Wednesday, July 27, 2016

Η κριτική του Θανάση Θ. Νιάρχου για την Πλατεία Μεσολογγίου, στα ΝΕΑ

Κόκκινοι λεκέδες, σάπιοι άνθρωποι

Ο Βαγγέλης Προβιάς αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους που έχουν κάτι κοινό: ζουν γύρω από την ίδια πλατεία και κάνουν πράγματα εξαιρετικά, μετατρέποντας έτσι ένα «περιθώριο» σε κέντρο του Σύμπαντος

«Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;» σκέφτεσαι με κάποια επιφύλαξη που μεταβάλλεται σταδιακά σε ευφροσύνη, και μάλιστα μεγάλη, διαβάζοντας τα δεκαπέντε διηγήματα του βιβλίου του Βαγγέλη Προβιά «Πλατεία Μεσολογγίου». Σκέψη που θα δικαιολογούσε την επιφυλακτική διερώτηση αν, για παράδειγμα, την παραδουλεύτρα Νίνα και την απολυμένη Μαριάννα στο «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», αν τον Λουκά και τη Θάλεια του διηγήματος που έχει ως τίτλο τα ονόματά τους, ιδιοκτήτες ενός περιπτέρου που το μεγαλώνουν κάνοντάς το μίνι σουπερμάρκετ, ή αν, τέλος, τον κύριο Χονδροκώστα στους «Σάπιους ανθρώπους», ένοικο μιας πολυκατοικίας πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, έναν κοινότατο κουτσομπόλη που συμβαίνει να είναι χαρτοπαίκτης, δεν τους ένωνε ο συγγραφέας σε κάτι που θα το παρομοίαζε κανείς με την «Εβδομη σφραγίδα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Το τέλος της πιο συγκεκριμένα, όταν ο Θάνατος, ξημέρωμα, στην κορυφή ενός βουνού σέρνει σε έναν περίσκεπτο χορό τους ήρωες της ταινίας ενώ ακούγεται η φράση: «Φεύγουν μακριά από την αυγή ενώ η βροχή ξεπλένει από τα μάγουλά τους το αλάτι των πικρών δακρύων τους».

Οσο γρήγορα όμως διασκεδάζεται η ερώτηση για το «Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;», εξίσου σύντομα παίρνει κανείς την απάντηση όσον αφορά τη δυναμικότητα μιας πλατείας, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένης, σε σχέση με ανθρώπους που ζούνε σε μια πολυκατοικία της πλατείας αυτής. Αν η Πλατεία Μεσολογγίου δεσπόζει σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, εξίσου φυσιολογικά ανασαίνουν μέσα σ' αυτά και το Σύνταγμα και η Πανεπιστημίου και η Νέα Σμύρνη ή η Λήμνος, αλλά και ένα χωριό που δεν ονομάζεται με ένα μοναστήρι στην κορυφή του. Η Πλατεία Μεσολογγίου μοιάζει απλώς να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, όποιες κι αν είναι οι ζωές των ανθρώπων που την κατοικούν ή συχνάζουν σ' αυτήν, ώστε ακόμη και αν πρόκειται για ζωές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους, να τέμνονται οριζοντίως και καθέτως σε βαθμό που η μια να χρειάζεται την άλλη για να μην μείνει κουτσουρεμένη, μισή.

