Tuesday, April 26, 2016

Χάππη χάππη

το δεύτερο βιβλίο, κυκλοφορεί στα τέλη Μαϊου! :)

Monday, March 07, 2016

Απόκριες με γράψιμο


6ος, εαρινός, κύκλος Δημιουργικής Γραφής του Εργαστηρίου Γραπτού Λόγου στο Λεξικοπωλείο. Πληροφορίες: http://www.lexikopoleio.com/el/seminars Λεξικοπωλείο - Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι, 11635 Αθήνα.
Ηλεκτρονικά στη διεύθυνση to@lexikopoleio.com - (με θέμα: «Εργαστήριο»). Τηλ. 210 72 31 201, 09:00-18:00
 Στο ρόλο του Χέμινγκγουέη ο Χεμινγκγουέη
Στο ρόλο της Πέππα η Πέππα
Στο ρόλο του μοντέλου η Αναστασία Κιούκα
Στο ρόλο του καθηγητή Βαγγέλη Προβιά ο Βαγγέλης Προβιάς
Στο ρόλο του Λεξικοπωλείου το Λεξικοπωλείο
Κάμερα σκηνοθεσία ειδικά εφέ παραγωγή μακιγιάζ κεητερι ο Αλέκος ο Brehier

Monday, February 22, 2016

Σουζ ιντερνάσιοναλ

Το Γράμμα και ο Ευτυχισμένος Θάνατος, δυο μεταφρασμένες στα Αγγλικά ιστορίες από "Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης", στο πρώτο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού Modern Greek Studies Online. 

Είναι ένα περιοδικό για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, ανοιχτής πρόσβασης, που εκδίδει το Society for Modern Greek Studies (Σύλλογος Νεοελληνικών Σπουδών) με έδρα την Μεγάλη Βρετανία.

Sunday, January 24, 2016

«Γυναίκα» - χωρίς εισαγωγικά.


Είναι αδύνατο να ξεχάσω το πρώτο βράδυ που σε είδα Γυναίκα. Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια, κοντά εικοσιπέντε, αλλά η αίσθηση, η ανατριχίλα στο μεδούλι, ο φόβος, η περίεργη αναπάντεχη κάβλα, είναι εδώ, ολοζώντανες ακόμα. Εσύ ίσως δεν είσαι πια, αλλά εκείνες παραμένουν.

Ήταν βράδυ. Χειμώνας. Περασμένα μεσάνυχτα. Αντίκρυσα πρώτα την πλάτη σου. Παρά το οξύ κρύο, φορούσες ένα φίνο μπλουζάκι χωρίς πίσω μέρος. Κάτω από το χείμαρρο των ακριβών, εξαιρετικής ποιότητας μαλλιών σου, που έφταναν ως την μέση, διέκρινα την επιδερμίδα της γυμνής πλάτης σου. Λαμπύριζε με έναν μαγικό τρόπο - νόμισα ότι μου είχε φανεί, ότι με είχε ζαλίσει η γοητεία σου... αργότερα, μου αποκάλυψες ότι άπλωνες στο δέρμα σου μια ειδική κρέμα, με στρας.
Πιο κάτω, μια μαύρη φούστα, πολύ στενή, πολύ κοντή. Άφηνε να φανούν τα λεπτά, με ατέλειωτες ευθείες, ακαταμάχητα πόδια σου, που τα έκανε ακόμα πιο ερωτικά ένα ζευγάρι γόβες. Μαύρες, απειλητικές, υποδεχτικές, και με τα πιο ψηλά και πιο λάγνα τακούνια που είχα δει ποτέ. Πως τα φόραγες με τόση σιγουριά, πως δεν έπεφτες; (αργότερα, μου είπες γελώντας ότι για να τα συνηθίσεις, έκανες δουλειές στο σπίτι φορώντας τα – ξεσκόνιζες, έπλενες πιάτα, σιδέρωνες, για τρεις, τέσσερις, πέντε ώρες).

