Tuesday, September 24, 2019

Ο William Faulkner και το βραβείο Νόμπελ

Κυρίες και κύριοι,

Πιστεύω πως αυτό το βραβείο δεν απονέμεται σε μένα ως άτομο, αλλά στα έργα μου – έργα από μια ζωή βυθισμένη στο μαρτύριο και τον μόχθο του ανθρώπινου πνεύματος. Όχι για τη δόξα και πολύ λιγότερο για το κέρδος, αλλά για τη δημιουργία, με υλικά του ανθρώπινου πνεύματος, ενός έργου που είδε το φως για πρώτη φορά. Το βραβείο λοιπόν αυτό είναι ένα απόθεμα εμπιστοσύνης προς εμένα. Δε θα είναι δύσκολο να βρω έναν αποδέκτη του χρηματικού επάθλου που να είναι ισάξιος με το σκοπό και την σπουδαιότητα της προέλευσής του. Αλλά θα επιθυμούσα να κάνω το ίδιο και με την αναγνώριση που το συνοδεύει, εκμεταλλευόμενος ετούτη την στιγμή ως ένα βήμα, από το οποίο θα ακουστώ από όλους τους νέους άντρες και τις γυναίκες που αφιερώνουν τη ζωή τους στο ίδιο μαρτύριο και στον ίδιο μόχθο, μεταξύ των οποίων βρίσκεται κι εκείνος που κάποια μέρα θα στέκεται εδώ που βρίσκομαι τώρα εγώ.

Η τραγωδία μας σήμερα είναι ένας γενικευμένος, πανανθρώπινος τρόμος για την σωματική μας ακεραιότητα, που διαρκεί ήδη πάρα πολύ καιρό ώστε έστω να τον αντέξουμε. Δεν υπάρχουν πια προβλήματα του πνεύματος. Υπάρχει μία μόνο ερώτηση: Πότε θα μου ρίξουν την βόμβα; Για αυτό, οι νέοι άντρες και γυναίκες που γράφουν σήμερα έχουν ξεχάσει τα προβλήματα της ψυχής, όσα απορρέουν από τις συγκρούσεις με τον εαυτό της, τα οποία από μόνα τους δημιουργούν καλά γραπτά, διότι αυτά είναι το μόνο για το οποίο αξίζει να γράφει κανείς, μόνο αυτά αξίζουν το μαρτύριο και τον μόχθο.

Πρέπει να τα μάθει εκ νέου αυτά τα προβλήματα όποιος γράφει. Πρέπει να διδάξει τον εαυτό του πως το ουσιαστικότερο όλων είναι να φοβάσαι· και, αφού το διδάξει αυτό στον εαυτό του, μετά να το ξεχάσει δια παντός, και να μην αφήσει χώρο στο εργαστήριό του παρά μόνο για τις παλιές αξίες και αλήθειες της ψυχής, τις παλιές πανανθρώπινες αλήθειες, που όταν μια ιστορία τις στερείται είναι εφήμερη και καταδικασμένη στην λήθη. Μέχρι να το κάνει αυτό, θα μοχθεί με μια κατάρα επάνω του. Θα γράφει όχι για την αγάπη αλλά για την λαγνεία, θα γράφει για απώλειες όπου κανείς δεν χάνει κάτι που να έχει αξία, και το χειρότερο, θα γράφει δίχως έλεος, δίχως συμπόνοια. Οι θλίψεις του δεν θα είναι οικουμενικές, και δεν θα αφήσει ίχνη. Δεν θα γράφει για την καρδιά, αλλά για τους αδένες.

Μέχρι να μάθει εκ νέου αυτά τα προβλήματα, θα γράφει σαν να έγινε μάρτυρας στο τέλος του ανθρώπου, ένας και αυτός ανάμεσά τους. Αρνούμαι όμως να δεχθώ το τέλος του ανθρώπου. Είναι αρκετά απλό να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι αθάνατος, απλώς επειδή θα αντέξει: πως όταν θα ακουστεί και ύστερα θα σβήσει η τελευταία κλαγγή της κρίσεως, ο ήχος μιας δίχως αξία πέτρας που θα κυλάει στο τελευταίο κατακόκκινο απόγευμα, πως ακόμα και τότε θα ακουστεί ακόμη ένας ήχος: αυτός της αδύναμης, μα ανεξάντλητης φωνής του ανθρώπου που ακόμα μιλάει.

