Tuesday, December 10, 2019

Πασχαλινό μη-θαύμα

Το γραφικό σπίτι είναι παρατημένο. Αλλά κατοικείται. Όποτε έρχομαι στο νησί, τρεις φορές τα τελευταία χρόνια, το κατασκοπεύω. Και φέτος, αμέσως μόλις έφτασα, παραμονές Πάσχα, έτρεξα στο καλντερίμι με τα μπαρ, κλειστά μέχρι να ξεκινήσει η σεζόν, στάθηκα και το παρατηρούσα. 
Η μικρή αυλή παραμελημένη: παλιοί κουβάδες και μπιτόνια άδεια, κοντάρια από σκούπες ορφανά, φύλλα ξερά και πολλοί φάκελοι. Νερό, ρεύμα, τράπεζες, λογαριασμοί. Παρατημένοι όπου τους έριξε ο ταχυδρόμος. Κλειστοί. Βρεγμένοι από πολλές βροχές, στεγνωμένοι από πολλούς ήλιους. Τοίχοι ξεφλουδισμένοι, με μούχλα, παραθυρόφυλλα άβαφτα. Όμως, όταν κατασκοπεύσω βράδυ, βλέπω φως. Όταν ρώτησα μια γειτόνισσα, επιβεβαίωσε. Το σπίτι δεν είναι έρημο. Παρατημένο είναι. 
Με γοητεύει, όχι λόγω γραφικότητας, ούτε λόγω της σαγηνευτικά παρακμιακής μυρωδιάς μούχλας και εγκατάλειψης. Με συγκινεί διότι ίσως είναι ένα από τα σπίτια όπου μείναμε με τη μητέρα μου τα πρώτα δέκα χρόνια μου. Δεκαετία του 1970. Το νησί μόλις έμπαινε στη λεωφόρο της μαζικής τουριστικής ευημερίας, τότε ακόμα ήταν γνωστότερο ως η γενέτειρα του σπουδαιότερού μας διηγηματογράφου. Λίγοι υποψιασμένοι το γνώριζαν ως παράδεισο. Ανάμεσά τους η μητέρα μου, που πήγε στο νησί για να δουλέψει, και έμεινε για έναν έρωτα και να μεγαλώσει τα δύο παιδιά της σε ήσυχο τόπο. Αλλά η ζωή σχεδιάζει αλλιώς: το μεροκάματο δύσκολο τον χειμώνα, ο έρωτας έσβησε, η ανύπαντρη μητέρα με τα δύο παιδιά δεν τα βρήκε όλα βολικά. Ό,τι και να συνέβη, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 φύγαμε στην Αθήνα.
Την Κυριακή του Πάσχα του 2019, 38 χρόνια από την αναχώρησή μας, 26 από τον θάνατο της μητέρας μου, τα βήματα του χωνευτικού περιπάτου με έφεραν πάλι στο σπίτι όπου ίσως ζούσαμε τότε. Και να, θαύμα αναστάσιμο! Μια γυναικα σκούπιζε την αυλή με τους φακέλους, γύρω στα 60, παχύσαρκη, με βρόμικα μαλλιά, έντονους μαύρους κύκλους, απεριποίητη, με λεκιασμένα ρούχα. Επιτέλους! Κάποιος να ρωτήσω, να μάθω. Αλλά... το θαύμα δεν έγινε. Μου έδωσε την εντύπωση πως είναι υπό την επήρεια φαρμάκων και ότι κάτι δεν μου λέει. 
Ναι, το σπίτι τής ανήκει, από τότε. Ερχόταν μόνο καλοκαίρια, αλλά δεν το νοίκιαζε. Σίγουρα; Σίγουρα. Μήπως μείναμε κάποιον χειμώνα; Δεν θυμάται, δεν έδινε σημασία σε τέτοια τότε. Μήπως θυμάστε τη μητέρα μου – είχε ένα μαγαζί εκεί και... Δεν θυμάται, δεν πρόσεχε τότε. Μάλιστα. Ευχαριστώ. Έφυγα. Στενοχωρημένος. Θα βρω ποτέ άκρη; 
Ίσως όντως η γυναίκα να μη θυμάται· εδώ δεν θυμάμαι εγώ. Ίσως να είναι πολύ άσχημα για να συντάξει, να αφηγηθεί ό,τι θυμάται, όπως και για να ανοίξει τους φακέλους, να βάλει να βάψουν. Χάνει καμιά φορά ο άνθρωπος τις δεδομένες ικανότητες. 
Λίγες μέρες μετά, ξαναπέρασα. Παρά το σκούπισμα, οι φάκελοι ακόμη εκεί. Τη γυναίκα που την έφτιαξα τρελή και αλλοπαρμένη στο μυαλό μου την είδα να οδηγεί, να κάνει δύσκολες μανούβρες να παρκάρει σε ένα άλλο καλντερίμι. Μα κάνουν μανούβρες με τζιπ οι τρελοί; Πώς; Μήπως δεν τα σκέφτομαι καλά; Ωστόσο, φορούσε την ίδια μπλε, γεμάτη λεκέδες, μπλούζα. 
Και εγώ; Εγώ νομίζω πως αρχίζω να αισθάνομαι λίγο περιττή αυτή την αναζήτηση. Το ξέσπασα ό,τι ήταν να ξεσπάσει, το ψαχούλεψα, το βρήκα κλεισμένο το τραύμα. Ό,τι έγινε, έγινε. Όπου έμεινα, έμεινα. Καλώς έγιναν όλα. Μα δυο σκέψεις με ερεθίζουν: Mήπως τα βλέπω τώρα γιατρεμένα επειδή τα αφηγήθηκα; Kαι μήπως η μνήμη είναι μια παράξενη γυναίκα, που δεν θέλει, δεν μπορεί να μιλήσει συχνά, και που θα σου πει μόνο αν θέλει εκείνη; 

Saturday, December 07, 2019

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία για ενήλικες



Μια φορά κ ένα καιρό ήταν ένα αστεράκι, διαφορετικό πολύ από τα άλλα. Δεν γεννήθηκε στο ουράνιο στερέωμα αλλά σε ένα κωλάδικο στον νομό Ημαθείας. Λίγο έξω από μια πόλη τόσο ανιαρή που δεν αξίζει να μνημονευθεί.

Το αστεράκι ήταν πολύ ευτυχισμένο όπως μεγάλωνε. Όλη τη μέρα κοιμόταν σε ένα βρωμερό καμαρίνι κ τα βράδια έκρυβε τη δεξιά (ή την αριστερή) ρόγα από πρώην μπαλαρίνες στα Μπολσόι, και κορίτσια με δυο μέτρα πόδια από την Σόφια. Στην σκηνή, κολλητά σε υπέροχα στητά στήθη, ή σε υπέροχα κρεμαστά στήθη, ή σε υπέροχα μεγάλα στήθη, ή σε υπέροχα μικρά στήθη, ή σε υπέροχα φακιδωτά στήθη, (you get the point) έβλεπε τον κόσμο καλλίτερα κ περισσότερο από ότι αν ανήκε στον αστερισμό του Τοξότη. (Αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε τη σύμπτωση πως το κωλόμπαρο έτσι ακριβώς λεγόταν. Τοξότης. Η ζωή, αχ η ζωή...)

Πολλά χρόνια πέρασαν κ το αστεράκι μεγάλωσε, περνώντας πάνω από χιλιάδες βυζιά. Ύστερα ήρθε η κρίση κ ο Τοξότης Ημαθείας έκλεισε οριστικά. Το αστέρι έπρεπε να βρει μια απασχόληση κ αποφάσισε να πάει σε μια μεγάλη πόλη. Εκεί έμπλεξε με κάτι ΜΚΟ αναγέννησης εργαζομένων σε κωλάδικα και όσο κ αν ακούγεται απίστευτο, από αστέρι Κωλάδικο έγινε (αν είναι δυνατόν!) Χριστουγεννιάτικο αστέρι. Σε δέντρα. Από ρόγες, σε έλατα, από κωλάδικα, σε χριστουγεννιάτικα σαλόνια...

Αλλά αυτή είναι η ζωή κ κανείς πρέπει να σκύβει το κεφάλι, ειδικά για την επιβίωση. Όμως, όλοι έχουμε ένα σημείο καμπής. Για το αστέρι μας αυτό το σημείο ήταν όταν βρέθηκε φυλακισμένο πίσω από χοντρά κάγκελα, σε ένα υπεργλυκανάλατο σαλόνι τετραμελούς οικογένειας, ανάμεσα σε φτηνές μπάλες κ διακοσμητικά, φτιαγμένα από παιδάκια σε υπανάπτυκτες χώρες για ένα δολάριο την μέρα. 

Αισθάνθηκε αηδία, για τον εαυτό του που είχε παχύνει, για τα χοντρά κάγκελα, για τα κακομαθημένα χοντρά παιδάκια, κάτι μικρά σιχαμένα καθάρματα που όταν μεγάλωναν θα γίνονταν σαν τους χειρότερους πελάτες στα κωλάδικα που, περιέργως, τα νοσταλγούσε... 