Η αποκάλυψη
Μια «ολοκλήρωση» τόσο πιο συγκλονιστική καθώς οι ίδιοι ήρωες που τους αφορά δεν τη συνειδητοποιούν ποτέ, αλλά απόκειται στον συγγραφέα που τους ζωντανεύει να μας την αποκαλύψει. Ο,τι ακριβώς επιχειρεί η Κάρσον ΜακΚάλες στη μεταφρασμένη αριστοτεχνικά από τον Μένη Κουμανταρέα «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», σε έναν χώρο μάλιστα πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με την Πλατεία Μεσολογγίου, ή με έναν άλλο τρόπο διατυπώνει ο Οδυσσέας Ελύτης στον στίχο του «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας». Τόσο περισσότερο μέγας καθώς ο Προβιάς φαίνεται να δίνει στην έννοια του περιθωρίου καθολικές διαστάσεις ώστε ως άτομα περιθωριακά - και επομένως σχεδόν έτοιμα να μεταστοιχειωθούν σε αρχετυπικά πρότυπα - να μπορεί να λογαριάσει κανείς το σύνολο των ηρώων του. Τόσο ώστε ο περιστασιακά αρσενοκοίτης Σύρος του διηγήματος «Η θάλασσα της Συρίας» και ο θηλυπρεπής, απαίδευτος και κοινωνικά ανώριμος ήρωας της «Μοναξιάς των αστεριών» όσο και ο Αθανάσιος Μπάξης, ο απόστρατος αξιωματικός, βασανιστής στην περίοδο της χούντας, στο διήγημα «Η κίνηση του ήλιου» και ο Σταμάτης Παχατουρίδης που εργάζεται ως μπράβος σε ένα κύκλωμα τοκογλύφων στο διήγημα «Κόκκινος λεκές στο πουκάμισο» να μοιράζονται ισότιμα την ιδιότητα του «περιθωριακού».   
          
Αν λοιπόν για να θεωρηθεί κανείς περιθωριακός δεν είναι ζήτημα κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος ή ακόμα και νοοτροπίας, ο Προβιάς συνδέοντας τους ήρωές του, πάντα μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της ιστορίας, με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που τους ξεπερνάει και έχει το αντίκρισμά του σε έναν αναποκρυπτογράφητο κόσμο, σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα καθαρά περιθωριακό. Κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς που το επιχειρεί ο Φεντερίκο Φελίνι στο «Λα Στράντα», όταν βάζει την ηρωίδα του, την Τζελσομίνα, να αναρωτιέται ποιος άραγε ο λόγος για να υπάρχει η ίδια, ενώ με την απάντηση που της δίνει ο πλανόδιος τσιρκολάνος είναι σαν να της αποκρίνεται, ως προς το νόημα της ύπαρξής της, το ίδιο το Σύμπαν.

Ευρηματικότητα
Οσο και αν η αφάνταστη ποικιλία και η δαιμονιώδης ευρηματικότητα των ιστοριών του Βαγγέλη Προβιά σε κάνουν να υποθέτεις πως «κορφολογάει» τον καθημερινό Τύπο με έναν τρόπο που φέρνει μια συνδυαστική σφραγίδα εντελώς προσωπικής κοπής, αδυνατείς να τον μεμφθείς πως έχει βγει στην «αγορά» προς άγραν του εξαιρετικού. Καθώς το στοιχείο της ανατροπής ή έστω της αποκάλυψης και της έκπληξης είτε αναγνωρίζεται στο τέλος ενός διηγήματός του είτε στην αρχή ή στο μέσον ενός άλλου, παραμένει πάντα ένα στοιχείο εξαιρετικά λειτουργικό και επιπλέον χωρίς να το αναγνωρίζεις ως μια κορύφωση. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τους ήρωες όλων των διηγημάτων τούς συναντάμε σε μια κρίσιμη, την κορυφαία ίσως στιγμή της ζωής τους. Αν συμβαίνει η στιγμή αυτή να «ολοκληρώνεται» με τον θάνατο, ουδόλως έχουμε την εντύπωση πως ό,τι προηγήθηκε ήταν μια ανακεφαλαίωση των πεπραγμένων τους που άλλωστε συντελούνταν ερήμην ακόμη και για τους ίδιους.
Βεβαίως, καμιά φορά η μέθη ή ο ενθουσιασμός που φαίνεται να δημιουργεί στον ίδιο τον συγγραφέα η ιστορία που έχει επινοήσει και ο τρόπος που τη διεξέρχεται κάνουν να εμφιλοχωρεί μια ηθικολογική διάσταση, που όμως δεν μειώνει στο ελάχιστο την αναγνωστική απόλαυση. Ακόμη σπανιότερα, ή μάλλον για μία και μοναδική φορά, στο εξαίρετο «Καπάκι», αντί του ερωτηματικού ή της αμφιβολίας που πλανάται ακόμη και στις πιο οφθαλμοφανείς σχέσεις των άλλων διηγημάτων, η απερίφραστη παραδοχή του δεκαεννιάχρονου σερβιτόρου ως ερωτευμένου με τον δημοσιογράφο που έχει τα διπλά του ακριβώς χρόνια μοιάζει να υπονομεύει την «τιμή» του διηγήματος. Οχι βέβαια για το ανεπίτρεπτο της σχέσης, αλλά γιατί μεταβάλλει σε ιδιαίτερη περίπτωση μια επαφή που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικής καταβολής. Μην ξεχνάμε ότι ο Μένης Κουμανταρέας πάνω σε αυτό το ερωτηματικό και πάνω σε αυτή την αμφιβολία στήριξε τη μαγεία ενός μάλιστα μυθιστορήματός του που είναι «Ο ωραίος λοχαγός». Κάτι που σημειώνεται ακριβώς γιατί σε ένα μυθιστόρημα η ομολογία ενός «ανορθόδοξου» έρωτα θα οικονομούνταν φυσιολογικότερα από ό,τι στις σελίδες ενός διηγήματος.