Αρνούμαι να το δεχτώ αυτό. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος δε θα αντέξει απλώς: θα θριαμβεύσει. Είναι αθάνατος, όχι διότι είναι το μοναδικό ανάμεσα στα πλάσματα με ανεξάντλητη φωνή, αλλά επειδή έχει ψυχή, και πνεύμα ικανό για συμπόνοια, για θυσίες, για εγκαρτέρηση. Του ποιητή, του συγγραφέα το καθήκον είναι να γράφει για αυτά. Είναι προνόμιό του να βοηθήσει τον άνθρωπο να αντέξει, δίνοντάς του κουράγιο, υπενθυμίζοντάς του το θάρρος και την τιμή και την ελπίδα και την αυτοθυσία που υπήρξαν η δόξα του παρελθόντος. Η φωνή του δημιουργού δεν χρειάζεται να είναι απλώς η καταγραφή των ανθρώπινων, μπορεί να είναι από τα στηρίγματα, από τους πυλώνες που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο να αντέξει αλλά και να θριαμβεύσει.

(Η ομιλία του William Faulkner κατά την απονομή του βραβείου Nobel, στις 10 Δεκεμβρίου 1950, στην Στοκχόλμη. Συγγνώμη για πιθανά λάθη στην μετάφραση, ευελπιστώ θα είναι μικρά... )

Wednesday, December 21, 2016

Η απόμακρη γιαγιά - Χριστουγεννιάτικο διήγημα

Την γιαγιά του δεν την αγαπούσε πολύ. Προτιμούσε τον παππού, που ήταν τρυφερός αγριάνθρωπος, γελαστός, χωρατατζής. Που τον γαργαλούσε και του έδινε να πιει, κρυφά, τσίπουρο και ξεκαρδιζόταν στα γέλια με την έκφραση που έπαιρνε ο μικρός από το βαρύ οινόπνευμα.

Μα εκείνη, η γιαγιά, ήταν λιγομίλητη, όταν δεν ήταν πεισματάρικα σιωπηλή, και, λες και έκανε την αντίθεση με τον παππού, ευσυγκίνητη - κλαψιάρα την έλεγε αυτός. Ακόμη και στις γιορτές, στα Χριστούγεννα, το Πάσχα, δάκρυζε εκεί που θα ήταν πιο σωστό να γελά και να κάνει χαρές – στις ανταλλαγές δώρων, στα μωρά που έλεγαν κάτι αστείο, στα φιλιά για ευχές, στα τραγούδίσματα και στους χορούς.

Ο παππούς. Η γιαγιά. Ο ίδιος. Χωρίς αυτούς, πολλά χρόνια τώρα. Τους είχε ξεχασμένους για πολύ καιρό μετά που πέθαναν, με το ζόρι πήγε στις κηδείες τους – τι θα κάνουμε τώρα, γλυκανάλατες Αμερικανιές; οι νεκροί με τους νεκρούς -, πρώτα ο πάππος, στον ύπνο του, ήσυχα, μετά η γιαγιά, ένα χρόνο μετά. Δεν είχε χρόνο, δεν είχε ανοιχτή ψυχή να τις κλάψει τις αναχωρήσεις τους. Έρωτες, δουλειές, φιλοδοξίες να κυνηγηθούν, να καταδιωχθούν, να τον καταδιώξουν. Ο πλατύς μα ρηχός θόρυβος της ζωής που σκεπάζει την βαθιά ησυχία, τη σιωπή της.

Μα στάθηκε τυχερός. Τον χτύπησαν απώλειες. Η μάνα, ένας φίλος, μια τρυφερή, δυνατή αγάπη που ενοποίησε το σώμα του και ύστερα το έσπασε. Χρειάστηκε να σταθεί, να κλείσει τα αυτιά του στον θόρυβο για να μπορέσει να από-τραυματίσει τον εαυτό του. Και στην στάση αυτή, κατάλαβε, ευτυχώς, την ακινησία της ζωής. Την ησυχία της.

Ένα απόγευμα, Χριστούγεννα σε λίγες μέρες, έψαχνε, για να πετάξει, τα χαρτιά της μητέρας του στο γραφείο της. Σε ένα μικρό συρτάρι, προσωπικές σημειώσεις, κάρτες και φωτογραφίες, αντικλείδια, Κύριος οίδε από πού. Βρήκε μια μεγάλη, διπλή σελίδα αλληλογραφίας. Πυκνογραμμένη. Με χειρόγραφα γράμματα, μικρά, θλιμμένα, κλαψιάρικα. Που έμοιαζαν σαν να ήταν γραμμένα έτσι που να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος να πιάσουν, στο χαρτί, περισσότερο χώρο από αυτόν που τους ήταν απολύτως αναγκαίος για να συνυπάρχουν με τα υπόλοιπα γράμματα και να σχηματίζουν λέξεις. Έτσι του φάνηκαν.