Κάρφωσε το ένα παιδάκι στο λαιμό. Το άλλο στο μάτι. Τους γονείς στην καρωτίδα. Πέθαναν ακαριαία. Άνοιξε την πόρτα κ περιστεφόμενο πάνω στις ακτίνες του (τις ίδιες αυτές με τις οποίες σφάγιασε την οικογένεια) κύλησε προς τα βουνά γύρω από την πολιτεία. Βρήκε ένα σημείο, ήσυχο, σκοτεινό και εκει έμεινε ακίνητο, κ περίμενε. Χωρίς σκοπό, δίχως αιτία.

Πέθανε ευτυχισμένο κοιτάζοντας τον ουράνιο θόλο, μακριά από κάγκελα, με μια ανεξήγητη ευδαιμονία, μια γαλήνη, μια υπεργλυκύτατη αίσθηση ανήκειν.

Ο δολοφόνος της οικογένειας δε βρέθηκε ποτέ - και το αστέρι δεν έμαθε ποτέ ότι το λιβάδι όπου άφησε την τελευταία πνοή του, οι ντόπιοι το έλεγαν "η ρόγα της γριάς".

Monday, December 02, 2019

Άτιτλο ερωτικό

Μου τράβηξαν την προσοχή, αμέσως σχεδόν, και ας διάβαζα χωμένος στον κόσμο του βιβλίου.

Απέναντί μου κάθισαν, τους έβλεπα κατά πρόσωπο - μεταξύ τους ήταν δίπλα δίπλα καθισμένοι, παράξενο για ζευγάρι. Ένα ζευγάρι που έμοιαζε να έρχονται από άλλη εποχή, παλιά. Νέοι, γύρω στα 30, το πολύ. Εκείνος ασχημούλης, συνεσταλμένος, με μάτια πρησμένα, ξενυχτισμένα. (Με έκαναν να σκεφτώ ξενύχτια - για να βλέπει σήριαλ Αμερικανικά, ή για να παίζει rpg's, ή για να απολαμβάνει πορνό...) Ψηλός, αλλά άχαρος, σαν λελέκι. Χαμογελούσε, όμως, όμορφα, και γελούσε συχνά. Αυθεντικά.

Εκείνη, λίγο μικρότερή του, άσπιλη - από αυτές τις νέες γυναίκες που φαντάζεσαι πως έχουν απαράβατη ιεροτελεστία φροντίδας του εαυτού τους κάθε βράδυ, πριν τον ύπνο. Με στιλπνά, λαμπερά, ολόισια, περιποιημένα καστανά μαλλιά (που τα τσέκαρε, με το χέρι, συχνά), ωραίο εφαρμοστό πουλοβεράκι, και με εμφανώς λιγότερη αμηχανία από την συντροφιά της. Μιλούσε πολύ, την πολυλογία της μοναξιάς, και από όσα έπιασα (κοκκίνισε το αυτί μου από την προσπάθεια, γκρρρρ) αφηγείτο ανούσιες, χιουμοριστικές τάχα ιστορίες, από την ζωή της. Κυρίως περιπέτειες με τον σκυλάκι της. Ατάκες που της έλεγαν, ή ζητιανές που έκανε το ζωντανό για μεζέδια, τέτοια.

Αλλά γελούσαν μαζί, πολύ. Και μαζί υπήρχε μια έντονη αμηχανία, σχεδόν ντροπή, μεταξύ τους. Αυθεντική. Νοιάζονταν.

Φαντάστηκα το πλαίσιο: Είναι κάποια συνάντηση καλλίτερης γνωριμίας δύο ανύπαντρων νέων που ήρθε η ώρα να κάνουν οικογένεια. Αυτός μάλλον έχει αργήσει πολύ περισσότερο από εκείνη, ίσως να είναι πάνω από 30, εξ ου και ήταν εξαιρετικός, πρόθυμος ακροατής, γελούσε πολύ με ότι έλεγε εκείνη, άκουγε προσεκτικά, δεν διέκοπτε, φοβόταν περισσότερο από τους δύο να μιλήσει.

Από την άλλη, εκείνη, που αν και ομορφούλα, δεν φαινόταν κορίτσι που θα έπαιζε το παιγνίδι των σύγχρονων τρόπων να συνδέονται οι νέοι. Γιατί; Ποιος ξέρει... Ίσως να έχει συντηρητικό χαρακτήρα. Ίσως να είναι θεούσα, αυθεντικά, ολόκαρδα. Ίσως να έχει αυστηρούς γονείς ή χαμηλή αυτοπεποίθηση. Ένας ασχημούλης και μια θεούσα που εξερευνούν το ενδεχόμενο να κάνουν οικογένεια. Επειδή είναι οι μοναδικοί στην παρέα τους, στην γενιά τους, στην σχολική τάξη τους, που δεν κάνουν σεξ έτσι, που δεν πειραματίζονται, επειδή μπορούν.

Αλλά μπορεί να υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ίσως κάποιου είδους ώθηση από την οικογένειά τους. Για λόγους συμφέροντος (για να ενωθούν δύο κτήματα, δυο περιουσίες). Για λόγους ελέγχου (θα παντρευτείς αυτόν που θα εγκρίνουμε πρώτα εμείς). Για λόγους συμπόνοιας (η κόρη μας είναι πολύ μονόχνωτη, τι θα κάνουμε, θα μείνει γεροντοκόρη;). Υπάρχει ένα παράδοξο στην κοινωνία εδώ, πως αυτές οι παράξενες εκδοχές μοιάζουν (ΜΟΥ μοιάζουν) πιστευτές, ακόμα και σήμερα, στην ασύδωτη εποχή μας.

Μα περισσότερο από όλα με συναρπάζει η εκδοχή αυτοί οι δύο άνθρωποι να συναντήθηκαν, μεν, από ανάγκη, ή από ώθηση, ή από υποχρέωση αλλά να δημιούργησουν έναν πλήρη και ωραίο και σωματικό έρωτα. Ομολογώ ότι παρατήρησα πως το παντελόνι του όπως καθόταν φούσκωνε γενναιόδωρα στο επίμαχο σημείο, ενώ το στήθος της ήταν πλούσιο, όμορφο, στητό, με ρώγες που διακρίνονταν πολύ λαχταριστά κάτω από το εφαρμοστό, ζωηρά πράσινο πουλόβερ. Και αυτά τα σίγουρα μυρωδάτα μαλλιά της.... μμμμμ.

Προσευχήθηκα η καύλα να τους σώσει. Τα κορμιά τους. Οι βυζάρες της και ο πούτσος του. Να γδυθούν την πρώτη φορά, και... Η καύλα. Η βασιλική οδός προς την αγάπη, τον εξανθρωπισμό των ανθρώπων, και την ζωντανή, πλήρη εσωτερική ζωή.

Thursday, November 14, 2019

Η θάλασσα της Σιρίας


Έστειλε γραπτό μήνυμα, στα ελληνικά: «Θανάσι, τι κάνεις; Από Σιρία εγω». Όταν είδε, στο πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας κρεμασμένης σε ένα περίπτερο στην πλατεία Ομονοίας, ότι η λέξη Συρία γράφεται με ύψιλον και όχι με γιώτα, στεναχωρήθηκε πολύ. Ευχήθηκε να υπήρχε τρόπος να μπορούσε να πάρει πίσω το μήνυμα. Να το ξαναστείλει σωστά. «Από Συρία εγώ».

*

Έτσι γίνεται πάντα. Το ένα φέρνει το άλλο. Κάποιος του είπε, δεν θυμάται ποιος, εάν θέλει να βγάλει εύκολα και ακίνδυνα λίγα χρήματα, χωρίς φασαρίες, να βάλει αγγελία, σε σάιτ για γνωριμίες. Μασάζ. Προικισμένος. Δωράκι. Παρέα σε γενναιόδωρους κυρίους... Μα να θυμηθεί, τα ψηφία του αριθμού του τηλεφώνου του να τα γράψει με κενό, με αστερίσκο ανάμεσα, ώστε να μην τα μπλοκάρει το αυτόματο σύστημα του σάιτ. Να αγοράσει ένα άλλο κινητό τηλέφωνο, με άλλο αριθμό, μόνο γι' αυτή τη δουλειά, να μη δώσει το κανονικό του. Για να αποφύγει μπλεξίματα και φασαρίες.

Τα έκανε όλα όπως τον είχαν συμβουλέψει. Πήγε στο ίντερνετ καφέ, μπήκε στο σάιτ, του το είχανε σημειώσει στο πίσω μέρος ενός δελτίου Τζόκερ που δεν είχε κερδίσει, έγραψε, στα ελληνικά, με αγγλικούς χαρακτήρες, την αγγελία. Όλα σύμφωνα με τις οδηγίες – εκτός από το να αγοράσει καινούργιο τηλέφωνο. Δεν είχε χρήματα να ξοδέψει, αλλά, κυρίως, σκέφτηκε «τι μπλεξίματα; σε τι άλλο να μπλέξω;». Ανέβασε την αγγελία και, δύο μέρες μετά, άρχισαν τα τηλεφωνήματα. Τον ανακούφισε αυτό, το είδε σαν μια μορφή ενθάρρυνσης, μια μορφή ανταπόκρισης, την είχε ανάγκη. Ήταν Αύγουστος, η πόλη είχε αδειάσει, δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει – μα πολλοί άντρες που είχαν στείλει τις οικογένειές τους στα εξοχικά, ήθελαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για περιπέτειες.