Βαγγέλης Προβιάς
Πλατεία Μεσολογγίου
Εκδ. Ολκός,
σελ. 192
Τιμή: 13 ευρώ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/05/2016, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

Tuesday, April 26, 2016

Χάππη χάππη

το δεύτερο βιβλίο, κυκλοφορεί στα τέλη Μαϊου! :)

Monday, March 07, 2016

Απόκριες με γράψιμο


6ος, εαρινός, κύκλος Δημιουργικής Γραφής του Εργαστηρίου Γραπτού Λόγου στο Λεξικοπωλείο. Πληροφορίες: http://www.lexikopoleio.com/el/seminars Λεξικοπωλείο - Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι, 11635 Αθήνα.
Ηλεκτρονικά στη διεύθυνση to@lexikopoleio.com - (με θέμα: «Εργαστήριο»). Τηλ. 210 72 31 201, 09:00-18:00
 Στο ρόλο του Χέμινγκγουέη ο Χεμινγκγουέη
Στο ρόλο της Πέππα η Πέππα
Στο ρόλο του μοντέλου η Αναστασία Κιούκα
Στο ρόλο του καθηγητή Βαγγέλη Προβιά ο Βαγγέλης Προβιάς
Στο ρόλο του Λεξικοπωλείου το Λεξικοπωλείο
Κάμερα σκηνοθεσία ειδικά εφέ παραγωγή μακιγιάζ κεητερι ο Αλέκος ο Brehier

Monday, February 22, 2016

Σουζ ιντερνάσιοναλ

Το Γράμμα και ο Ευτυχισμένος Θάνατος, δυο μεταφρασμένες στα Αγγλικά ιστορίες από "Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης", στο πρώτο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού Modern Greek Studies Online. 

Είναι ένα περιοδικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, ανοιχτής πρόσβασης, που εκδίδει το Society for Modern Greek Studies (Σύλλογος Νεοελληνικών Σπουδών) με έδρα την Μεγάλη Βρετανία.

Friday, January 22, 2016

It is SUPER, but it is not. But it is good.

Νέο τραγούδι οι Pet - Inner Sanctum.

Προπομπός του άλμπουμ που κυκλοφορεί πρωταπριλιά. Super.

Τον Ιούλιο τέσσερις συναυλίες στην Royal Opera του Λονδίνου. (αυτό μου κάνει λίγο Γαλάνη Αλεξίου στο Παλλάς αλλά οκ)

Monday, January 18, 2016

Μαθήματα δημιουργικής γραφής από το πρόβατο στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς!

11 εβδομάδες
2 ασκήσεις
11 εισηγήσεις 4000 λέξεων
Μελέτη με τον ρυθμό και τον τρόπο που θες
και πρόβατο
 ε τι άλλο να ζητήσει κανείς!

