έχαιρε του σεβασμού σπουδαίων ανθρώπων, η σημασία του έργου του όταν άρχισα να τη βιώνω ο ίδιος με άφησε έκπληκτο.
Είναι σπουδαία, καίρια, αφάνταστα ουσιαστική η αξία της επίδρασης της αυθεντικής λογοτεχνίας. Το να γνωρίζεις έναν συγγραφέα που σου μιλά καθαρά, το να συνομιλείς με ένα κείμενο που αισθάνεσαι να σε αφορά είναι κατά την άποψή μου ένα τόσο σπουδαίο γεγονός (και, άραγε, εξίσου σπάνιο;) όσο και το να γνωρίζεις την αδελφή ψυχή σου, ή τον σπουδαιότερο και πιο μεγάλο έρωτα στη ζωή σου. Είναι ελπίδα. Είναι παρηγοριά. Είναι λυτρωτική αίσθηση πως δεν είσαι μόνος. Είναι ένας ψίθυρος στο αυτί από κάποιον που εμπιστεύεσαι, επειδή σου μιλά με κατανοητό τρόπο ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι ξέσπασμα στην αγκαλιά κάποιου που απλώς το μόνο που θέλει από σένα είναι να σε κρατά όσο κλαις. Και τίποτε άλλο. Είναι βιωμένη τρυφερότητα.
Σήμερα, ξαναζώ εκείνες τις τρομακτικές στιγμές του Αυγούστου του 1988. Ενας εξίσου σπουδαίος συγγραφέας, Ελληνας και ελληνικός μέχρι το μεδούλι του, βρέθηκε δολοφονημένος. Σιγά σιγά αρχίζουν και έρχονται στην επιφάνεια περισσότερες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Βέβαια, σήμερα υπάρχουν διαφορές. Σημαντικές. Τώρα έχουμε χιλιάδες μέσα ενημέρωσης. Τώρα όλοι μπορούμε να φωνάζουμε, εκτός από το να ακούμε. Τώρα, δεν ξέρουμε πού να πρωτοκοιτάξουμε για να μάθουμε λεπτομέρειες της φρίκης. Τώρα η φρίκη αυτή ξεχνιέται πιο γρήγορα· άλλα, καινούργια θέματα έρχονται στην επιφάνεια. Και φεύγουν και αυτά για να έρθουν πάλι πιο καινούργια. Και η γη γυρίζει, και η γη γυρίζει.
Είμαι και εγώ διαφορετικός σήμερα. Δεν είμαι 15, αλλά 42. Δεν με τρομάζουν οι δολοφονίες. Δεν με εντυπωσιάζουν οι κρυφές ζωές. Δεν χρειάζομαι πρότυπα και έμαθα πια να παρηγορώ ο ίδιος τον εαυτό μου για όσα με κάνουν να θέλω να κλάψω. Τα κείμενα, ακόμα και τα σπουδαία κείμενα, δεν με επηρεάζουν τόσο όσο κάποτε – ίσως διότι έκαψα φλάντζα, ίσως επειδή δεν τους αφιερώνω τον χρόνο και τη διάθεση καρδιάς με τα οποία διάβαζα κάποτε. Ομως έτσι είναι η ζωή, μεγαλώνουμε… και εξάλλου, η γη γυρίζει, η γη γυρίζει.
Αλλά, να… πριν από μερικές ημέρες, μόλις είχα πέσει στο κρεβάτι να κοιμηθώ. Ολη την ημέρα διάβαζα μερικά από τα εκθειαστικά, υμνητικά, δίκαια κείμενα σπουδαίων ανθρώπων για την αξία του Μένη Κουμανταρέα. Και ξαναδιάβασα και κάμποσες σελίδες από τη «Βιοτεχνία υαλικών» – αλλά όχι πολλές, δεν μπόρεσα.