Οι φωνές στο ακουστικό, άλλες συνεσταλμένες και διστακτικές, άλλες επιθετικές, τον ρωτούσαν «είσαι Έλληνας;», «πόσο προικισμένος;», «τι δωράκι θέλεις;». Απαντούσε, αλήθεια, ότι δεν είναι Έλληνας. Όμως τους έλεγε ψέματα για τη χώρα καταγωγής του. Δεν κρυβόταν, όχι, δεν φοβόταν τα μπλεξίματα... ήταν ότι δεν ήθελε να υπάρχει η πατρίδα του, με κανένα τρόπο, στη συνομιλία. Ήταν που ήθελε να αφήσει την παλιά ζωή του μακριά από τη δουλειά αυτή. Στη δεύτερη ερώτηση, το πόσο προικισμένος, απαντούσε «μεγάλο». Ντρεπόταν πολύ να μιλάει γι αυτά, αλλά επέμεναν. «Πόσους πόντους, δηλαδή; Χοντρό; Πόσο χοντρό;». Μετά από αυτή τη στιχομυθία, η κουβέντα για τα χρήματα που πάντα ακολουθούσε, δεν του προκαλούσε καμία αμηχανία. Ζητούσε δωράκι πενήντα ευρώ. Του έκαναν, χωρίς εξαιρέσεις, παζάρια, τριάντα, είκοσι πέντε . Δεν το πάλευε πολύ. Σαν να μην είχε σημασία. Δεν είχε σημασία. Όταν ξέμενε από χρήματα, δεχόταν και με είκοσι.

Ξεκίνησε να «δουλεύει». (Τα εισαγωγικά στη λέξη τα βάζει ο ίδιος, στο μυαλό του.) Δεν ήξερε τι να περιμένει. Ούτε και υποψιαζόταν πόσο μεγάλη ήταν η άγνοιά του, πόσο πολύ δεν ήξερε τι να περιμένει. Τα σπίτια των ανθρώπων. Τα έπιπλα, ο φωτισμός στα δωμάτια. Τα κρεβάτια. Τα σεντόνια. Οι φωτογραφίες από βαφτίσεις σε κομοδίνα. Οι αναμμένες τηλεοράσεις που παίζουν αθόρυβα, ή με χαμηλωμένη ένταση. Η τάξη. Η αταξία. Η εγκατάλειψη ή η κλινική τελειότητα. Τα σπίτια των ανθρώπων, τόσο διαφορετικά, τόσο αλλιώτικα μεταξύ τους. Τον είχαν συμβουλέψει να μην κοιτάζει γύρω, να συνετίζει τον εαυτό του, να ελέγχει την περιέργεια του γιατί μπορεί να νομίσει κάποιος «πελάτης» πως θέλει να κλέψει, πως προσπαθεί να εντοπίσει κάτι πολύτιμο. Του είναι όμως δύσκολο να κρατηθεί, πολύ δύσκολο.

Κοιτάζει, λοιπόν... δεν συνετίζει τον εαυτό του. Και μετά, αφού έχει φύγει από ένα ακόμη σπίτι, φέρνει στο μυαλό του, με μια πρώιμη, αδικαιολόγητη, μα απτή νοσταλγία, τις εικόνες που αποτύπωσε. Διακοσμητικά στους τοίχους, μισοάδεια σαμπουάν στο μπάνιο, μπουκάλια αρωμάτων, αναμνηστικά από ταξίδια, χαλιά και υφάσματα. Τα σπίτια δεν μοιάζουν καθόλου το ένα στο άλλο, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν και τόσο πολύ. Περιέχουν τις ίδιες ερωτήσεις, την ίδια αμηχανία. «Θες μια μπύρα; Πάμε μέσα;» Οι διαφορές τους είναι στις λεπτομέρειες, ειδικά εκείνες που γίνεται προσπάθεια να κρατηθούν κρυφές: φωτογραφίες παιδιών και συζύγων γυρισμένες από την άλλη πλευρά. Ακριβά κινητά τηλέφωνα, τα οποία τοποθετούνται επιδέξια κάτω από μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό. Πορτοφόλια που στην αρχή είναι αφημένα σε ένα ράφι και μετά, με τρόπο, εξαφανίζονται σε κάποιο συρτάρι, σε κάποιο ντουλάπι. Θα ήθελε να πει σε αυτούς τους αμήχανους άντρες ότι τους φοβάται περισσότερο από όσο τον φοβούνται εκείνοι.

Του αρέσει, τον ηρεμεί, τον γλυκαίνει όταν τα σπίτια έχουν βιβλία. Τότε δεν φοβάται, αισθάνεται ασφαλής και ας θλίβεται. Έρχεται στο μυαλό του η παλιά ζωή. Ο πατέρας του είχε πολλά βιβλία. Έτσι τον θυμάται: Σκυμμένο στο γραφείο του, να διαβάζει, να σημειώνει, με φόντο ατελείωτα ράφια, φορτωμένα σειρές διπλές από παλιούς, φθαρμένους τόμους. Ο μικρός στεκόταν και τον κοίταζε να γράφει, εκείνος δεν σήκωνε το κεφάλι, δεν είχε αντιληφθεί τον γιο του στην πόρτα του γραφείου. Μετά, δεν άντεχε άλλο, «μπαμπά;» έλεγε με σιγανή φωνή σαν να ήθελε να μην ακουστεί – ενώ να ακουστεί ήταν το μόνο που ήθελε, αυτό που ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο αδύνατος άντρας με το λεπτό μουστάκι και το κουρασμένο, σκοτισμένο πρόσωπο, σήκωνε το κεφάλι, τον κοιτούσε πίσω από τα χοντρά γυαλιά του και του έκανε, χαμογελώντας, νόημα να πάει κοντά του. Το αγόρι, χαρούμενο, σκαρφάλωνε στην αγκαλιά του και, χωρίς να λέει κουβέντα, ρουφούσε τις οικείες μυρωδιές του χαρτιού, της κλεισούρας, των παλιών βιβλίων, του πατρικού ιδρώτα. Η χαρά δεν κρατούσε πολύ. «Άντε πήγαινε τώρα... πρέπει να δουλέψω...» έλεγε ο πατέρας και επέστρεφε στις σημειώσεις του. Εκείνη την εποχή τα αντιπαθούσε τα βιβλία που του έπαιρναν τον μπαμπά του. Τώρα, όλα έχουν αλλάξει. Ο πατέρας χάθηκε, μια μέρα ήρθαν και τον πήραν για κατάθεση και δεν τον είδε ξανά, ούτε έμαθε τι απέγινε, η βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πια, κάηκε, μαζί με το σπίτι, μαζί με τη ζωή του, με ολόκληρη την πόλη του. Και τα βιβλία είναι ότι τον συνδέει με την παλιά ζωή.

Τα περισσότερα από τα σπίτια που επισκέπτεται δεν έχουν βιβλιοθήκες, ούτε καν έστω λίγους τόμους. Μόνο σχολικά, βιβλία για παιδιά, τα καταλαβαίνει από τα χρώματα στα εξώφυλλα. Ο άνθρωπος στον οποίο έστειλε το μήνυμα, ο Θανάσις με γιώτα, είχε πάρα πολλά, περισσότερα και από όσα υπήρχαν στο πατρικό γραφείο. Θυμάται τη βραδιά που πήγε στο σπίτι του. ‘Εκανε πολύ ζέστη μα το διαμέρισμα, σε μια ήσυχη γειτονιά κοντά στην θάλασσα, ήταν δροσερό, από το κλιματιστικό. Ο Θανάσης (αν ήταν αυτό το όνομά του...) του έκανε εντύπωση γιατί ήταν απρόσεκτος: Είχε ακουμπισμένο στο τραπεζάκι στο σαλόνι ένα μαύρο πορτοφόλι μέσα στο οποίο διακρίνονταν τέσσερα - πέντε πενηντάρικα. Όταν τον άφησε μόνο για να φέρει μια μπύρα από την κουζίνα, του πέρασε από το μυαλό να πάρει τα χρήματα από το αφημένο πορτοφόλι, να πάει ήσυχα μέχρι την πόρτα και να εξαφανιστεί. Με διακόσια ευρώ στην τσέπη. Το σήκωσε, το άνοιξε. Περιείχε ακόμη περισσότερα χαρτονομίσματα από όσα νόμισε. Το έφερε στη μύτη του, ανέδυε ένα άρωμα γλυκό και μπαγιάτικο. Μέσα σε μια θήκη υπήρχε μια φωτογραφία, αποχρωματισμένη, φθαρμένη, δύο αγόρια στη θάλασσα. Το ένα πόζαρε, με μια αστεία γκριμάτσα, με τη γλώσσα έξω, το άλλο, το μικρότερο, ο κάτοχος του πορτοφολιού μάλλον, ο Θανάσης, ήταν μουτρωμένο. Είχε και αυτός αδελφό, έπαιζαν στην θάλασσα μαζί. Έπρεπε να ταξιδέψουν ώρες για να φτάσουν στην παραλία. Ακούμπησε το πορτοφόλι στη θέση του προσεκτικά, να μην προδοθεί πως το μετατόπισε. Η θάλασσα της Συρίας τον παρέσυρε για λίγο. Δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο αδελφός του. Έφτασε σε κάποια χώρα που δεν γίνονται μάχες; Ύστερα ο Θανάσης έφερε τις μπύρες.