εδώ το link!
Καλή αρχή

Monday, November 30, 2015

Φαγώσιμα έντομα

Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πραγματικά ευτυχισμένος. Όταν τα έντομα, μερικές χιλιάδες από αυτά, έρπουν πάνω στην λεπτή, αδιαπέραστη προστατευτική στολή μου, όταν ακούω, καθώς δουλεύω στο θερμοκήπιο, την αντήχηση του βόμβου από τα εκατομμύρια μικροσκοπικά φτερά τους, είμαι ευτυχισμένος. Οι κινήσεις τους πάνω μου, ο υγρός ήχος τους στα αυτιά μου, μου δίνουν την αίσθηση πως περιτριγυρίζομαι από καθαρή ζωή, ατόφια, αυθεντική. Ζωή ανίκητη που υπήρχε εκατομμύρια χρόνια πριν και θα υπάρχει ακόμα τόσα στο μέλλον, ζωή που σήμερα σέρνεται πάνω μου, με καλύπτει ολόκληρο, τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι, το τζάμι της κάσκας της στολής μου… και με κάνει πραγματικά ευτυχισμένο.

Τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα που δούλευα στα θερμοκήπια εντόμων παραπάτησα και έπεσα μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή γεμάτη λεπιδόπτερα έτοιμα για συγκομιδή και επεξεργασία. Ήταν σαν να βουτάω στη θάλασσα. Δεν ξέρω πως είναι η βουτιά στην θάλασσα, δεν έχω βουτήξει ποτέ, κανείς στην ηλικία μου δεν έχει, έχω όμως δει, σε παλιά, απαγορευμένα βίντεο, παλιούς ανθρώπους να κολυμπάνε. Δεν είναι εύκολο να δούμε βίντεο από την εποχή που δεν γνωρίζαμε ότι η θάλασσα και ο ήλιος είναι τοξικά. Είναι παράνομα, προκαλούν ταραχές και μαζικές αυτοκτονίες. Έχουν απαγορευτεί από την κυβέρνηση.

Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πληρώνομαι πολύ καλά γιατί δεν βρίσκουν εύκολα ανθρώπους να θέλουν τέτοια δουλειά. Υπάρχει προκατάληψη για τα έντομα. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να τα βλέπουν, πόσο μάλλον να τα φροντίζουν, να τα ταΐζουν μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος και βάρος για τροφή. Αν γνώριζαν ότι τα τρώνε, αν ήξεραν ότι οι συσκευασίες με μερίδες κρέας ΣΑΧΟΙΡΙΝΟ, ΣΑΨΑΡΙ, ΣΑΜΟΣΧΑΡΙΣΙΟ που αγοράζουν τόσο ακριβά από τα κυβερνητικά κέντρα διατροφής δεν είναι χοιρινό, δεν είναι μοσχαρίσιο, δεν είναι ψάρι, δεν θα τους άρεσε καθόλου. Αλλά, δεν το γνωρίζουν. Ούτε και για τις μεγάλες Φάρμες Εκτροφής Εντόμων ξέρουν, τα εκατομμύρια στρέμματα από σκοτεινά θερμοκήπια, με τα δισεκατομμύρια υπερκινητικά έντομα που κυματίζουν με θόρυβο γύρω μου.