Σε χάζευα μαγεμένος, Γυναίκα. Ένα 20χρονο παιδί συνεπαρμένο από μια άλλου είδους ομορφιά, Γυναίκα. Μια ομορφιά τόσο μακρινή από το σύνηθες, τόσο σπάνια και σπουδαία  που την ένιωθα με όλο μου το σώμα. Η έκπληξή μου έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν γύρισες το κεφάλι, με είδες να σε θαυμάζω, να σε περιεργάζομαι και... και με φώναξες με το όνομά μου!
«Βαγγέλη; Κουκλί; Τι κάνεις εσύ εδώ;» Ήταν δυνατόν; Που με ήξερες; Ήρθες κοντά μου περπατώντας με χάρη, με σιγουριά, με σκληρή φινέτσα που μέχρι τότε είχα δει μόνο σε ντοκιμαντέρ για τις μεγάλες Ρωσίδες Μπαλαρίνες του αιώνα. Με αγκάλιασες, με φίλησες… δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε!

Το είδες στο πρόσωπό μου, έσκασες στα γέλια και είπες… «Βρε! Ακόμα δεν με κατάλαβες; O Στέλιος είμαι!» - και σούφρωσες τσαχπίνικα, ερωτικά τα χείλη, Γυναίκα.

Ο Στέλιος. Ο όμορφος 25άρης, με το άψογο σώμα, που έβλεπα κάθε μέρα στο τυροπιτάδικο όπου εργαζόμουν. Ήσουν ιατρικός αντιπρόσωπος, σε μια εταιρία φαρμάκων - τα μεσημέρια ερχόσουν για φαγητό. Έτρωγες πάντα σαλάτες – πολλά χρόνια πριν γίνει επιταγή. Ήσουν αυθεντικά φιλικός μαζί μου, και εγώ σε θαύμαζα, σε έβρισκα τόσο όμορφο, τόσο αρρενωπό, με κολάκευε τόσο που με χαιρετούσες σαν… σαν δικό σου, σαν να γνωριζόμασταν από παλιά.

Έτσι με χαιρετούσες και τώρα, στην πλατεία που απέφευγαν οι καθωσπρέπει, αυτή όπου τα αγόρια που θα ήθελαν να είναι Γυναίκες, περνούσαν τις νύχτες τους.

Κάναμε παρέα για μερικούς μήνες Στέλιο/Γυναίκα. Ήσουν μεγαλύτερος μόνο πέντε χρόνια, αλλά… αλλά ήσουν δεκαετίες μπροστά. Με έμαθες, χωρίς ποτέ να διδάξεις, να κηρύξεις, την ελευθερία, την αποδοχή. Με μπόλιασες με την δύναμη του να νιώθεις άνετα με το είναι σου, ακόμα και αν αυτό το είναι σου είναι για πολλούς απόκλιση. Σε βοηθούσα να αποτριχώσεις την πλάτη σου, με βοηθούσες να μην κρίνω τον διαφορετικό από μένα άλλο. Σου περιποιούμουν την ακριβή περούκα, μου περιποιούσουν την ψυχή. Σου διόρθωνα τα ρούχα… μου διόρθωνες τις προκαταλήψεις.
 Έτσι, περιληπτικά αλλά τόσο ουσιαστικά, ακόμα.

Χαθήκαμε. Της ζωής το ανελέητο χάσιμο. Κάποιος κάποτε μου είπε πως πέθανες νέα, κοντά στα 40. Εύχομαι να μην ήσουν εσύ «ένας Στέλιος που ήξερε και που ντυνόταν Γυναίκα» και που πέθανε...
Τα πρωινά, στο τυροπιτάδικο, μετά την συνάντηση στην πλατεία, έτρωγες την σαλάτα σου, και κοιταζόμασταν συνωμοτικά. Πλημμύριζε χαρά η καρδιά μου, Γυναίκα...

Πρώτη δημοσίευση εδώ

Friday, January 22, 2016

It is SUPER, but it is not. But it is good.

Νέο τραγούδι οι Pet - Inner Sanctum.

Προπομπός του άλμπουμ που κυκλοφορεί πρωταπριλιά. Super.