Στην σελίδα ήταν ιστορημένη από την γιαγιά, με τραχύτητα και λακωνικότητα, η τριετία όπου ο παππούς ήταν εξαφανισμένος, στα χρόνια του πολέμου. Αυτός διάβαζε και χωρίς να το καταλάβει γονάτισε και ύστερα κάθισε στο πάτωμα. Τρία χρόνια εξαφανισμένος. Τρία Χριστούγεννα. Τρία καλοκαίρια. Τρεις χειμώνες. Τρεις Αναστάσεις. …τρία Χριστούγεννα. Τρία Χριστούγεννα. Που η γιαγιά δεν είχε ιδέα αν ο άντρας της ζούσε, το που βρισκόταν, αν θα γυρίσει. Ζούσε μόνο με μερικά καλά μαντάτα, αβέβαια και ανάξια εμπιστοσύνης, από πρώην αιχμαλώτους και σακατεμένους, ζούσε για να αναζητά και να προσεύχεται για μια επιστροφή που όσο περνούσε ο καιρό γινόταν όλο και πιο απίθανη, ζούσε μόνη, και κρατούσε αυτήν την μοναξιά και την αδειοσύνη μέσα της και στην ζωή της επίτηδες μοναχική και άδεια. Για να περιμένει. Για να περιμένει.

 Και να. Η επιστροφή συνέβη. Το άδειο γέμισε από το καλλίτερο που μπορούσε να γεμίσει. Τα μαντάτα έγιναν ο παππούς που γύρισε. Μα από τότε η γιαγιά δεν μπορούσε να μην κλαίει στις χαρές. Στα κάλαντα στα Χριστούγεννα. Στους χορούς και στα τραγούδια.

Καθισμένος στο πάτωμα στο γραφείο της μητέρας του, ένοιωσε ένα πικρό δάκρυ να κυλά και να πέφτει στο χέρι του με τις γκρίζες τριχίτσες. Και μετά ένα ακόμα. Και ένα τρίτο. «Γιαγιά» είπε. «Μαμά». «Παππού». «Πατέρα». …δίπλωσε την κιτρινισμένη σελίδα, σηκώθηκε, άναψε το φως. «Δημήτρη». Και έβγαλε το τηλέφωνό του από την τσέπη, μετά από τόσους μήνες, σχεδόν χρόνο, να τηλεφωνήσει.

Sunday, August 28, 2016

Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα διαβάζει την Πλατεία Μεσολογγίου, στο Εθνός

Η «Πλατεία Μεσολογγίου», του Βαγγέλη Προβιά

Άνθρωποι που κλαίνε, γελούν, ερωτεύονται, ελπίζουν, απελπίζονται, βγαίνουν στο μικρό μπαλκόνι και κοιτούν την πλατεία που είναι οι άλλοι, κουβαλώντας μιαν εγγενή μοναξιά και ενίοτε επίκτητη, σε εποχές δύσκολες, όπως είναι η δική μας αλλά όπως δύσκολες μπορεί να είναι για τον καθένα μας κάποιες εποχές, αποτελούν στο καινούργιο βιβλίο του Βαγγέλη Προβιά ένα παλίμψηστο καθημερινών ανθρώπων.

Παρ’ ότι μόλις στο δεύτερό του βιβλίο, έχουν προηγηθεί «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» που κυκλοφόρησαν επίσης από τις εκδόσεις «Ολκός», ο Βαγγέλης Προβιάς ήδη με ύφος και ατμόσφαιρα αναγνωρίσιμη περιγράφει αυτό που μας περιβάλει και είναι οι άλλοι, είναι η προσωπική πλατεία του καθενός: βαθιά ανθρώπινα, με σπαραγμό και ειλικρίνεια, με απλότητα και καθαρότητα, με ενσυναίσθηση και κάποια μελαγχολία, με χιούμορ πικρό και στοργή για τ’ ανθρώπινα. Οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έχουν γεννηθεί πρωταγωνιστές στη ζωή είναι οι πρωταγωνιστές σ’ αυτό εδώ το πραγματικά «σπλαχνικό βιβλίο».