«Γιατί έχεις τόσα πολλά βιβλία;» ρώτησε αφού ήπιε μια γουλιά από το παγωμένο μποάλιυκ. «Για την δουλειά» απάντησε ο άλλος, έκπληκτος. «Επειδή μου αρέσει να διαβάζω». Ο ξένος παρατήρησε πως στο σαλόνι δεν υπήρχε τηλεόραση. Λαχταρούσε να του απευθύνει ο Θανάσης την ερώτηση «εσύ διαβάζεις;». Θα του απαντούσε με υπερηφάνεια, είχε τόσα να του πει, ότι διάβαζε με τη σειρά τα βιβλία του πατέρα του, όλους τους σπουδαίους συγγραφείς. Όμως η ερώτηση δεν έγινε ποτέ. Αντί γι’ αυτό ο άλλος άντρας τον ρώτησε «από που είσαι;». Αυτός, έσκυψε το κεφάλι, δεν ήθελε να θυμηθεί, δεν ήθελε να του πει, η θάλασσα της Συρίας δεν του το επέτρεπε. Ο άντρας παρατήρησε την απροθυμία του, δεν επέμεινε. «Πάμε μέσα;» είπε, αφού ήπιε ακόμη λίγη μπύρα.

Πήγαν. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, κρύο και πνιγμένο από το βουητό του κλιματιστικού. Ο Θανάσης δεν άναψε φως. Γδύθηκαν και έπεσαν στο κρεβάτι. Τα σεντόνια ανέδιδαν μια κρύα, χημική μυρωδιά που του άρεσε. Όπως του άρεσε και η γεύση στο στόμα του άλλου άντρα, οδοντόπαστα και μπύρα. Ανακουφίστηκε γιατί τελείωσαν γρήγορα. Χωρίς υπερβολές και εκτονώσεις. Ύστερα, έμειναν ακίνητοι, σιωπηλοί, δίπλα δίπλα, δίχως να ακουμπάνε ο ένας τον άλλον. Με απόσταση. Οι βαριές ανάσες τους ήταν η μόνη ένδειξη ζωής. Τώρα, αυτός θα έπρεπε να σηκωθεί, να ρωτήσει πού μπορεί να πλυθεί, να ντυθεί και να φύγει. Δεν μπορούσε. Περίμενε τον άλλο να κάνει την πρώτη κίνηση. Όμως, τι θαύμα, ένα ελαφρύ ροχαλητό ακούστηκε από δίπλα του. Έσυρε διστακτικά το σώμα του λίγο πιο κοντά στον αποκοιμισμένο, χωρίς να τον ακουμπήσει, και αφέθηκε, ανακουφισμένος, να βυθιστεί και αυτός στον ύπνο, έναν ύπνο σαν την θάλασσα.

Ξύπνησε μετά από μερικές ώρες, με άγχος, με τρόμο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Ο άλλος άντρας κοιμόταν βαθιά, η ανάσα του ήταν βαριά, σαν λαχάνιασμα. Μέσα στον ύπνο είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω από τον ξένο και τον έσφιγγε, σάλιο είχε τρέξει από το στόμα του πάνω στην πλάτη του. Αυτός ησύχασε, κουνήθηκε ελαφρά για να κουρνιάσει στην απρόσμενη αγκαλιά καλύτερα – τον ηρέμησε που τον αγκάλιαζαν μετά από τόσο καιρό. Βυθίστηκε ξανά στη θάλασσα της Συρίας.

Όταν ξύπνησε, η θέση στο κρεβάτι δίπλα του ήταν άδεια. Σηκώθηκε, φόρεσε την μπλούζα του και πήγε στην κουζίνα. «Καλημέρα» είπε. Ο άλλος άντρας ήταν νευρικός, αμήχανος, ντροπαλός. «Τι καφέ πίνεις;» ρώτησε. Δεν ήθελε. Ντύθηκε γρήγορα και έφυγε. Στενοχωρημένος – ευχήθηκε να μην ήταν η κοιμισμένη αγκαλιά ο λόγος που ο Θανάσης ντράπηκε. Σκέφτηκε να μην δεχτεί την αμοιβή του.

Πέρασαν μέρες. Σκεφτόταν συνέχεια τα πολλά βιβλία. Έστειλε γραπτό μήνυμα. Είχε αποθηκεύσει, πρώτη φορά που έκανε κάτι τέτοιο, το νούμερο του άντρα με το πορτοφόλι και την αγκαλιά, ώστε αν εκείνος του τηλεφωνούσε, να απαντούσε στα σίγουρα, ακόμα και αν «δούλευε». «Θανάσι, τι κάνεις; Από Σιρία εγω.» Του πρόσφερε την πληροφορία, του έκανε δώρο το από που είναι. Για λίγη ώρα τον έκανε πολύ χαρούμενο αυτή η γενναιοδωρία του. Είδε πως το μήνυμα παραδόθηκε, αλλά απάντηση δεν ήρθε ποτέ. Ήθελε να το ξαναστείλει, θα πρόσεχε να γράψει σωστά. Θα πρόσεχε. Τελικά, δεν έστειλε.

Πέρασε το καλοκαίρι. Και το φθινόπωρο. Συνήθισε αυτή την προσωρινή απασχόληση. Είναι κάπως σταθερή. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Έχει πιο πολλή «δουλειά» (τα εισαγωγικά δικά του), οι άνθρωποι έχουν περισσότερα χρήματα. Παλιοί «πελάτες» εμφανίζονται πάλι μετά από καιρό. Τα σπίτια στα οποία μπαινοβγαίνει έχουν μια θαμπή ομοιότητα, τα ίδια φωτάκια, τα ίδια δέντρα, μερικά έχουν καραβάκια – τα ίδια. Σπάνια βλέπει βιβλία. «Θανάσι, τι κάνεις; Από Σιρία εγω». Θα ήθελε να μην είχε γράψει λάθος το όνομα της πατρίδας του. Δεν είναι χριστιανός αλλά θα ήθελε να πει σε κάποιον «χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα». «Θανάσι, τι κάνεις; Από Σιρία εγω». Δεν γνωρίζει ότι έκανε λάθος και στο όνομα του Θανάση. «Θανάσι, τι κάνεις; Από Σιρία εγω».

Καλά είμαι. Εσύ;

Από την συλλογή διηγημάτων Πλατεία Μεσολογγίου - εκδόσεις Ολκός, 2016

Friday, October 11, 2019

Η συμβουλές του καθηγητή Αντολίνι στον Φύλακα στην Σίκαλη

(ένα από τα σημεία κλειδιά του Φύλακα στην Σίκαλη, στο κεφάλαιο 24)

Ο κύριος Αντολίνι άναψε και άλλο τσιγάρο. Κάπνιζε σαν μανιακός. Μετά είπε, “Αλήθεια, δεν ξέρω τι στο διάολο να σου πω Χόλντεν.” “Το ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να μου μιλήσει κανείς. Το γνωρίζω.” “Έχω την αίσθηση πως έχεις πάρει φόρα για μια φρικτή, φρικτή κατάρρευση. Αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρω τι… Ακούς;” “Ναι.” Καταλάβαινες ότι προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, και έτσι. “Μπορεί να είναι μια κατάρρευση όπου, στα τριάντα σου, θα είσαι σε κάποιο μπαρ και θα μισείς όποιον μπει και δείχνει σαν να ήταν αθλητής στο Πανεπιστήμιο. Ή και πάλι, μπορεί να έχεις αρκετή μόρφωση ώστε να μισείς εκείνους που λένε “υπέρ του δέοντος”. Ή μπορεί να καταλήξεις σε κανένα γραφείο και να πετάς για πλάκα συνδετήρες στην διπλανή γραμματέα. Δεν ξέρω. Αλλά με πιάνεις που το πάω, έστω και λίγο;” “Μάλιστα κύριε”, είπα. Και όντως τον έπιανα.