Τον Ιούλιο τέσσερις συναυλίες στην Royal Opera του Λονδίνου. (αυτό μου κάνει λίγο Γαλάνη Αλεξίου στο Παλλάς αλλά οκ)

Monday, January 18, 2016

Μαθήματα δημιουργικής γραφής από το πρόβατο στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς!

11 εβδομάδες
2 ασκήσεις
11 εισηγήσεις 4000 λέξεων
Μελέτη με τον ρυθμό και τον τρόπο που θες
και πρόβατο
 ε τι άλλο να ζητήσει κανείς!

εδώ το link!
Καλή αρχή

Monday, November 30, 2015

Φαγώσιμα έντομα

Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πραγματικά ευτυχισμένος. Όταν τα έντομα, μερικές χιλιάδες από αυτά, έρπουν πάνω στην λεπτή, αδιαπέραστη προστατευτική στολή μου, όταν ακούω, καθώς δουλεύω στο θερμοκήπιο, την αντήχηση του βόμβου από τα εκατομμύρια μικροσκοπικά φτερά τους, είμαι ευτυχισμένος. Οι κινήσεις τους πάνω μου, ο υγρός ήχος τους στα αυτιά μου, μου δίνουν την αίσθηση πως περιτριγυρίζομαι από καθαρή ζωή, ατόφια, αυθεντική. Ζωή ανίκητη που υπήρχε εκατομμύρια χρόνια πριν και θα υπάρχει ακόμα τόσα στο μέλλον, ζωή που σήμερα σέρνεται πάνω μου, με καλύπτει ολόκληρο, τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι, το τζάμι της κάσκας της στολής μου… και με κάνει πραγματικά ευτυχισμένο.

Τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα που δούλευα στα θερμοκήπια εντόμων παραπάτησα και έπεσα μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή γεμάτη λεπιδόπτερα έτοιμα για συγκομιδή και επεξεργασία. Ήταν σαν να βουτάω στη θάλασσα. Δεν ξέρω πως είναι η βουτιά στην θάλασσα, δεν έχω βουτήξει ποτέ, κανείς στην ηλικία μου δεν έχει, έχω όμως δει, σε παλιά, απαγορευμένα βίντεο, παλιούς ανθρώπους να κολυμπάνε. Δεν είναι εύκολο να δούμε βίντεο από την εποχή που δεν γνωρίζαμε ότι η θάλασσα και ο ήλιος είναι τοξικά. Είναι παράνομα, προκαλούν ταραχές και μαζικές αυτοκτονίες. Έχουν απαγορευτεί από την κυβέρνηση.

Είμαι ευτυχισμένος στη δουλειά μου. Πληρώνομαι πολύ καλά γιατί δεν βρίσκουν εύκολα ανθρώπους να θέλουν τέτοια δουλειά. Υπάρχει προκατάληψη για τα έντομα. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να τα βλέπουν, πόσο μάλλον να τα φροντίζουν, να τα ταΐζουν μέχρι να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος και βάρος για τροφή. Αν γνώριζαν ότι τα τρώνε, αν ήξεραν ότι οι συσκευασίες με μερίδες κρέας ΣΑΧΟΙΡΙΝΟ, ΣΑΨΑΡΙ, ΣΑΜΟΣΧΑΡΙΣΙΟ που αγοράζουν τόσο ακριβά από τα κυβερνητικά κέντρα διατροφής δεν είναι χοιρινό, δεν είναι μοσχαρίσιο, δεν είναι ψάρι, δεν θα τους άρεσε καθόλου. Αλλά, δεν το γνωρίζουν. Ούτε και για τις μεγάλες Φάρμες Εκτροφής Εντόμων ξέρουν, τα εκατομμύρια στρέμματα από σκοτεινά θερμοκήπια, με τα δισεκατομμύρια υπερκινητικά έντομα που κυματίζουν με θόρυβο γύρω μου.