Η πλατεία απέναντι

«Αναρωτιέται: Οι αυτάρεσκοι, άψογοι νέοι άντρες και γυναίκες που περνούν τώρα μπροστά του, υποψιάζονται πόσο μικρή διάρκεια, πόσο σύντομη και φευγαλέα είναι η ισχυρή, αξιοθαύμαστη ακμή τους;» Ο αφηγητής, ενίοτε παρατηρητής και άλλοτε πρωταγωνιστής των 15 ιστοριών μιλά και σκέφτεται, βλέπει κι αισθάνεται, στοχάζεται και αγωνιά με φόντο μια πλατεία: πραγματική, κοινή, πέρα και πάνω από χώρο και χρόνο, και για τούτο αινιγματική και συμβολική όπως μας λέει ο συγγραφέας, μια πλατεία που είναι η θέα του, είναι το άνοιγμα στο κόσμο και οι άλλοι. Είναι η ζωή πέρα κι έξω από τη μοναξιά του, είναι η ερημιά και η παρηγοριά του, είναι η μόνιμη  ελπίδα και η ανασφάλεια. Είναι το δικό του προσωπικό τακτοποιημένο ή ατακτοποίητο «χάος». Το σύμπαν του.

Το φευγαλέο κοινό χαρακτηριστικό της πλατείας και της ζωής του. Εκείνο το «τόσο όσο» της συγκίνησης και της γειτνίασης, της παρηγορίας του και της συνύπαρξης με τις ζωές των άλλων. Στην ομότιτλη ιστορία του «Πλατεία Μεσολογγίου» πλάνα ζωής καθημερινής, μικρά αλλά ωστόσο ολοκληρωμένα και χαρακτηριστικά πορτρέτα ανθρώπων. Σε αδιέξοδο, με μοναξιά, σε κίνηση ή σε ακινησία. Ένας κόσμος που απλώνεται όσο παίρνει το μάτι κι όσο τον παίρνει η ζωή. Αλλά ωστόσο σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, εν συντομία, όλη η ανθρώπινη τραγωδία: η απώλεια και η μοναξιά, ο θάνατος και ο έρωτας, η διάψευση και η ματαίωση, η εγκατάλειψη και οι βραχυκυκλωμένες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, παιδιά μόνα, γονείς στο έλεος, με την μπαλάντα ωστόσο του σουπερμάρκετ και των περαστικών να σκεπάζει κάθε πλατεία σαν στοργικό πάπλωμα. Διότι η ποίηση της καθημερινότητας και ο θεός των μικρών πραγμάτων ενίοτε αρκεί, είναι μαγικός, παρηγορητικός, ιαματικός.


Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, εκών άκων. Ακόμα κι όταν εμφανίζεται απόλυτα ανατρεπτικός (Αυτό δεν είναι λαβ στόρυ), απεγνωσμένος (Η θάλασσα της Σιρίας), απελπισμένος (Οι σάπιοι άνθρωποι), στους πέντε δρόμους (κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια), ανεπανόρθωτα απαρηγόρητος (Η μέθοδος των τριών), «Το καπάκι» θα έχει πάντοτε κι άλλη όψη, η ζωή είναι απρόσμενη, «Το φορτίο» πάντοτε εναποτίθεται, «Το αγόρι που είμαστε όλοι» το αναλαμβάνει η ζωή.

Σκληρός και τρυφερός συνάμα, ρεαλιστής ωστόσο πάντα ποιητικός, ένα αγόρι που γελάει και κλαίει και ώρες ώρες στα δύσκολα θυμίζει Σουρούνη, ένα είναι σίγουρο, ο Βαγγέλης Προβιάς αγαπά τους ήρωές του, τους κοιτά σε βάθος, τους κατανοεί, τους πονά. Για τούτο και επιτρέπει το ανεπαίσθητο θαύμα να αποδεικνύει στα δύσκολα συναπαντήματα της ζωής ότι τουλάχιστον ο καθένας τους δεν διαθέτει μια απολύτως υποθηκευμένη ζωή.

Συναισθήματα και εικόνες, σκέψεις, ελάχιστες λέξεις, αποδεικνύουν ότι η αληθινή ζωή και οι ζωντανοί ήρωες στήνονται με απλά υλικά. Στη μοναξιά και στη σιωπή, σε μια μισογεμάτη ή άδεια πλατεία η ιστορία ανασαίνει και το καλό ανατέλλει εκεί όπου το κακό ξεψυχά: στην επίγνωση. Και παρ’ ό,τι στο δεύτερο βιβλίο του ο Βαγγέλης Προβιάς όλ’ αυτά τα διαθέτει. «Χαθήκαμε στη δυνατή αλήθεια, πως από τα ίδια συστατικά φτιαχνόμαστε όλοι οι άνθρωποι, από τα ίδια, ακριβώς τα ίδια, υλικά γινόμαστε τόσο διαφορετικοί» [μικρό αντίδωρο για το τέλος από «Το αγόρι που είμαστε όλοι»]. Ο ήλιος βγαίνει για όλους στην «Πλατεία Μεσολογγίου» ακριβώς όπως και στη ζωή.