Και έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μετά από όλα αυτά τα διαβάσματα, μέσα στο σκοτάδι, με τον ήχο της μοναχικότητας να με περιβάλλει, συνειδητοποίησα κάτι. Που με τρόμαξε. Κάτι με το οποίο δεν θα ήθελα να συμφιλιωθώ ποτέ. Πως σε αντίθεση με τη λογοτεχνία, στην πραγματική ζωή οι καλοί δεν βγαίνουν νικητές. Πως στην πραγματική ζωή οι συγγραφείς δολοφονούνται. Πως δημιουργοί που μας προσφέρουν παρηγοριά, τη λυτρωτική αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι όταν πονάμε, άνθρωποι που χαρίζουν -δουλεύοντας στη μοναξιά και το σκοτάδι- στιγμές φωτός και αυτογνωσίας και κοινότητας σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες, δεν έχουν ζωή με happy end. Αντίθετα, πεθαίνουν μόνοι… και ακόμα χειρότερα, δολοφονούνται. Κάποιοι άλλοι, ακόμα πιο τραγικά, ζουν μόνοι. Ισως και για μια ολόκληρη ζωή. Ισως μακριά από τη φύση και την αλήθεια τους. Ισως και κόντρα στις αρχές που κηρύττουν με τα έργα τους: την ελευθερία, την αποδοχή, τη συμφιλίωση, τη συγχώρεση – προς τον ίδιο τον εαυτό τους.
Οχι τελικά. Η τέχνη, ακόμα και η σπουδαία τέχνη, δεν σε κάνει ευτυχισμένο. Ή δεν σου χαρίζει το γλυκό τέλος που ονειρεύονταν οι αρχαίοι Ελληνες. Αυτή είναι μια αλήθεια για την οποία θα χρειαζόμαστε πάντα την παρηγοριά της λογοτεχνίας.
πρώτη δημοσίευση στην Εφημερίδα Metropolis
Ημουν τότε 15 ετών. Θα πήγαινα γ” γυμνασίου. Με αφορμή τη δολοφονία άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου για πτυχές και εκφάνσεις του βίου των ανθρώπων που «κάνουν γκελ με το χάος», όπως είχε πει για τον Κώστα Ταχτσή ο Γιάννης Τσαρούχης: Ενας σημαντικός συγγραφέας που ντύνεται γυναικεία και εκδίδεται, μοναξιά και αυτοτιμωρία, νύχτες άγριες και περιπέτειες, ξυλοδαρμοί και καυγάδες… και ένα σπίτι κάπου στον Κολωνό, ένα φρικιαστικό σκηνικό για το οποίο διαβάζαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και το οποίο έκρυβε μια ζωή τόσο διαφορετική, τόσο ιδιαίτερη, τόσο κοντινή στο χάος.
Τότε είχα διαβάσει λίγο Ταχτσή στη ζωή μου -από κάποιο αναγνωστικό του σχολείου- και δεν είχα γνώση και αίσθηση της σπουδαίας του επίδρασης στα ελληνικά γράμματα και την ιστορία. Τη διαπίστωσα όταν, με αφορμή τη δολοφονία του και το μυστήριο που ακόμα σήμερα, 26 χρόνια μετά την περιβάλλει, άρχισα να γνωρίζω τα κείμενά του. Οσο και αν με είχε προετοιμάσει η μεγάλη δημοσιότητα γύρω από το όνομά του, όσο και αν ήξερα ότι έπρεπε να περιμένω πολλά, αφού έχαιρε του σεβασμού σπουδαίων ανθρώπων, η σημασία του έργου του όταν άρχισα να τη βιώνω ο ίδιος με άφησε έκπληκτο.
Είναι σπουδαία, καίρια, αφάνταστα ουσιαστική η αξία της επίδρασης της αυθεντικής λογοτεχνίας. Το να γνωρίζεις έναν συγγραφέα που σου μιλά καθαρά, το να συνομιλείς με ένα κείμενο που αισθάνεσαι να σε αφορά είναι κατά την άποψή μου ένα τόσο σπουδαίο γεγονός (και, άραγε, εξίσου σπάνιο;) όσο και το να γνωρίζεις την αδελφή ψυχή σου, ή τον σπουδαιότερο και πιο μεγάλο έρωτα στη ζωή σου. Είναι ελπίδα. Είναι παρηγοριά. Είναι λυτρωτική αίσθηση πως δεν είσαι μόνος. Είναι ένας ψίθυρος στο αυτί από κάποιον που εμπιστεύεσαι, επειδή σου μιλά με κατανοητό τρόπο ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι ξέσπασμα στην αγκαλιά κάποιου που απλώς το μόνο που θέλει από σένα είναι να σε κρατά όσο κλαις. Και τίποτε άλλο. Είναι βιωμένη τρυφερότητα.