Θέλω πολύ να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό. Πως ήταν, αναρωτιέμαι συχνά, η παλιά εποχή που όποιος ήθελε ταξίδευε ως την ακτή, έβγαζε τα ρούχα του και βουτούσε στην θάλασσα; Στα απαγορευμένο βίντεο που είδα, άντρες και γυναίκες στην ηλικία μου τρέχουν γελώντας σε μια αμμουδερή ακτή, ξαπλώνουν στην άμμο, πετάνε νερό ο ένας στον άλλο. Είναι ολόγυμνοι, απροστάτευτοι, δε φοβούνται ούτε καν τον ήλιο. Δεν ήξεραν παλιά ότι είναι τοξικός. Πίστευαν ότι ήταν αβλαβής, όπως το πίστευαν για τον καπνό, τη θάλασσα, τη συνεχή έκθεση σε ερεθίσματα πληροφορίας και ψυχαγωγίας. Τώρα ξέρουμε την αλήθεια. Φοβάμαι πολύ τον ήλιο, δεν τον έχω δει ποτέ. Συχνά όμως, στα αποδυτήρια της Φάρμας Εκτροφής Εντόμων, όταν, μετά την βάρδια, γυμνός, καθαρίζω τα μικροσκοπικά φτερά, τα γαντζωτά ποδαράκια που έχουν διαπεράσει την στολή μου και έχουν μπλεχτεί με τις τρίχες στο στήθος, στα πόδια, στα γεννητικά όργανα, αναρωτιέμαι… πως θα είναι να τυλίγει το γυμνό σώμα μου η θάλασσα; Είμαι σίγουρος, θα μοιάζει με τα έντομα στην δεξαμενή, τότε που παραπάτησα και έπεσα.

Τα άλογα μοιάζουν πολύ με τα έντομα. Δεν μας φοβούνται, δεν μας βλέπουν ως θηράματα, θέλουν να έρθουν κοντά μας, να μας αγγίξουν. Έχω αγγίξει άλογο. Μέχρι πριν μερικές εβδομάδες μόνο είχα δει, σε απαγορευμένο βίντεο. Μα ένα απόγευμα μετά τη δουλειά πήγαμε με το Γιάννη και το Στάθη στον Υππέρδρομο και είδα, για πρώτη φορά, άλογα κούρσας από κοντά. Τρόμαξα. Ήταν τόσο όμορφα. Τρομακτικά όμορφα. Ολόιδια με αυτά που είχα δει στα απαγορευμένα βίντεο αλλά και απολύτως διαφορετικά. Τα μάτια τους είχαν μια θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, τα πόδια τους ήταν δυνατά σαν κράμμα μετάλλου και ευλύγιστα, οι ράχες τους στιβαρές. Δεν έμοιαζαν με τίποτε που έχω δει. Στις κούρσες, έτρεχαν αγέρωχα, αδιάφορα για οτιδήποτε γύρω, άγρια, έβγαζαν ψηφιακούς ήχους. Όταν τελείωνε ο αγώνας, στην γραμμή του τερματισμού, μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι να τα οδηγήσουν στους στάβλους ανατροφοδότησης, έβγαινε ατμός από τα ρουθούνια και το στόμα τους, που μύριζε καμένο λάδι. Περισσότερο απ’ όλα με εντυπωσίασε η θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη στο βλέμμα τους. Από τότε, από εκείνη την πρώτη μέρα, πήγαινα κάθε μέρα στον Υππέρδρομο. Δεν είπα στους φίλους μου ότι το μόνο που ήθελα είναι να βλέπω τα άλογα να τρέχουν – νομίζουν πως πήγαινα για να παίξω, για να ποντάρω.

Έχω αγγίξει άλογο. Συνέβη πριν από τέσσερις μέρες. Ο Γιάννης είχε πληροφορία. Στην τελευταία κούρσα της ημέρας, θα ντοπάριζαν το αουτσάιντερ, ένα σαραβαλιασμένο άλογο που έβγαινε πάντα τελευταίο, με μια νέα ουσία, και θα έβγαινε πρώτο. Αν στοιχηματίζαμε θα κερδίζαμε πολλά – όπως και ο διευθυντής του Υππέρδρομου, που είχε στήσει την δουλειά.