link here

Wednesday, July 27, 2016

Η κριτική του Θανάση Θ. Νιάρχου για την Πλατεία Μεσολογγίου, στα ΝΕΑ

Κόκκινοι λεκέδες, σάπιοι άνθρωποι

Ο Βαγγέλης Προβιάς αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους που έχουν κάτι κοινό: ζουν γύρω από την ίδια πλατεία και κάνουν πράγματα εξαιρετικά, μετατρέποντας έτσι ένα «περιθώριο» σε κέντρο του Σύμπαντος

«Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;» σκέφτεσαι με κάποια επιφύλαξη που μεταβάλλεται σταδιακά σε ευφροσύνη, και μάλιστα μεγάλη, διαβάζοντας τα δεκαπέντε διηγήματα του βιβλίου του Βαγγέλη Προβιά «Πλατεία Μεσολογγίου». Σκέψη που θα δικαιολογούσε την επιφυλακτική διερώτηση αν, για παράδειγμα, την παραδουλεύτρα Νίνα και την απολυμένη Μαριάννα στο «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», αν τον Λουκά και τη Θάλεια του διηγήματος που έχει ως τίτλο τα ονόματά τους, ιδιοκτήτες ενός περιπτέρου που το μεγαλώνουν κάνοντάς το μίνι σουπερμάρκετ, ή αν, τέλος, τον κύριο Χονδροκώστα στους «Σάπιους ανθρώπους», ένοικο μιας πολυκατοικίας πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, έναν κοινότατο κουτσομπόλη που συμβαίνει να είναι χαρτοπαίκτης, δεν τους ένωνε ο συγγραφέας σε κάτι που θα το παρομοίαζε κανείς με την «Εβδομη σφραγίδα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Το τέλος της πιο συγκεκριμένα, όταν ο Θάνατος, ξημέρωμα, στην κορυφή ενός βουνού σέρνει σε έναν περίσκεπτο χορό τους ήρωες της ταινίας ενώ ακούγεται η φράση: «Φεύγουν μακριά από την αυγή ενώ η βροχή ξεπλένει από τα μάγουλά τους το αλάτι των πικρών δακρύων τους».

Οσο γρήγορα όμως διασκεδάζεται η ερώτηση για το «Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;», εξίσου σύντομα παίρνει κανείς την απάντηση όσον αφορά τη δυναμικότητα μιας πλατείας, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένης, σε σχέση με ανθρώπους που ζούνε σε μια πολυκατοικία της πλατείας αυτής. Αν η Πλατεία Μεσολογγίου δεσπόζει σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, εξίσου φυσιολογικά ανασαίνουν μέσα σ' αυτά και το Σύνταγμα και η Πανεπιστημίου και η Νέα Σμύρνη ή η Λήμνος, αλλά και ένα χωριό που δεν ονομάζεται με ένα μοναστήρι στην κορυφή του. Η Πλατεία Μεσολογγίου μοιάζει απλώς να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, όποιες κι αν είναι οι ζωές των ανθρώπων που την κατοικούν ή συχνάζουν σ' αυτήν, ώστε ακόμη και αν πρόκειται για ζωές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους, να τέμνονται οριζοντίως και καθέτως σε βαθμό που η μια να χρειάζεται την άλλη για να μην μείνει κουτσουρεμένη, μισή.

Η αποκάλυψη
Μια «ολοκλήρωση» τόσο πιο συγκλονιστική καθώς οι ίδιοι ήρωες που τους αφορά δεν τη συνειδητοποιούν ποτέ, αλλά απόκειται στον συγγραφέα που τους ζωντανεύει να μας την αποκαλύψει. Ο,τι ακριβώς επιχειρεί η Κάρσον ΜακΚάλες στη μεταφρασμένη αριστοτεχνικά από τον Μένη Κουμανταρέα «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», σε έναν χώρο μάλιστα πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με την Πλατεία Μεσολογγίου, ή με έναν άλλο τρόπο διατυπώνει ο Οδυσσέας Ελύτης στον στίχο του «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας». Τόσο περισσότερο μέγας καθώς ο Προβιάς φαίνεται να δίνει στην έννοια του περιθωρίου καθολικές διαστάσεις ώστε ως άτομα περιθωριακά - και επομένως σχεδόν έτοιμα να μεταστοιχειωθούν σε αρχετυπικά πρότυπα - να μπορεί να λογαριάσει κανείς το σύνολο των ηρώων του. Τόσο ώστε ο περιστασιακά αρσενοκοίτης Σύρος του διηγήματος «Η θάλασσα της Συρίας» και ο θηλυπρεπής, απαίδευτος και κοινωνικά ανώριμος ήρωας της «Μοναξιάς των αστεριών» όσο και ο Αθανάσιος Μπάξης, ο απόστρατος αξιωματικός, βασανιστής στην περίοδο της χούντας, στο διήγημα «Η κίνηση του ήλιου» και ο Σταμάτης Παχατουρίδης που εργάζεται ως μπράβος σε ένα κύκλωμα τοκογλύφων στο διήγημα «Κόκκινος λεκές στο πουκάμισο» να μοιράζονται ισότιμα την ιδιότητα του «περιθωριακού».   
          