Θέλω πολύ να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό. Πως ήταν, αναρωτιέμαι συχνά, η παλιά εποχή που όποιος ήθελε ταξίδευε ως την ακτή, έβγαζε τα ρούχα του και βουτούσε στην θάλασσα; Στα απαγορευμένο βίντεο που είδα, άντρες και γυναίκες στην ηλικία μου τρέχουν γελώντας σε μια αμμουδερή ακτή, ξαπλώνουν στην άμμο, πετάνε νερό ο ένας στον άλλο. Είναι ολόγυμνοι, απροστάτευτοι, δε φοβούνται ούτε καν τον ήλιο. Δεν ήξεραν παλιά ότι είναι τοξικός. Πίστευαν ότι ήταν αβλαβής, όπως το πίστευαν για τον καπνό, τη θάλασσα, τη συνεχή έκθεση σε ερεθίσματα πληροφορίας και ψυχαγωγίας. Τώρα ξέρουμε την αλήθεια. Φοβάμαι πολύ τον ήλιο, δεν τον έχω δει ποτέ. Συχνά όμως, στα αποδυτήρια της Φάρμας Εκτροφής Εντόμων, όταν, μετά την βάρδια, γυμνός, καθαρίζω τα μικροσκοπικά φτερά, τα γαντζωτά ποδαράκια που έχουν διαπεράσει την στολή μου και έχουν μπλεχτεί με τις τρίχες στο στήθος, στα πόδια, στα γεννητικά όργανα, αναρωτιέμαι… πως θα είναι να τυλίγει το γυμνό σώμα μου η θάλασσα; Είμαι σίγουρος, θα μοιάζει με τα έντομα στην δεξαμενή, τότε που παραπάτησα και έπεσα.

Τα άλογα μοιάζουν πολύ με τα έντομα. Δεν μας φοβούνται, δεν μας βλέπουν ως θηράματα, θέλουν να έρθουν κοντά μας, να μας αγγίξουν. Έχω αγγίξει άλογο. Μέχρι πριν μερικές εβδομάδες μόνο είχα δει, σε απαγορευμένο βίντεο. Μα ένα απόγευμα μετά τη δουλειά πήγαμε με το Γιάννη και το Στάθη στον Υππέρδρομο και είδα, για πρώτη φορά, άλογα κούρσας από κοντά. Τρόμαξα. Ήταν τόσο όμορφα. Τρομακτικά όμορφα. Ολόιδια με αυτά που είχα δει στα απαγορευμένα βίντεο αλλά και απολύτως διαφορετικά. Τα μάτια τους είχαν μια θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, τα πόδια τους ήταν δυνατά σαν κράμμα μετάλλου και ευλύγιστα, οι ράχες τους στιβαρές. Δεν έμοιαζαν με τίποτε που έχω δει. Στις κούρσες, έτρεχαν αγέρωχα, αδιάφορα για οτιδήποτε γύρω, άγρια, έβγαζαν ψηφιακούς ήχους. Όταν τελείωνε ο αγώνας, στην γραμμή του τερματισμού, μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι να τα οδηγήσουν στους στάβλους ανατροφοδότησης, έβγαινε ατμός από τα ρουθούνια και το στόμα τους, που μύριζε καμένο λάδι. Περισσότερο απ’ όλα με εντυπωσίασε η θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη στο βλέμμα τους. Από τότε, από εκείνη την πρώτη μέρα, πήγαινα κάθε μέρα στον Υππέρδρομο. Δεν είπα στους φίλους μου ότι το μόνο που ήθελα είναι να βλέπω τα άλογα να τρέχουν – νομίζουν πως πήγαινα για να παίξω, για να ποντάρω.

Έχω αγγίξει άλογο. Συνέβη πριν από τέσσερις μέρες. Ο Γιάννης είχε πληροφορία. Στην τελευταία κούρσα της ημέρας, θα ντοπάριζαν το αουτσάιντερ, ένα σαραβαλιασμένο άλογο που έβγαινε πάντα τελευταίο, με μια νέα ουσία, και θα έβγαινε πρώτο. Αν στοιχηματίζαμε θα κερδίζαμε πολλά – όπως και ο διευθυντής του Υππέρδρομου, που είχε στήσει την δουλειά.