Στην γραμμή της εκκίνησης το άλογο που είχαμε ποντάρει ξεχώριζε. Στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, δεν ρουθούνιζε καθόλου, δεν κλωτσούσε την άμμο όπως τα άλλα. Ήταν το πιο βαρύ και κουρασμένο, το πιο μεγαλόσωμο, το πιο γέρικο. Όταν ακούστηκε το σινιάλο, ξεκίνησε τελευταίο. Οι φίλοι μου κοιταχτήκαν απογοητευμένοι. Είχαν ποντάρει πολλά, για να βγάλουν τα χαμένα της χρονιάς. Το άλογο έτρεχε άνευρα, στραβά, σαν να είχε σκουριασμένα μέλη. Και τότε… δούλεψε η ουσία. Άρχισε να επιταχύνει, όλο και περισσότερο, τινάχτηκε μπροστά σαν να το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και έγινε καινούργιο. Προσπέρασε τα δύο άλογα μπροστά του, μετά άλλα δύο που έτρεχαν δίπλα – δίπλα, ύστερα ένα ακόμη και βρέθηκε τρίτο, πίσω από τα φαβορί. Με τον ίδιο ρυθμό τα πέρασε και αυτά και χωρίς να κόψει ταχύτητα συνέχισε να καλπάζει με την ίδια ορμή, την ίδια ένταση, την τόσο κόντρα από την φύση του, και όλο και μεγάλωνε η απόσταση από τα άλλα άλογα, τα πιο νέα, τα πιο καλοφτιαγμένα, τα πιο ευκίνητα, και οι φίλοι μου φώναζαν δίπλα μου ενθουσιασμένοι και η γραμμή του τερματισμού έφτανε όλο και πιο κοντά, η γραμμή της νίκης όλο και πλησίαζε.

Και τότε, στα 100 μέτρα, ίσως και λιγότερα, πριν από το θρίαμβο, το άλογό μας, σταμάτησε να κινείται, κοκάλωσε. Έβγαλε μια βαθειά ανάσα, γύρισε το κεφάλι του μια δεξιά, μια αριστερά, λες και ήθελε πριν πεθάνει να ρίξει ένα βλέμμα, με τα μάτια του με τη θλιμμένη ηλεκτρονική λάμψη, στους θεατές, που τώρα γελούσαν μαζί του. Και μετά τίναξε το μπροστινό δεξί πόδι και κατέρρευσε.
Δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Με πλημμύρισε η απελπισία. Όχι για τα χαμένα χρήματα. Για το άλογο. Η σκέψη ότι δηλητηριάστηκε, η εικόνα να του δίνουν την ουσία που το σκότωσε, η αναρώτηση τι αισθάνθηκε τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση με έκαναν να χάσω την ψυχραιμία μου. Πήδηξα τον φράχτη που μας χώριζε από το τερέν, δεν κατάφερα να συγκρατηθώ, και έτρεξα και αγκάλιασα το σωριασμένο άλλο, γονάτισα δίπλα του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω του, ακούμπησα το μέτωπό μου στο λαιμό του, που ήταν ακόμη ζεστός και μύριζε λάδι, «συγγνώμη», «συγγνώμη» ψιθύρισα, ένα βουητό, ένας βόμβος σαν φτερά εκατομμυρίων εντόμων ακουγόταν από το εσωτερικό του αλόγου, όλο και πιο αδύναμα, μέχρι που σταμάτησε, σταμάτησε τελείως, και με ένα οριστικό κλικ τα μάτια του έκλεισαν και ήρθαν οι άνθρωποι του Υππέρδρομου και με σήκωσαν και με πήγαν πίσω στην θέση μου, δίπλα στους χλωμούς από την απογοήτευση φίλους μου. Έτσι άγγιξα και εγώ, πρώτη φορά, άλογο.

Δεν θα πάω ποτέ ξανά στον Υππέρδρομο. Και ζήτησα να μου αλλάξουν πόστο, να μην δουλεύω στο ίδιο θερμοκήπιο με τους φίλους μου. Την επόμενη μέρα από το θάνατο του αλόγου είπαν σε όλους στη δουλειά τι συνέβη, τι έκανα, γελούσαν και έλεγαν «τι σε έπιασε ρε; Πως έκανες έτσι για ένα ρομπότ;».