Αν λοιπόν για να θεωρηθεί κανείς περιθωριακός δεν είναι ζήτημα κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος ή ακόμα και νοοτροπίας, ο Προβιάς συνδέοντας τους ήρωές του, πάντα μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της ιστορίας, με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που τους ξεπερνάει και έχει το αντίκρισμά του σε έναν αναποκρυπτογράφητο κόσμο, σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα καθαρά περιθωριακό. Κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς που το επιχειρεί ο Φεντερίκο Φελίνι στο «Λα Στράντα», όταν βάζει την ηρωίδα του, την Τζελσομίνα, να αναρωτιέται ποιος άραγε ο λόγος για να υπάρχει η ίδια, ενώ με την απάντηση που της δίνει ο πλανόδιος τσιρκολάνος είναι σαν να της αποκρίνεται, ως προς το νόημα της ύπαρξής της, το ίδιο το Σύμπαν.

Ευρηματικότητα
Οσο και αν η αφάνταστη ποικιλία και η δαιμονιώδης ευρηματικότητα των ιστοριών του Βαγγέλη Προβιά σε κάνουν να υποθέτεις πως «κορφολογάει» τον καθημερινό Τύπο με έναν τρόπο που φέρνει μια συνδυαστική σφραγίδα εντελώς προσωπικής κοπής, αδυνατείς να τον μεμφθείς πως έχει βγει στην «αγορά» προς άγραν του εξαιρετικού. Καθώς το στοιχείο της ανατροπής ή έστω της αποκάλυψης και της έκπληξης είτε αναγνωρίζεται στο τέλος ενός διηγήματός του είτε στην αρχή ή στο μέσον ενός άλλου, παραμένει πάντα ένα στοιχείο εξαιρετικά λειτουργικό και επιπλέον χωρίς να το αναγνωρίζεις ως μια κορύφωση. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τους ήρωες όλων των διηγημάτων τούς συναντάμε σε μια κρίσιμη, την κορυφαία ίσως στιγμή της ζωής τους. Αν συμβαίνει η στιγμή αυτή να «ολοκληρώνεται» με τον θάνατο, ουδόλως έχουμε την εντύπωση πως ό,τι προηγήθηκε ήταν μια ανακεφαλαίωση των πεπραγμένων τους που άλλωστε συντελούνταν ερήμην ακόμη και για τους ίδιους.
Βεβαίως, καμιά φορά η μέθη ή ο ενθουσιασμός που φαίνεται να δημιουργεί στον ίδιο τον συγγραφέα η ιστορία που έχει επινοήσει και ο τρόπος που τη διεξέρχεται κάνουν να εμφιλοχωρεί μια ηθικολογική διάσταση, που όμως δεν μειώνει στο ελάχιστο την αναγνωστική απόλαυση. Ακόμη σπανιότερα, ή μάλλον για μία και μοναδική φορά, στο εξαίρετο «Καπάκι», αντί του ερωτηματικού ή της αμφιβολίας που πλανάται ακόμη και στις πιο οφθαλμοφανείς σχέσεις των άλλων διηγημάτων, η απερίφραστη παραδοχή του δεκαεννιάχρονου σερβιτόρου ως ερωτευμένου με τον δημοσιογράφο που έχει τα διπλά του ακριβώς χρόνια μοιάζει να υπονομεύει την «τιμή» του διηγήματος. Οχι βέβαια για το ανεπίτρεπτο της σχέσης, αλλά γιατί μεταβάλλει σε ιδιαίτερη περίπτωση μια επαφή που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικής καταβολής. Μην ξεχνάμε ότι ο Μένης Κουμανταρέας πάνω σε αυτό το ερωτηματικό και πάνω σε αυτή την αμφιβολία στήριξε τη μαγεία ενός μάλιστα μυθιστορήματός του που είναι «Ο ωραίος λοχαγός». Κάτι που σημειώνεται ακριβώς γιατί σε ένα μυθιστόρημα η ομολογία ενός «ανορθόδοξου» έρωτα θα οικονομούνταν φυσιολογικότερα από ό,τι στις σελίδες ενός διηγήματος.