Στην γραμμή της εκκίνησης το άλογο που είχαμε ποντάρει ξεχώριζε. Στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, δεν ρουθούνιζε καθόλου, δεν κλωτσούσε την άμμο όπως τα άλλα. Ήταν το πιο βαρύ και κουρασμένο, το πιο μεγαλόσωμο, το πιο γέρικο. Όταν ακούστηκε το σινιάλο, ξεκίνησε τελευταίο. Οι φίλοι μου κοιταχτήκαν απογοητευμένοι. Είχαν ποντάρει πολλά, για να βγάλουν τα χαμένα της χρονιάς. Το άλογο έτρεχε άνευρα, στραβά, σαν να είχε σκουριασμένα μέλη. Και τότε… δούλεψε η ουσία. Άρχισε να επιταχύνει, όλο και περισσότερο, τινάχτηκε μπροστά σαν να το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και έγινε καινούργιο. Προσπέρασε τα δύο άλογα μπροστά του, μετά άλλα δύο που έτρεχαν δίπλα – δίπλα, ύστερα ένα ακόμη και βρέθηκε τρίτο, πίσω από τα φαβορί. Με τον ίδιο ρυθμό τα πέρασε και αυτά και χωρίς να κόψει ταχύτητα συνέχισε να καλπάζει με την ίδια ορμή, την ίδια ένταση, την τόσο κόντρα από την φύση του, και όλο και μεγάλωνε η απόσταση από τα άλλα άλογα, τα πιο νέα, τα πιο καλοφτιαγμένα, τα πιο ευκίνητα, και οι φίλοι μου φώναζαν δίπλα μου ενθουσιασμένοι και η γραμμή του τερματισμού έφτανε όλο και πιο κοντά, η γραμμή της νίκης όλο και πλησίαζε.

Και τότε, στα 100 μέτρα, ίσως και λιγότερα, πριν από το θρίαμβο, το άλογό μας, σταμάτησε να κινείται, κοκάλωσε. Έβγαλε μια βαθειά ανάσα, γύρισε το κεφάλι του μια δεξιά, μια αριστερά, λες και ήθελε πριν πεθάνει να ρίξει ένα βλέμμα, με τα μάτια του με τη θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, στους θεατές, που τώρα γελούσαν μαζί του. Και μετά τίναξε το μπροστινό δεξί πόδι και κατέρρευσε.
Δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Με πλημμύρισε η απελπισία. Όχι για τα χαμένα χρήματα. Για το άλογο. Η σκέψη ότι δηλητηριάστηκε, η εικόνα να του δίνουν την ουσία που το σκότωσε, η αναρώτηση τι αισθάνθηκε τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση με έκαναν να χάσω την ψυχραιμία μου. Πήδηξα τον φράχτη που μας χώριζε από το τερέν, δεν κατάφερα να συγκρατηθώ, και έτρεξα και αγκάλιασα το σωριασμένο άλλο, γονάτισα δίπλα του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω του, ακούμπησα το μέτωπό μου στο λαιμό του, που ήταν ακόμη ζεστός και μύριζε λάδι, «συγγνώμη», «συγγνώμη» ψιθύρισα, ένα βουητό, ένας βόμβος σαν φτερά εκατομμυρίων εντόμων ακουγόταν από το εσωτερικό του αλόγου, όλο και πιο αδύναμα, μέχρι που σταμάτησε, σταμάτησε τελείως, και με ένα οριστικό κλικ τα μάτια του έκλεισαν και ήρθαν οι άνθρωποι του Υππέρδρομου και με σήκωσαν και με πήγαν πίσω στην θέση μου, δίπλα στους χλωμούς από την απογοήτευση φίλους μου. Έτσι άγγιξα και εγώ, πρώτη φορά, άλογο.

Δεν θα πάω ποτέ ξανά στον Υππέρδρομο. Και ζήτησα να μου αλλάξουν πόστο, να μην δουλεύω στο ίδιο θερμοκήπιο με τους φίλους μου. Την επόμενη μέρα από το θάνατο του αλόγου είπαν σε όλους στη δουλειά τι συνέβη, τι έκανα, γελούσαν και έλεγαν «τι σε έπιασε ρε; Πως έκανες έτσι για ένα ρομπότ;».

πρώτη δημοσίεση έγινε εδώ

Wednesday, October 07, 2015

Friday, October 02, 2015

Μην ακούς τους γέρους που «ξέρουν»!