πρώτη δημοσίεση έγινε εδώ

Wednesday, October 07, 2015

Friday, October 02, 2015

Μην ακούς τους γέρους που «ξέρουν»!

Μην ακούς τους γέρους

Έχουν θλίψη και απελπισία στην καρδιά. Έχουν ένα μαύρο πέπλο οργής μπροστά στα μάτια, που τους τυφλώνει. Χάσανε τα φράγκα και τις ανέσεις με τις οποίες ζήσανε 3 "χρυσές" (τσίγκινες, στην πραγματικότητα...) δεκαετίες - και τώρα, που ξέρουν ότι δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουν την επόμενη χρυσή εποχή (η οποία έρχεται, είναι ο κύκλος της ζωής έτσι) προσπαθούν να σε πείσουν... ότι, επειδή είναι κοντά στο τέλος εκείνοι, τελειώνει και η Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να φοβούνται τον χρόνο που περνά, αλλά η σκέψη τους είναι προϊόν μιας εποχής που δαιμονοποίησε την υπέροχη φθορά της ζωής.

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την...(συνέχεια εδώ)

Monday, September 28, 2015

Προσωπική και άλλες ιστορίες

Μία πέτρα, την σήκωσε από το χώμα ο Όμηρος κ την έριξε πέρα για να μην τον ενοχλεί, να καθήσει να τραγουδήσει.
Μία πέτρα, την πέταξε ο Σωκράτης σε ένα αδέσποτο σκυλί που του γαύγιζε καθώς τριγυρνούσε στην όχθη του Ιλισσού.
Μία πέτρα, την πήραν οι Ρωμαίοι στην αιώνια πόλη κ την έκαναν βήμα για να ρητορεύουν οι Συγκλητικοί.
Μία πέτρα, διέταξε να την γκρεμίσουν κ να την κάψουν ένας εκατόνταρχος του Θεοδόσιου του Μεγάλου.
Μία πέτρα, από κολώνα δωρική, έγινε τοίχος εκκλησίας πάνω στην Ακρόπολη.
Μία πέτρα, την είχε για προσκέφαλο ένας μουσουλμάνος βοσκός γεννημένος εκεί που τώρα υπάρχει ένα τσιμεντένιο κ γυάλινο μουσείο.
Μία πέτρα, πέτυχε στο μέτωπο, και το μάτωσε, ένα προσφυγάκι από την Κρήνη της Μικρασίας.
Μία πέτρα, την κλώτσησε, μέσα σε έναν ομαδικό τάφο εκτελεσμένων, ένας Γερμανός, συντετριμμένος από το αίμα, στρατιώτης.
Μια πέτρα, έκρυβε έναν δεξιό Έλληνα που πυροβολούσε αριστερούς Έλληνες κ έναν αριστερό που πυροβολούσε δεξιούς.
Μία πέτρα, ήταν κομμάτι από την δεξιά κολώνα της πύλης του Πολυτεχνείου.
Μια πέτρα μου την έδωσε να παίζω η μάνα μου, νέα, χαμογελαστή, χαρούμενη, ένα μεσημέρι που ήμασταν στη θάλασσα. (Ήμουν μωρό, γελούσα κ, λίγα καλοκαίρια μετά, το μεσημέρι που εκείνη έγινε ένα με το χώμα, θυμόμουν την πέτρα - παιχνίδι.)
Μία πέτρα την χρησιμοποίησα σαν κιμωλία για να χαράξω πάνω σε ένα βράχο "σε αγαπάω, από πάντα, για πάντα".
Μια πέτρα έγινε η καρδιά μου όταν σε πρόδωσα κ με πρόδωσες.
Μία πέτρα τσάκισε την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου που δεν ξανάνοιξε ποτέ, σε μια άγρια διαδήλωση.
Μια πέτρα κρατά την βρώμικη κουβέρτα ενός άστεγου της Αθήνας, να μην την παρασύρει ο κρύος, χειμωνιάτικος άνεμος.

...τόσες πέτρες, τόσο βάρος, πάνω στα στήθη μας, μέσα στα στόματά μας.
Να τις σηκώσει κάτι, να μπορέσουμε επιτέλους να αναπνεύσουμε. Να μιλήσουμε.