Βαγγέλης Προβιάς
Πλατεία Μεσολογγίου
Εκδ. Ολκός,
σελ. 192
Τιμή: 13 ευρώ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/05/2016, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

Tuesday, April 26, 2016

Χάππη χάππη

το δεύτερο βιβλίο, κυκλοφορεί στα τέλη Μαϊου! :)

Monday, March 07, 2016

Απόκριες με γράψιμο


6ος, εαρινός, κύκλος Δημιουργικής Γραφής του Εργαστηρίου Γραπτού Λόγου στο Λεξικοπωλείο. Πληροφορίες: http://www.lexikopoleio.com/el/seminars Λεξικοπωλείο - Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι, 11635 Αθήνα.
Ηλεκτρονικά στη διεύθυνση to@lexikopoleio.com - (με θέμα: «Εργαστήριο»). Τηλ. 210 72 31 201, 09:00-18:00
 Στο ρόλο του Χέμινγκγουέη ο Χεμινγκγουέη
Στο ρόλο της Πέππα η Πέππα
Στο ρόλο του μοντέλου η Αναστασία Κιούκα
Στο ρόλο του καθηγητή Βαγγέλη Προβιά ο Βαγγέλης Προβιάς
Στο ρόλο του Λεξικοπωλείου το Λεξικοπωλείο
Κάμερα σκηνοθεσία ειδικά εφέ παραγωγή μακιγιάζ κεητερι ο Αλέκος ο Brehier

Monday, February 22, 2016

Σουζ ιντερνάσιοναλ

Το Γράμμα και ο Ευτυχισμένος Θάνατος, δυο μεταφρασμένες στα Αγγλικά ιστορίες από "Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης", στο πρώτο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού Modern Greek Studies Online. 

Είναι ένα περιοδικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, ανοιχτής πρόσβασης, που εκδίδει το Society for Modern Greek Studies (Σύλλογος Νεοελληνικών Σπουδών) με έδρα την Μεγάλη Βρετανία.

Sunday, January 24, 2016

«Γυναίκα» - χωρίς εισαγωγικά.


Είναι αδύνατο να ξεχάσω το πρώτο βράδυ που σε είδα Γυναίκα. Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια, κοντά εικοσιπέντε, αλλά η αίσθηση, η ανατριχίλα στο μεδούλι, ο φόβος, η περίεργη αναπάντεχη κάβλα, είναι εδώ, ολοζώντανες ακόμα. Εσύ ίσως δεν είσαι πια, αλλά εκείνες παραμένουν.

Ήταν βράδυ. Χειμώνας. Περασμένα μεσάνυχτα. Αντίκρυσα πρώτα την πλάτη σου. Παρά το οξύ κρύο, φορούσες ένα φίνο μπλουζάκι χωρίς πίσω μέρος. Κάτω από το χείμαρρο των ακριβών, εξαιρετικής ποιότητας μαλλιών σου, που έφταναν ως την μέση, διέκρινα την επιδερμίδα της γυμνής πλάτης σου. Λαμπύριζε με έναν μαγικό τρόπο - νόμισα ότι μου είχε φανεί, ότι με είχε ζαλίσει η γοητεία σου... αργότερα, μου αποκάλυψες ότι άπλωνες στο δέρμα σου μια ειδική κρέμα, με στρας.
Πιο κάτω, μια μαύρη φούστα, πολύ στενή, πολύ κοντή. Άφηνε να φανούν τα λεπτά, με ατέλειωτες ευθείες, ακαταμάχητα πόδια σου, που τα έκανε ακόμα πιο ερωτικά ένα ζευγάρι γόβες. Μαύρες, απειλητικές, υποδεχτικές, και με τα πιο ψηλά και πιο λάγνα τακούνια που είχα δει ποτέ. Πως τα φόραγες με τόση σιγουριά, πως δεν έπεφτες; (αργότερα, μου είπες γελώντας ότι για να τα συνηθίσεις, έκανες δουλειές στο σπίτι φορώντας τα – ξεσκόνιζες, έπλενες πιάτα, σιδέρωνες, για τρεις, τέσσερις, πέντε ώρες).