……..
“Καλά. Πρόσεξέ με τώρα για ένα λεπτό… Ίσως να μην το εκφράσω ότι θέλω να πω τόσο δυνατά όσο θα ήθελα, αλλά θα σου γράψω ένα γράμμα για αυτό σε καναδύο μέρες. Και τότε θα το καταλάβεις εντελώς. Αλλά παρόλα αυτά, άκου με τώρα.” Φάνηκε να συγκεντρώνεται πάλι. Ύστερα είπε “Αυτή η κατάρρευση που νομίζω πως οδεύεις - είναι μια πολύ παράξενη, φρικτή πτώση. Αυτός που καταρρέει δεν έχει την δυνατότητα να νιώσει ή να ακούσει τον ίδιο του τον εαυτό να πιάνει πάτο. Μόνο καταρρέει και καταρρέει. Και η παγίδα αυτή είναι φτιαγμένη για τους ανθρώπους που, σε κάποια φάση της ζωής τους, αναζητούσαν κάτι το οποίο ο περίγυρός τους δεν μπορούσε να τους το προσφέρει. Ή που εκείνοι νόμιζαν πως ο περίγυρός τους δεν μπορεί να τους το προσφέρει. Και έτσι, σταμάτησαν να το αναζητούν. Εγκατέλειψαν την αναζήτηση πριν καλά καλά αρχίσουν να το ψάχνουν. Με πιάνεις;” “Μάλιστα κύριε.” “Σίγουρα;” “Ναι.” Σηκώθηκε και έβαλε και άλλο ποτό στο ποτήρι του. Ύστερα κάθησε πάλι. Δεν έλεγε τίποτε για αρκετή ώρα. “Δεν θέλω να σε φρικάρω” είπε, “αλλά μπορώ να σε δω να πεθαίνεις εξαιτίας κάποιας ευγενικής πρόθεσης, με οποιοδήποτε τρόπο, για έναν πάρα πολύ ανάξιο σκοπό.” Με κοίταξε παράξενα. “Αν σου γράψω κάτι, θα το διαβάσεις με προσοχή; Θα το κρατήσεις;" “Ναι. Βέβαια,” είπα. Και το κράτησα. Ακόμα το έχω το χαρτί που μου έδωσε τότε. Πήγε στο γραφείο του στην άλλη άκρη του δωματίου και χωρίς να καθήσει έγραψε κάτι σε ένα φύλλο. Μετά ήρθε κοντά μου πάλι και κάθησε με το χαρτί στο χέρι. “Το παράξενο είναι πως αυτό δεν το έγραψε ένας επαγγελματίας ποιητής. Το έγραψε ένας ψυχαναλυτής που τον λένε Βίλχεμ Στέκελ. Άκου τι - με προσέχεις ακόμη;” “Ναι, βέβαια σας προσέχω.” “Άκου τι είπε: “Είναι σημάδι του ανώριμου άνθρωπου να θέλει να δώσει την ζωή του για έναν ευγενικό σκοπό, μα σημάδι του ώριμου ανθρώπου είναι να θέλει να ζήσει ταπεινά για έναν ευγενικό σκοπό.” Έγειρε προς το μέρος μου και μου έδωσε το χαρτί.

………
“Πιστεύω πως πολύ σύντομα” είπε, “θα πρέπει να ανακαλύψεις που θέλεις να πας. Και μετά να αρχίσεις να πηγαίνεις. Αλλά αμέσως. Δεν έχεις το περιθώριο να χάσεις ούτε ένα λεπτό. Εσύ ειδικά.” Κούνησα το κεφάλι μου, γιατί με κοιτούσε στα μάτια και έτσι, αλλά δεν είχα καταλάβει πολύ καλά τι εννοούσε. Είχα καταλάβει αρκετά, αλλά δεν ήμουν πολύ σίγουρος τότε. Ήμουν και διαολεμένα κουρασμένος. “Και δεν μου αρέσει που στο λέω” είπε, “αλλά πιστεύω πως αφού καταλάβεις που θέλεις να πας, η πρώτη σου κίνηση θα πρέπει να είναι να επιστρέψεις πάλι στο σχολείο. Πρέπει να το κάνεις. Είσαι μαθητής, είτε σου αρέσει είτε όχι. Είσαι ερωτευμένος με την γνώση. Και πιστεύω πως όταν θα μάθεις να αγνοείς όλους τους καθηγητές Βάηνς και τα μαθήματά τους όπως η Προφορική Έκθεση -” ¨Καθηγητής Βίνσον” είπα. Ήθελε να πει όλους τους καθηγητές Βίνσονς, όχι Βάηνς. Δεν έπρεπε να τον διακόψω όμως. “Εντάξει - τους καθηγητές Βίνσονς. Όταν θα μάθεις να αγνοείς όλους τους καθηγητές Βίνσονς, θα αρχίσεις να πλησιάζεις όλο και περισσότερο - αν θέλεις, εννοείται, και αν το αναζητάς και το προσδοκάς - στο είδος της γνώσης που θα είναι εξαιρετικά πολύτιμη για την ψυχή σου, αγαπημένη, κοντά της. Και μεταξύ άλλων θα διαπιστώσεις πως δεν είσαι ο πρώτος που η ανθρώπινη συμπεριφορά τού προκάλεσε σύγχιση, τρόμο, ακόμα και τον αρρώστησε. Θα σε συγκινήσει και θα σε εμπνεύσει όταν μάθεις ότι δεν είσαι καθόλου ο μοναδικός που του συνέβη αυτό. Πάρα πολλοί άνθρωποι υπήρξαν τόσο ταραγμένοι ηθικά αλλά και πνευματικά όπως είσαι εσύ τώρα. Ευτυχώς, μερικοί από αυτούς κατέγραψαν τα βάσανά τους. Θα μάθεις από αυτούς - αν το θέλεις. Όπως με τον ίδιο τρόπο, μια μέρα, κάποιος θα μάθει από εσένα, εάν θα έχεις κάτι να προσφέρεις και εσύ. Είναι μια πανέμορφη διαδικασία ανταπόδωσης. Και δεν είναι η παιδεία. Είναι η ιστορία. Είναι η ποίηση.” Σταμάτησε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτήρι του. Και μετά άρχισε πάλι. Μεγάλε, είχε παθιαστεί ο τύπος. Ευτυχώς που δεν προσπάθησα να τον σταματήσω ή τίποτα. “Δεν θέλω να σου πω”, είπε “πως μόνο οι μορφωμένοι, οι σπουδαγμένοι άνθρωποι μπορούν να προσφέρουν κάτι σημαντικό και άξιο στον κόσμο. Δεν είναι έτσι. Αλλά αυτό που λέω είναι πως οι μορφωμένοι και σπουδαγμένοι άνθρωποι, εάν είναι έξυπνοι και δημιουργικοί από τη φύση τους, - που δυστυχώς συμβαίνει πολύ σπάνια - συνήθως αφήνουν πίσω τους ανυπολόγιστα πιο πολύτιμες καταγραφές από τους ανθρώπους που είναι απλώς έξυπνοι και δημιουργικοί. Έχουν την ικανότητα να εκφράζονται πιο ξεκάθαρα και κατανοητά, και συνήθως είναι παθιασμένοι να φτάνουν τη ροή των σκέψεών τους μέχρι το τέλος. Και - το πιο σημαντικό - εννιά φορές στις δέκα έχουν μεγαλύτερη ταπεινότητα από έναν καλλιεργημένο στοχαστή που δεν είναι σπουδαγμένος. Με πιάνεις καθόλου;” “Μάλιστα, κύριε.”

……
“Κάτι ακόμη που θα σου προσφέρει η ακαδημαϊκή μόρφωση. Εάν της αφιερωθείς για μεγάλο διάστημα, θα αρχίσει να σου δίνει μια ιδέα για το είδος του μυαλού σου. Τι του ταιριάζει και, ίσως, τι δεν του πάει. Μετά από λίγο, θα έχεις μια αίσθηση για το είδος των σκέψεων με τις οποίες το δικό σου, συγκεκριμένο μυαλό πρέπει να ντύνεται. Και αν μη τι άλλο, ίσως να σου γλυτώσει απίστευτο χρόνο που θα σπαταλούσες να δοκιμάζεις ιδέες που δεν σου πάνε, που δεν σου ταιριάζουν. Θα αρχίσεις να μαθαίνεις το πραγματικό σου μέγεθος, και με βάση αυτό θα ντύνεις το μυαλό σου.” Τότε, ξαφνικά, χασμουρήθηκα. Τι αγενής μπάσταρδος, αλλά δεν μπόρεσα να κρατηθώ! Όμως ο κύριος Αντολίνι γέλασε, μόνο. “Άντε”, είπε, και σηκώθηκε. “Να σου στρώσουμε τον καναπέ.

Tuesday, September 24, 2019

Ο William Faulkner και το βραβείο Νόμπελ

Κυρίες και κύριοι,

Πιστεύω πως αυτό το βραβείο δεν απονέμεται σε μένα ως άτομο, αλλά στα έργα μου – έργα από μια ζωή βυθισμένη στο μαρτύριο και τον μόχθο του ανθρώπινου πνεύματος. Όχι για τη δόξα και πολύ λιγότερο για το κέρδος, αλλά για τη δημιουργία, με υλικά του ανθρώπινου πνεύματος, ενός έργου που είδε το φως για πρώτη φορά. Το βραβείο λοιπόν αυτό είναι ένα απόθεμα εμπιστοσύνης προς εμένα. Δε θα είναι δύσκολο να βρω έναν αποδέκτη του χρηματικού επάθλου που να είναι ισάξιος με το σκοπό και την σπουδαιότητα της προέλευσής του. Αλλά θα επιθυμούσα να κάνω το ίδιο και με την αναγνώριση που το συνοδεύει, εκμεταλλευόμενος ετούτη την στιγμή ως ένα βήμα, από το οποίο θα ακουστώ από όλους τους νέους άντρες και τις γυναίκες που αφιερώνουν τη ζωή τους στο ίδιο μαρτύριο και στον ίδιο μόχθο, μεταξύ των οποίων βρίσκεται κι εκείνος που κάποια μέρα θα στέκεται εδώ που βρίσκομαι τώρα εγώ.