Μην ακούς τους γέρους

Έχουν θλίψη και απελπισία στην καρδιά. Έχουν ένα μαύρο πέπλο οργής μπροστά στα μάτια, που τους τυφλώνει. Χάσανε τα φράγκα και τις ανέσεις με τις οποίες ζήσανε 3 "χρυσές" (τσίγκινες, στην πραγματικότητα...) δεκαετίες - και τώρα, που ξέρουν ότι δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουν την επόμενη χρυσή εποχή (η οποία έρχεται, είναι ο κύκλος της ζωής έτσι) προσπαθούν να σε πείσουν... ότι, επειδή είναι κοντά στο τέλος εκείνοι, τελειώνει και η Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να φοβούνται τον χρόνο που περνά, αλλά η σκέψη τους είναι προϊόν μιας εποχής που δαιμονοποίησε την υπέροχη φθορά της ζωής.

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την...(συνέχεια εδώ)

Monday, September 28, 2015

Προσωπική και άλλες ιστορίες

Μία πέτρα, την σήκωσε από το χώμα ο Όμηρος κ την έριξε πέρα για να μην τον ενοχλεί, να καθήσει να τραγουδήσει.
Μία πέτρα, την πέταξε ο Σωκράτης σε ένα αδέσποτο σκυλί που του γαύγιζε καθώς τριγυρνούσε στην όχθη του Ιλισσού.
Μία πέτρα, την πήραν οι Ρωμαίοι στην αιώνια πόλη κ την έκαναν βήμα για να ρητορεύουν οι Συγκλητικοί.
Μία πέτρα, διέταξε να την γκρεμίσουν κ να την κάψουν ένας εκατόνταρχος του Θεοδόσιου του Μεγάλου.
Μία πέτρα, από κολώνα δωρική, έγινε τοίχος εκκλησίας πάνω στην Ακρόπολη.
Μία πέτρα, την είχε για προσκέφαλο ένας μουσουλμάνος βοσκός γεννημένος εκεί που τώρα υπάρχει ένα τσιμεντένιο κ γυάλινο μουσείο.
Μία πέτρα, πέτυχε στο μέτωπο, και το μάτωσε, ένα προσφυγάκι από την Κρήνη της Μικρασίας.
Μία πέτρα, την κλώτσησε, μέσα σε έναν ομαδικό τάφο εκτελεσμένων, ένας Γερμανός, συντετριμμένος από το αίμα, στρατιώτης.
Μια πέτρα, έκρυβε έναν δεξιό Έλληνα που πυροβολούσε αριστερούς Έλληνες κ έναν αριστερό που πυροβολούσε δεξιούς.
Μία πέτρα, ήταν κομμάτι από την δεξιά κολώνα της πύλης του Πολυτεχνείου.
Μια πέτρα μου την έδωσε να παίζω η μάνα μου, νέα, χαμογελαστή, χαρούμενη, ένα μεσημέρι που ήμασταν στη θάλασσα. (Ήμουν μωρό, γελούσα κ, λίγα καλοκαίρια μετά, το μεσημέρι που εκείνη έγινε ένα με το χώμα, θυμόμουν την πέτρα - παιχνίδι.)
Μία πέτρα την χρησιμοποίησα σαν κιμωλία για να χαράξω πάνω σε ένα βράχο "σε αγαπάω, από πάντα, για πάντα".
Μια πέτρα έγινε η καρδιά μου όταν σε πρόδωσα κ με πρόδωσες.
Μία πέτρα τσάκισε την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου που δεν ξανάνοιξε ποτέ, σε μια άγρια διαδήλωση.
Μια πέτρα κρατά την βρώμικη κουβέρτα ενός άστεγου της Αθήνας, να μην την παρασύρει ο κρύος, χειμωνιάτικος άνεμος.

...τόσες πέτρες, τόσο βάρος, πάνω στα στήθη μας, μέσα στα στόματά μας.
Να τις σηκώσει κάτι, να μπορέσουμε επιτέλους να αναπνεύσουμε. Να μιλήσουμε.