Σε κάποιο δρόμο της Αθήνας υπάρχει ένα ανθοπωλείο. Είναι πολύ πετυχημένο, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της μεγάλης μας πόλης…
Όμως πίσω από τις βιτρίνες του με τα πολύχρωμα λουλούδια, τις πρασινάδες και τα λοιπά χαρούμενα κρύβει μία κάπως δυσάρεστη ιστορία.
Το ανθοπωλείο το έφτιαξε μία σχεδόν συνομήλική μου κοπέλα, πριν από καμία δεκαριά χρόνια. Δεν ξέρω πως, δανείστηκε μερικά λεφτά, νοίκιασε τον χώρο και, έτσι όπως ήταν περπατημένη κωλοπέτσα, άρχισε να πουλάει κάτι πολύ πρωτότυπες ανθοσυνθέσεις και μπουκέτα και γλάστρες (τότε, γιατί τώρα έχουν γίνει κοινός τόπος ακόμα και στα πιο συνοικιακά παραμιακά μαγαζάκια) .
Το αποτέλεσμα ήταν πως σχετικά γρήγορα κατάφερε να έχει μεγάλη πελατεία – φρόντιζε και τις βιτρίνες της, να είναι πραγματικά τσίλικες και να τραβάν τον κόσμο.
Έτσι, μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα από τότε που είχε καταχρεωθεί για να ανοίξει την επιχείρησή της κατάφερε να ψιλορθοποδήσει.
Και αν μέχρι τότε ήταν από τις 8 το πρωί μέχρι τις 11 στο μαγαζί της (και πολλές φορές μέχρι πολύ πιο αργά για να ανανεώσει τις βιτρίνες και να καθαρίσει) προσέλαβε υπάλληλο.
Και εκεί είναι που της ήρθε ο ουρανός κατακέφαλα. …για να είμαι ακριβής, το καπάκι του φέρετρου της ήρθε…
Ένα απόγευμα γυρίζοντας από την δουλειά στο σπίτι με το μηχανάκι, είναι παρκαρισμένη δίπλα σε ένα τεράστιο φορτηγό, από αυτά που μόνο ο BOb The Builder μπορεί να φέρει βόλτα, χάνει την ισοροπία της και πέφτει κάτω από την πίσω του ρόδα την ώρα που αυτό ξεκίναγε. Ματωμένη χαλκομανία το κεφάλι της…
Ματωμένη χαλκομανία και η ζωή όλων των δικών της.
Εγώ, ο αγαπημένος σου προβατάκος sexy καλλιεργημένε, αυθεντικά χιουμορίστα και γοητευτικέ αναγνώστη, παρακολούθησα όλη την ιστορία ως «κάτοικος» της πολυκατοικίας στο ισόγειο της οποίας στεγαζόταν το ανθοπωλείο. (για να πω την αλήθεια, ζούσε στον πρώτο όροφο της το τοτινό μου στεφάνι κάθετος ρεμάλι κάθετος αγάπιος κάθετος τρυφέριος).
Θυμάμαι με μεγάλη ακρίβεια το πρωινό που στην είσοδο της πολυκατοικίας μου πρόφτασε η θυρωρός το νέο ότι η «σκοτώθηκε η x, εχτές το απόγευμα, καθώς γύριζε σπίτι με την μηχανή».
Και φυσικά θυμάμαι πολύ καλά και τους δύο γονείς της, όλο το διάστημα που επακολούθησε του θανάτου της και μέχρι να χωρίσουμε με το στεφάνι και να σταματήσω πια να μπαινοβγαίνω στην πολυκατοικία του.
Η μάνα είχε φτάσει πια να είναι σα φιγούρα το Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, κόντευε να εξαϋλωθεί από τον πόνο της – ενώ ο πατέρας είχε χωθεί 100% μέσα στον εαυτό του.
Πολύ στεναχώρια ρε γαμώτο – τους θυμόμουν στις προσευχές μου και ευχόμουν να μην τρελαθούν.
… και ο καιρός περνά… αλλά οι ιστορίες που αρχίζουν ποτέ δεν μένουν ατέλειωτες…
Σήμερα το πρωί, βρισκόμουν σε ένα ταξί και πήγαινα προς το Μαρούσι, από το γραφείο.
Περάσαμε έξω από το ανθοπωλείο. ο δρόμος είχε κίνηση πολύ και βρέθηκε το ταξί σταματημένο, από κόκκινο φανάρι, ακριβώς μπροστά από την είσοδό του.
Στην πόρτα η μάνα και ο πατέρας της κοπέλας (που τώρα πρέπει να κοντεύουν δέκα χρόνια που πέθανε) γελούσαν ο ένας στον άλλο. Φαίνονταν μία χαρά, καμία σχέση δεν είχαν με τις τραγικές στα πρόθυρα της τρέλας φιγούρες που είχαν μείνει στην μνήμη μου.
Γελούσαν σου λέω, γελούσαν.
Ο θάνατος είναι δυνατός. Αλλά ο χρόνος είναι ακόμα δυνατότερος.