Η τραγωδία μας σήμερα είναι ένας γενικευμένος, πανανθρώπινος τρόμος για την σωματική μας ακεραιότητα, που διαρκεί ήδη πάρα πολύ καιρό ώστε έστω να τον αντέξουμε. Δεν υπάρχουν πια προβλήματα του πνεύματος. Υπάρχει μία μόνο ερώτηση: Πότε θα μου ρίξουν την βόμβα; Για αυτό, οι νέοι άντρες και γυναίκες που γράφουν σήμερα έχουν ξεχάσει τα προβλήματα της ψυχής, όσα απορρέουν από τις συγκρούσεις με τον εαυτό της, τα οποία από μόνα τους δημιουργούν καλά γραπτά, διότι αυτά είναι το μόνο για το οποίο αξίζει να γράφει κανείς, μόνο αυτά αξίζουν το μαρτύριο και τον μόχθο.

Πρέπει να τα μάθει εκ νέου αυτά τα προβλήματα όποιος γράφει. Πρέπει να διδάξει τον εαυτό του πως το ουσιαστικότερο όλων είναι να φοβάσαι· και, αφού το διδάξει αυτό στον εαυτό του, μετά να το ξεχάσει δια παντός, και να μην αφήσει χώρο στο εργαστήριό του παρά μόνο για τις παλιές αξίες και αλήθειες της ψυχής, τις παλιές πανανθρώπινες αλήθειες, που όταν μια ιστορία τις στερείται είναι εφήμερη και καταδικασμένη στην λήθη. Μέχρι να το κάνει αυτό, θα μοχθεί με μια κατάρα επάνω του. Θα γράφει όχι για την αγάπη αλλά για την λαγνεία, θα γράφει για απώλειες όπου κανείς δεν χάνει κάτι που να έχει αξία, και το χειρότερο, θα γράφει δίχως έλεος, δίχως συμπόνοια. Οι θλίψεις του δεν θα είναι οικουμενικές, και δεν θα αφήσει ίχνη. Δεν θα γράφει για την καρδιά, αλλά για τους αδένες.

Μέχρι να μάθει εκ νέου αυτά τα προβλήματα, θα γράφει σαν να έγινε μάρτυρας στο τέλος του ανθρώπου, ένας και αυτός ανάμεσά τους. Αρνούμαι όμως να δεχθώ το τέλος του ανθρώπου. Είναι αρκετά απλό να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι αθάνατος, απλώς επειδή θα αντέξει: πως όταν θα ακουστεί και ύστερα θα σβήσει η τελευταία κλαγγή της κρίσεως, ο ήχος μιας δίχως αξία πέτρας που θα κυλάει στο τελευταίο κατακόκκινο απόγευμα, πως ακόμα και τότε θα ακουστεί ακόμη ένας ήχος: αυτός της αδύναμης, μα ανεξάντλητης φωνής του ανθρώπου που ακόμα μιλάει.

Αρνούμαι να το δεχτώ αυτό. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος δε θα αντέξει απλώς: θα θριαμβεύσει. Είναι αθάνατος, όχι διότι είναι το μοναδικό ανάμεσα στα πλάσματα με ανεξάντλητη φωνή, αλλά επειδή έχει ψυχή, και πνεύμα ικανό για συμπόνοια, για θυσίες, για εγκαρτέρηση. Του ποιητή, του συγγραφέα το καθήκον είναι να γράφει για αυτά. Είναι προνόμιό του να βοηθήσει τον άνθρωπο να αντέξει, δίνοντάς του κουράγιο, υπενθυμίζοντάς του το θάρρος και την τιμή και την ελπίδα και την αυτοθυσία που υπήρξαν η δόξα του παρελθόντος. Η φωνή του δημιουργού δεν χρειάζεται να είναι απλώς η καταγραφή των ανθρώπινων, μπορεί να είναι από τα στηρίγματα, από τους πυλώνες που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο να αντέξει αλλά και να θριαμβεύσει.

(Η ομιλία του William Faulkner κατά την απονομή του βραβείου Nobel, στις 10 Δεκεμβρίου 1950, στην Στοκχόλμη. Συγγνώμη για πιθανά λάθη στην μετάφραση, ευελπιστώ θα είναι μικρά... )

Wednesday, December 21, 2016

Η απόμακρη γιαγιά - Χριστουγεννιάτικο διήγημα

Την γιαγιά του δεν την αγαπούσε πολύ. Προτιμούσε τον παππού, που ήταν τρυφερός αγριάνθρωπος, γελαστός, χωρατατζής. Που τον γαργαλούσε και του έδινε να πιει, κρυφά, τσίπουρο και ξεκαρδιζόταν στα γέλια με την έκφραση που έπαιρνε ο μικρός από το βαρύ οινόπνευμα.

Μα εκείνη, η γιαγιά, ήταν λιγομίλητη, όταν δεν ήταν πεισματάρικα σιωπηλή, και, λες και έκανε την αντίθεση με τον παππού, ευσυγκίνητη - κλαψιάρα την έλεγε αυτός. Ακόμη και στις γιορτές, στα Χριστούγεννα, το Πάσχα, δάκρυζε εκεί που θα ήταν πιο σωστό να γελά και να κάνει χαρές – στις ανταλλαγές δώρων, στα μωρά που έλεγαν κάτι αστείο, στα φιλιά για ευχές, στα τραγούδίσματα και στους χορούς.

Ο παππούς. Η γιαγιά. Ο ίδιος. Χωρίς αυτούς, πολλά χρόνια τώρα. Τους είχε ξεχασμένους για πολύ καιρό μετά που πέθαναν, με το ζόρι πήγε στις κηδείες τους – τι θα κάνουμε τώρα, γλυκανάλατες Αμερικανιές; οι νεκροί με τους νεκρούς -, πρώτα ο πάππος, στον ύπνο του, ήσυχα, μετά η γιαγιά, ένα χρόνο μετά. Δεν είχε χρόνο, δεν είχε ανοιχτή ψυχή να τις κλάψει τις αναχωρήσεις τους. Έρωτες, δουλειές, φιλοδοξίες να κυνηγηθούν, να καταδιωχθούν, να τον καταδιώξουν. Ο πλατύς μα ρηχός θόρυβος της ζωής που σκεπάζει την βαθιά ησυχία, τη σιωπή της.

Μα στάθηκε τυχερός. Τον χτύπησαν απώλειες. Η μάνα, ένας φίλος, μια τρυφερή, δυνατή αγάπη που ενοποίησε το σώμα του και ύστερα το έσπασε. Χρειάστηκε να σταθεί, να κλείσει τα αυτιά του στον θόρυβο για να μπορέσει να από-τραυματίσει τον εαυτό του. Και στην στάση αυτή, κατάλαβε, ευτυχώς, την ακινησία της ζωής. Την ησυχία της.

Ένα απόγευμα, Χριστούγεννα σε λίγες μέρες, έψαχνε, για να πετάξει, τα χαρτιά της μητέρας του στο γραφείο της. Σε ένα μικρό συρτάρι, προσωπικές σημειώσεις, κάρτες και φωτογραφίες, αντικλείδια, Κύριος οίδε από πού. Βρήκε μια μεγάλη, διπλή σελίδα αλληλογραφίας. Πυκνογραμμένη. Με χειρόγραφα γράμματα, μικρά, θλιμμένα, κλαψιάρικα. Που έμοιαζαν σαν να ήταν γραμμένα έτσι που να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος να πιάσουν, στο χαρτί, περισσότερο χώρο από αυτόν που τους ήταν απολύτως αναγκαίος για να συνυπάρχουν με τα υπόλοιπα γράμματα και να σχηματίζουν λέξεις. Έτσι του φάνηκαν.

Στην σελίδα ήταν ιστορημένη από την γιαγιά, με τραχύτητα και λακωνικότητα, η τριετία όπου ο παππούς ήταν εξαφανισμένος, στα χρόνια του πολέμου. Αυτός διάβαζε και χωρίς να το καταλάβει γονάτισε και ύστερα κάθισε στο πάτωμα. Τρία χρόνια εξαφανισμένος. Τρία Χριστούγεννα. Τρία καλοκαίρια. Τρεις χειμώνες. Τρεις Αναστάσεις. …τρία Χριστούγεννα. Τρία Χριστούγεννα. Που η γιαγιά δεν είχε ιδέα αν ο άντρας της ζούσε, το που βρισκόταν, αν θα γυρίσει. Ζούσε μόνο με μερικά καλά μαντάτα, αβέβαια και ανάξια εμπιστοσύνης, από πρώην αιχμαλώτους και σακατεμένους, ζούσε για να αναζητά και να προσεύχεται για μια επιστροφή που όσο περνούσε ο καιρό γινόταν όλο και πιο απίθανη, ζούσε μόνη, και κρατούσε αυτήν την μοναξιά και την αδειοσύνη μέσα της και στην ζωή της επίτηδες μοναχική και άδεια. Για να περιμένει. Για να περιμένει.