Σήμερα, ξαναζώ εκείνες τις τρομακτικές στιγμές του Αυγούστου του 1988. Ενας εξίσου σπουδαίος συγγραφέας, Ελληνας και ελληνικός μέχρι το μεδούλι του, βρέθηκε δολοφονημένος. Σιγά σιγά αρχίζουν και έρχονται στην επιφάνεια περισσότερες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Βέβαια, σήμερα υπάρχουν διαφορές. Σημαντικές. Τώρα έχουμε χιλιάδες μέσα ενημέρωσης. Τώρα όλοι μπορούμε να φωνάζουμε, εκτός από το να ακούμε. Τώρα, δεν ξέρουμε πού να πρωτοκοιτάξουμε για να μάθουμε λεπτομέρειες της φρίκης. Τώρα η φρίκη αυτή ξεχνιέται πιο γρήγορα· άλλα, καινούργια θέματα έρχονται στην επιφάνεια. Και φεύγουν και αυτά για να έρθουν πάλι πιο καινούργια. Και η γη γυρίζει, και η γη γυρίζει.
Είμαι και εγώ διαφορετικός σήμερα. Δεν είμαι 15, αλλά 42. Δεν με τρομάζουν οι δολοφονίες. Δεν με εντυπωσιάζουν οι κρυφές ζωές. Δεν χρειάζομαι πρότυπα και έμαθα πια να παρηγορώ ο ίδιος τον εαυτό μου για όσα με κάνουν να θέλω να κλάψω. Τα κείμενα, ακόμα και τα σπουδαία κείμενα, δεν με επηρεάζουν τόσο όσο κάποτε – ίσως διότι έκαψα φλάντζα, ίσως επειδή δεν τους αφιερώνω τον χρόνο και τη διάθεση καρδιάς με τα οποία διάβαζα κάποτε. Ομως έτσι είναι η ζωή, μεγαλώνουμε… και εξάλλου, η γη γυρίζει, η γη γυρίζει.
Αλλά, να… πριν από μερικές ημέρες, μόλις είχα πέσει στο κρεβάτι να κοιμηθώ. Ολη την ημέρα διάβαζα μερικά από τα εκθειαστικά, υμνητικά, δίκαια κείμενα σπουδαίων ανθρώπων για την αξία του Μένη Κουμανταρέα. Και ξαναδιάβασα και κάμποσες σελίδες από τη «Βιοτεχνία υαλικών» – αλλά όχι πολλές, δεν μπόρεσα.
Και έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μετά από όλα αυτά τα διαβάσματα, μέσα στο σκοτάδι, με τον ήχο της μοναχικότητας να με περιβάλλει, συνειδητοποίησα κάτι. Που με τρόμαξε. Κάτι με το οποίο δεν θα ήθελα να συμφιλιωθώ ποτέ. Πως σε αντίθεση με τη λογοτεχνία, στην πραγματική ζωή οι καλοί δεν βγαίνουν νικητές. Πως στην πραγματική ζωή οι συγγραφείς δολοφονούνται. Πως δημιουργοί που μας προσφέρουν παρηγοριά, τη λυτρωτική αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι όταν πονάμε, άνθρωποι που χαρίζουν -δουλεύοντας στη μοναξιά και το σκοτάδι- στιγμές φωτός και αυτογνωσίας και κοινότητας σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες, δεν έχουν ζωή με happy end. Αντίθετα, πεθαίνουν μόνοι… και ακόμα χειρότερα, δολοφονούνται. Κάποιοι άλλοι, ακόμα πιο τραγικά, ζουν μόνοι. Ισως και για μια ολόκληρη ζωή. Ισως μακριά από τη φύση και την αλήθεια τους. Ισως και κόντρα στις αρχές που κηρύττουν με τα έργα τους: την ελευθερία, την αποδοχή, τη συμφιλίωση, τη συγχώρεση – προς τον ίδιο τον εαυτό τους.
Οχι τελικά. Η τέχνη, ακόμα και η σπουδαία τέχνη, δεν σε κάνει ευτυχισμένο. Ή δεν σου χαρίζει το γλυκό τέλος που ονειρεύονταν οι αρχαίοι Ελληνες. Αυτή είναι μια αλήθεια για την οποία θα χρειαζόμαστε πάντα την παρηγοριά της λογοτεχνίας.
πρώτη δημοσίευση στην Εφημερίδα Metropolis
Subscribe to:
Posts (Atom)