Σε χάζευα μαγεμένος, Γυναίκα. Ένα 20χρονο παιδί συνεπαρμένο από μια άλλου είδους ομορφιά, Γυναίκα. Μια ομορφιά τόσο μακρινή από το σύνηθες, τόσο σπάνια και σπουδαία  που την ένιωθα με όλο μου το σώμα. Η έκπληξή μου έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν γύρισες το κεφάλι, με είδες να σε θαυμάζω, να σε περιεργάζομαι και... και με φώναξες με το όνομά μου!
«Βαγγέλη; Κουκλί; Τι κάνεις εσύ εδώ;» Ήταν δυνατόν; Που με ήξερες; Ήρθες κοντά μου περπατώντας με χάρη, με σιγουριά, με σκληρή φινέτσα που μέχρι τότε είχα δει μόνο σε ντοκιμαντέρ για τις μεγάλες Ρωσίδες Μπαλαρίνες του αιώνα. Με αγκάλιασες, με φίλησες… δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε!

Το είδες στο πρόσωπό μου, έσκασες στα γέλια και είπες… «Βρε! Ακόμα δεν με κατάλαβες; O Στέλιος είμαι!» - και σούφρωσες τσαχπίνικα, ερωτικά τα χείλη, Γυναίκα.

Ο Στέλιος. Ο όμορφος 25άρης, με το άψογο σώμα, που έβλεπα κάθε μέρα στο τυροπιτάδικο όπου εργαζόμουν. Ήσουν ιατρικός αντιπρόσωπος, σε μια εταιρία φαρμάκων - τα μεσημέρια ερχόσουν για φαγητό. Έτρωγες πάντα σαλάτες – πολλά χρόνια πριν γίνει επιταγή. Ήσουν αυθεντικά φιλικός μαζί μου, και εγώ σε θαύμαζα, σε έβρισκα τόσο όμορφο, τόσο αρρενωπό, με κολάκευε τόσο που με χαιρετούσες σαν… σαν δικό σου, σαν να γνωριζόμασταν από παλιά.

Έτσι με χαιρετούσες και τώρα, στην πλατεία που απέφευγαν οι καθωσπρέπει, αυτή όπου τα αγόρια που θα ήθελαν να είναι Γυναίκες, περνούσαν τις νύχτες τους.

Κάναμε παρέα για μερικούς μήνες Στέλιο/Γυναίκα. Ήσουν μεγαλύτερος μόνο πέντε χρόνια, αλλά… αλλά ήσουν δεκαετίες μπροστά. Με έμαθες, χωρίς ποτέ να διδάξεις, να κηρύξεις, την ελευθερία, την αποδοχή. Με μπόλιασες με την δύναμη του να νιώθεις άνετα με το είναι σου, ακόμα και αν αυτό το είναι σου είναι για πολλούς απόκλιση. Σε βοηθούσα να αποτριχώσεις την πλάτη σου, με βοηθούσες να μην κρίνω τον διαφορετικό από μένα άλλο. Σου περιποιούμουν την ακριβή περούκα, μου περιποιούσουν την ψυχή. Σου διόρθωνα τα ρούχα… μου διόρθωνες τις προκαταλήψεις.
 Έτσι, περιληπτικά αλλά τόσο ουσιαστικά, ακόμα.

Χαθήκαμε. Της ζωής το ανελέητο χάσιμο. Κάποιος κάποτε μου είπε πως πέθανες νέα, κοντά στα 40. Εύχομαι να μην ήσουν εσύ «ένας Στέλιος που ήξερε και που ντυνόταν Γυναίκα» και που πέθανε...
Τα πρωινά, στο τυροπιτάδικο, μετά την συνάντηση στην πλατεία, έτρωγες την σαλάτα σου, και κοιταζόμασταν συνωμοτικά. Πλημμύριζε χαρά η καρδιά μου, Γυναίκα...

Πρώτη δημοσίευση εδώ

Friday, January 22, 2016

It is SUPER, but it is not. But it is good.

Νέο τραγούδι οι Pet - Inner Sanctum.

Προπομπός του άλμπουμ που κυκλοφορεί πρωταπριλιά. Super.

Τον Ιούλιο τέσσερις συναυλίες στην Royal Opera του Λονδίνου. (αυτό μου κάνει λίγο Γαλάνη Αλεξίου στο Παλλάς αλλά οκ)

Monday, January 18, 2016

Μαθήματα δημιουργικής γραφής από το πρόβατο στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς!

11 εβδομάδες
2 ασκήσεις
11 εισηγήσεις 4000 λέξεων
Μελέτη με τον ρυθμό και τον τρόπο που θες
και πρόβατο
 ε τι άλλο να ζητήσει κανείς!

εδώ το link!
Καλή αρχή