 Και να. Η επιστροφή συνέβη. Το άδειο γέμισε από το καλλίτερο που μπορούσε να γεμίσει. Τα μαντάτα έγιναν ο παππούς που γύρισε. Μα από τότε η γιαγιά δεν μπορούσε να μην κλαίει στις χαρές. Στα κάλαντα στα Χριστούγεννα. Στους χορούς και στα τραγούδια.

Καθισμένος στο πάτωμα στο γραφείο της μητέρας του, ένοιωσε ένα πικρό δάκρυ να κυλά και να πέφτει στο χέρι του με τις γκρίζες τριχίτσες. Και μετά ένα ακόμα. Και ένα τρίτο. «Γιαγιά» είπε. «Μαμά». «Παππού». «Πατέρα». …δίπλωσε την κιτρινισμένη σελίδα, σηκώθηκε, άναψε το φως. «Δημήτρη». Και έβγαλε το τηλέφωνό του από την τσέπη, μετά από τόσους μήνες, σχεδόν χρόνο, να τηλεφωνήσει.

Sunday, August 28, 2016

Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα διαβάζει την Πλατεία Μεσολογγίου, στο Εθνός

Η «Πλατεία Μεσολογγίου», του Βαγγέλη Προβιά

Άνθρωποι που κλαίνε, γελούν, ερωτεύονται, ελπίζουν, απελπίζονται, βγαίνουν στο μικρό μπαλκόνι και κοιτούν την πλατεία που είναι οι άλλοι, κουβαλώντας μιαν εγγενή μοναξιά και ενίοτε επίκτητη, σε εποχές δύσκολες, όπως είναι η δική μας αλλά όπως δύσκολες μπορεί να είναι για τον καθένα μας κάποιες εποχές, αποτελούν στο καινούργιο βιβλίο του Βαγγέλη Προβιά ένα παλίμψηστο καθημερινών ανθρώπων.

Παρ’ ότι μόλις στο δεύτερό του βιβλίο, έχουν προηγηθεί «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης» που κυκλοφόρησαν επίσης από τις εκδόσεις «Ολκός», ο Βαγγέλης Προβιάς ήδη με ύφος και ατμόσφαιρα αναγνωρίσιμη περιγράφει αυτό που μας περιβάλει και είναι οι άλλοι, είναι η προσωπική πλατεία του καθενός: βαθιά ανθρώπινα, με σπαραγμό και ειλικρίνεια, με απλότητα και καθαρότητα, με ενσυναίσθηση και κάποια μελαγχολία, με χιούμορ πικρό και στοργή για τ’ ανθρώπινα. Οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έχουν γεννηθεί πρωταγωνιστές στη ζωή είναι οι πρωταγωνιστές σ’ αυτό εδώ το πραγματικά «σπλαχνικό βιβλίο».

Η πλατεία απέναντι

«Αναρωτιέται: Οι αυτάρεσκοι, άψογοι νέοι άντρες και γυναίκες που περνούν τώρα μπροστά του, υποψιάζονται πόσο μικρή διάρκεια, πόσο σύντομη και φευγαλέα είναι η ισχυρή, αξιοθαύμαστη ακμή τους;» Ο αφηγητής, ενίοτε παρατηρητής και άλλοτε πρωταγωνιστής των 15 ιστοριών μιλά και σκέφτεται, βλέπει κι αισθάνεται, στοχάζεται και αγωνιά με φόντο μια πλατεία: πραγματική, κοινή, πέρα και πάνω από χώρο και χρόνο, και για τούτο αινιγματική και συμβολική όπως μας λέει ο συγγραφέας, μια πλατεία που είναι η θέα του, είναι το άνοιγμα στο κόσμο και οι άλλοι. Είναι η ζωή πέρα κι έξω από τη μοναξιά του, είναι η ερημιά και η παρηγοριά του, είναι η μόνιμη  ελπίδα και η ανασφάλεια. Είναι το δικό του προσωπικό τακτοποιημένο ή ατακτοποίητο «χάος». Το σύμπαν του.

Το φευγαλέο κοινό χαρακτηριστικό της πλατείας και της ζωής του. Εκείνο το «τόσο όσο» της συγκίνησης και της γειτνίασης, της παρηγορίας του και της συνύπαρξης με τις ζωές των άλλων. Στην ομότιτλη ιστορία του «Πλατεία Μεσολογγίου» πλάνα ζωής καθημερινής, μικρά αλλά ωστόσο ολοκληρωμένα και χαρακτηριστικά πορτρέτα ανθρώπων. Σε αδιέξοδο, με μοναξιά, σε κίνηση ή σε ακινησία. Ένας κόσμος που απλώνεται όσο παίρνει το μάτι κι όσο τον παίρνει η ζωή. Αλλά ωστόσο σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, εν συντομία, όλη η ανθρώπινη τραγωδία: η απώλεια και η μοναξιά, ο θάνατος και ο έρωτας, η διάψευση και η ματαίωση, η εγκατάλειψη και οι βραχυκυκλωμένες σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, παιδιά μόνα, γονείς στο έλεος, με την μπαλάντα ωστόσο του σουπερμάρκετ και των περαστικών να σκεπάζει κάθε πλατεία σαν στοργικό πάπλωμα. Διότι η ποίηση της καθημερινότητας και ο θεός των μικρών πραγμάτων ενίοτε αρκεί, είναι μαγικός, παρηγορητικός, ιαματικός.


Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, εκών άκων. Ακόμα κι όταν εμφανίζεται απόλυτα ανατρεπτικός (Αυτό δεν είναι λαβ στόρυ), απεγνωσμένος (Η θάλασσα της Σιρίας), απελπισμένος (Οι σάπιοι άνθρωποι), στους πέντε δρόμους (κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια), ανεπανόρθωτα απαρηγόρητος (Η μέθοδος των τριών), «Το καπάκι» θα έχει πάντοτε κι άλλη όψη, η ζωή είναι απρόσμενη, «Το φορτίο» πάντοτε εναποτίθεται, «Το αγόρι που είμαστε όλοι» το αναλαμβάνει η ζωή.

Σκληρός και τρυφερός συνάμα, ρεαλιστής ωστόσο πάντα ποιητικός, ένα αγόρι που γελάει και κλαίει και ώρες ώρες στα δύσκολα θυμίζει Σουρούνη, ένα είναι σίγουρο, ο Βαγγέλης Προβιάς αγαπά τους ήρωές του, τους κοιτά σε βάθος, τους κατανοεί, τους πονά. Για τούτο και επιτρέπει το ανεπαίσθητο θαύμα να αποδεικνύει στα δύσκολα συναπαντήματα της ζωής ότι τουλάχιστον ο καθένας τους δεν διαθέτει μια απολύτως υποθηκευμένη ζωή.

Συναισθήματα και εικόνες, σκέψεις, ελάχιστες λέξεις, αποδεικνύουν ότι η αληθινή ζωή και οι ζωντανοί ήρωες στήνονται με απλά υλικά. Στη μοναξιά και στη σιωπή, σε μια μισογεμάτη ή άδεια πλατεία η ιστορία ανασαίνει και το καλό ανατέλλει εκεί όπου το κακό ξεψυχά: στην επίγνωση. Και παρ’ ό,τι στο δεύτερο βιβλίο του ο Βαγγέλης Προβιάς όλ’ αυτά τα διαθέτει. «Χαθήκαμε στη δυνατή αλήθεια, πως από τα ίδια συστατικά φτιαχνόμαστε όλοι οι άνθρωποι, από τα ίδια, ακριβώς τα ίδια, υλικά γινόμαστε τόσο διαφορετικοί» [μικρό αντίδωρο για το τέλος από «Το αγόρι που είμαστε όλοι»]. Ο ήλιος βγαίνει για όλους στην «Πλατεία Μεσολογγίου» ακριβώς όπως και στη ζωή.

link here

Wednesday, July 27, 2016

Η κριτική του Θανάση Θ. Νιάρχου για την Πλατεία Μεσολογγίου, στα ΝΕΑ

Κόκκινοι λεκέδες, σάπιοι άνθρωποι

Ο Βαγγέλης Προβιάς αφηγείται δεκαπέντε ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους που έχουν κάτι κοινό: ζουν γύρω από την ίδια πλατεία και κάνουν πράγματα εξαιρετικά, μετατρέποντας έτσι ένα «περιθώριο» σε κέντρο του Σύμπαντος

«Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;» σκέφτεσαι με κάποια επιφύλαξη που μεταβάλλεται σταδιακά σε ευφροσύνη, και μάλιστα μεγάλη, διαβάζοντας τα δεκαπέντε διηγήματα του βιβλίου του Βαγγέλη Προβιά «Πλατεία Μεσολογγίου». Σκέψη που θα δικαιολογούσε την επιφυλακτική διερώτηση αν, για παράδειγμα, την παραδουλεύτρα Νίνα και την απολυμένη Μαριάννα στο «Κόκκινες μπάλες και κίτρινα σφηνάκια», αν τον Λουκά και τη Θάλεια του διηγήματος που έχει ως τίτλο τα ονόματά τους, ιδιοκτήτες ενός περιπτέρου που το μεγαλώνουν κάνοντάς το μίνι σουπερμάρκετ, ή αν, τέλος, τον κύριο Χονδροκώστα στους «Σάπιους ανθρώπους», ένοικο μιας πολυκατοικίας πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, έναν κοινότατο κουτσομπόλη που συμβαίνει να είναι χαρτοπαίκτης, δεν τους ένωνε ο συγγραφέας σε κάτι που θα το παρομοίαζε κανείς με την «Εβδομη σφραγίδα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Το τέλος της πιο συγκεκριμένα, όταν ο Θάνατος, ξημέρωμα, στην κορυφή ενός βουνού σέρνει σε έναν περίσκεπτο χορό τους ήρωες της ταινίας ενώ ακούγεται η φράση: «Φεύγουν μακριά από την αυγή ενώ η βροχή ξεπλένει από τα μάγουλά τους το αλάτι των πικρών δακρύων τους».

Οσο γρήγορα όμως διασκεδάζεται η ερώτηση για το «Πόση καθημερινότητα μπορεί επιτέλους να χωρέσει η λογοτεχνία;», εξίσου σύντομα παίρνει κανείς την απάντηση όσον αφορά τη δυναμικότητα μιας πλατείας, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένης, σε σχέση με ανθρώπους που ζούνε σε μια πολυκατοικία της πλατείας αυτής. Αν η Πλατεία Μεσολογγίου δεσπόζει σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, εξίσου φυσιολογικά ανασαίνουν μέσα σ' αυτά και το Σύνταγμα και η Πανεπιστημίου και η Νέα Σμύρνη ή η Λήμνος, αλλά και ένα χωριό που δεν ονομάζεται με ένα μοναστήρι στην κορυφή του. Η Πλατεία Μεσολογγίου μοιάζει απλώς να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, όποιες κι αν είναι οι ζωές των ανθρώπων που την κατοικούν ή συχνάζουν σ' αυτήν, ώστε ακόμη και αν πρόκειται για ζωές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους, να τέμνονται οριζοντίως και καθέτως σε βαθμό που η μια να χρειάζεται την άλλη για να μην μείνει κουτσουρεμένη, μισή.

Η αποκάλυψη
Μια «ολοκλήρωση» τόσο πιο συγκλονιστική καθώς οι ίδιοι ήρωες που τους αφορά δεν τη συνειδητοποιούν ποτέ, αλλά απόκειται στον συγγραφέα που τους ζωντανεύει να μας την αποκαλύψει. Ο,τι ακριβώς επιχειρεί η Κάρσον ΜακΚάλες στη μεταφρασμένη αριστοτεχνικά από τον Μένη Κουμανταρέα «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», σε έναν χώρο μάλιστα πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με την Πλατεία Μεσολογγίου, ή με έναν άλλο τρόπο διατυπώνει ο Οδυσσέας Ελύτης στον στίχο του «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας». Τόσο περισσότερο μέγας καθώς ο Προβιάς φαίνεται να δίνει στην έννοια του περιθωρίου καθολικές διαστάσεις ώστε ως άτομα περιθωριακά - και επομένως σχεδόν έτοιμα να μεταστοιχειωθούν σε αρχετυπικά πρότυπα - να μπορεί να λογαριάσει κανείς το σύνολο των ηρώων του. Τόσο ώστε ο περιστασιακά αρσενοκοίτης Σύρος του διηγήματος «Η θάλασσα της Συρίας» και ο θηλυπρεπής, απαίδευτος και κοινωνικά ανώριμος ήρωας της «Μοναξιάς των αστεριών» όσο και ο Αθανάσιος Μπάξης, ο απόστρατος αξιωματικός, βασανιστής στην περίοδο της χούντας, στο διήγημα «Η κίνηση του ήλιου» και ο Σταμάτης Παχατουρίδης που εργάζεται ως μπράβος σε ένα κύκλωμα τοκογλύφων στο διήγημα «Κόκκινος λεκές στο πουκάμισο» να μοιράζονται ισότιμα την ιδιότητα του «περιθωριακού».   
          
Αν λοιπόν για να θεωρηθεί κανείς περιθωριακός δεν είναι ζήτημα κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος ή ακόμα και νοοτροπίας, ο Προβιάς συνδέοντας τους ήρωές του, πάντα μέσα από την εξέλιξη της ίδιας της ιστορίας, με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που τους ξεπερνάει και έχει το αντίκρισμά του σε έναν αναποκρυπτογράφητο κόσμο, σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα καθαρά περιθωριακό. Κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς που το επιχειρεί ο Φεντερίκο Φελίνι στο «Λα Στράντα», όταν βάζει την ηρωίδα του, την Τζελσομίνα, να αναρωτιέται ποιος άραγε ο λόγος για να υπάρχει η ίδια, ενώ με την απάντηση που της δίνει ο πλανόδιος τσιρκολάνος είναι σαν να της αποκρίνεται, ως προς το νόημα της ύπαρξής της, το ίδιο το Σύμπαν.

Ευρηματικότητα
Οσο και αν η αφάνταστη ποικιλία και η δαιμονιώδης ευρηματικότητα των ιστοριών του Βαγγέλη Προβιά σε κάνουν να υποθέτεις πως «κορφολογάει» τον καθημερινό Τύπο με έναν τρόπο που φέρνει μια συνδυαστική σφραγίδα εντελώς προσωπικής κοπής, αδυνατείς να τον μεμφθείς πως έχει βγει στην «αγορά» προς άγραν του εξαιρετικού. Καθώς το στοιχείο της ανατροπής ή έστω της αποκάλυψης και της έκπληξης είτε αναγνωρίζεται στο τέλος ενός διηγήματός του είτε στην αρχή ή στο μέσον ενός άλλου, παραμένει πάντα ένα στοιχείο εξαιρετικά λειτουργικό και επιπλέον χωρίς να το αναγνωρίζεις ως μια κορύφωση. Αφού, έτσι κι αλλιώς, τους ήρωες όλων των διηγημάτων τούς συναντάμε σε μια κρίσιμη, την κορυφαία ίσως στιγμή της ζωής τους. Αν συμβαίνει η στιγμή αυτή να «ολοκληρώνεται» με τον θάνατο, ουδόλως έχουμε την εντύπωση πως ό,τι προηγήθηκε ήταν μια ανακεφαλαίωση των πεπραγμένων τους που άλλωστε συντελούνταν ερήμην ακόμη και για τους ίδιους.
Βεβαίως, καμιά φορά η μέθη ή ο ενθουσιασμός που φαίνεται να δημιουργεί στον ίδιο τον συγγραφέα η ιστορία που έχει επινοήσει και ο τρόπος που τη διεξέρχεται κάνουν να εμφιλοχωρεί μια ηθικολογική διάσταση, που όμως δεν μειώνει στο ελάχιστο την αναγνωστική απόλαυση. Ακόμη σπανιότερα, ή μάλλον για μία και μοναδική φορά, στο εξαίρετο «Καπάκι», αντί του ερωτηματικού ή της αμφιβολίας που πλανάται ακόμη και στις πιο οφθαλμοφανείς σχέσεις των άλλων διηγημάτων, η απερίφραστη παραδοχή του δεκαεννιάχρονου σερβιτόρου ως ερωτευμένου με τον δημοσιογράφο που έχει τα διπλά του ακριβώς χρόνια μοιάζει να υπονομεύει την «τιμή» του διηγήματος. Οχι βέβαια για το ανεπίτρεπτο της σχέσης, αλλά γιατί μεταβάλλει σε ιδιαίτερη περίπτωση μια επαφή που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικής καταβολής. Μην ξεχνάμε ότι ο Μένης Κουμανταρέας πάνω σε αυτό το ερωτηματικό και πάνω σε αυτή την αμφιβολία στήριξε τη μαγεία ενός μάλιστα μυθιστορήματός του που είναι «Ο ωραίος λοχαγός». Κάτι που σημειώνεται ακριβώς γιατί σε ένα μυθιστόρημα η ομολογία ενός «ανορθόδοξου» έρωτα θα οικονομούνταν φυσιολογικότερα από ό,τι στις σελίδες ενός διηγήματος.

Βαγγέλης Προβιάς
Πλατεία Μεσολογγίου
Εκδ. Ολκός,
σελ. 192
Τιμή: 13 ευρώ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/05/2016, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 

Tuesday, April 26, 2016

Χάππη χάππη

το δεύτερο βιβλίο, κυκλοφορεί στα τέλη Μαϊου! :)