Showing posts with label story. Show all posts
Showing posts with label story. Show all posts

Thursday, September 20, 2012

Μπισκότα

Είχε πιάσει τα μαλλιά της με μία μπλε κορδέλα, το μόνο πάνω της που δεν ήταν σε απόχρωση του καφέ. Η στολή της έπρεπε να ταιριάζει με τη συσκευασία του προϊόντος που προωθούσε: τα παπούτσια, το ανοιχτόχρωμο παντελόνι και το γιλέκο, το ακόμα πιο ανοιχτό πουκάμισο με τα κουμπιά ίδιο χρώμα με τη ζώνη... όλα καφέ! Αριστερά στο στήθος, καρφιτσωμένο ένα πλαστικό ταμπελάκι. Πάνω από το λογότυπο, το όνομά της με παχιά, καφέ φυσικά, γράμματα! Ελπίδα. Το λεπτό πρόσωπο με τα μεγάλα καστανά μάτια ήταν υπερβολικά βαμμένο: Καφέ κραγιόν, σκιά, ρουζ. Δεν της πήγαιναν, τη σκοτείνιαζαν. Τα καστανά μαλλιά, πιασμένα σε έναν συντηρητικό κότσο. Την είχαν προειδοποιήσει όταν της τηλεφώνησαν πως θα την δοκιμάσουν για τη θέση να μην εμφανιστεί με «τίποτε προχωρημένο κούρεμα». Να θυμίζει «νοικοκυρά βγαλμένη από αναγνωστικό της δεκαετίας του 70». Συμμορφώθηκε, έφτιαξε τα μαλλιά σε κότσο... άλλα αποφάσισε να αλλάξει την καφέ κορδέλα που της είχε δώσει ο προϊστάμενος με μία μπλε, δική της, και ας ήταν αντίθετο στους κανονισμούς, και ας ήταν η πρώτη της μέρα.

Βρισκόταν ήδη 7 ώρες στο πόστο της, στον διάδρομο ενός μεγάλου super market στην Πεύκη. Στεκόταν πίσω από ένα χαρτονένιο πάγκο με λογότυπα και φωτογραφίες τεράστιων μπισκότων. Πάνω του ένα μεγάλο πιάτο, με ζωγραφιές από κόκκινα αυγά και κίτρινα κοτοπουλάκια, γεμάτο μπισκότα που σε σύγκριση με τα φωτογραφημένα έμοιαζαν ξεφούσκωτα. Η δουλειά της απλή. Ρωτούσε «θα δοκιμάσετε την υπέροχα σοκολατένια πασχαλινή προσφορά μας;». Ύστερα έπαιρνε μία καφέ χαρτοπετσέτα και προσέφερε ένα μπισκότο, ενώ εξηγούσε ότι τα νέα μπισκότα της εταιρίας είχαν βελτιωμένη συνταγή με 30% περισσότερα κομμάτια απολαυστικής σοκολάτας. Και πως αν αγόραζαν 2 πακέτα θα απολάμβαναν μεγάλη έκπτωση. Τελείωνε πάντα με την ίδια ευθεία ερώτηση: «Σας αρέσεισ; Θέλετε την προσφορά;»

Σε λίγο σχόλαγε. Ήταν εξαντλημένη. Όχι από την ορθοστασία ή την επανάληψη. Η αντιμετώπιση των ανθρώπων την είχε πικράνει. Οι περισσότεροι δεν την έβλεπαν, δεν απαντούσαν καν όταν τους χαιρετούσε. Κάποιοι έκαναν ψέμματα, είχε καταλάβει, ότι μιλούσαν στο κινητό και όταν πλησίαζαν την κοιτούσαν με αυστηρό ύφος. Μερικοί της απάντησαν απότομα, ντράπηκε. Ένας γέρος, πρωί πρωί, της είπε «άσε με κοπέλα μου, όρεξη έχεις;». Της πήρε ώρα να βρει το θάρρος να μιλήσει ξανά σε κάποιον.
Όταν συνήλθε, είδε από μακριά μία παλιά της συνάδελφο, από τις καλές εποχές. Ήξερε ότι η παλιά τους εταιρία είχε κλείσει. Η γυναίκα ήταν απλήρωτη και άνεργη. Καθώς την πλησίαζε έσκυψε στο μεγάλο κουτί με τα πακέτα μπισκότα δίπλα της και άρχισε να τα τακτοποιεί. Ξανασηκώθηκε όταν ήταν σίγουρη πως η πρώην συνάδελφος είχε απομακρυνθεί. Λίγο μετά εμφανίστηκε μπροστά της και την κοίταξε καταπρόσωπο. Δεν έδειξε να την αναγνωρίζει – κρατούσε ένα καλάθι γεμάτο φτηνό κρασί.

Το μεσημέρι είχε 20 λεπτά διάλειμμα. Η υπεύθυνη την οδήγησε σε ένα χωρίς παράθυρα δωμάτιο δίπλα στις αποθήκες. Πλαστικά τραπέζια και καρέκλες φαγωμένες. Θα προτιμούσε να περάσει έξω τα 20 λεπτά, δεν ήταν όμως σίγουρη ότι επιτρέπεται. Δεν ήθελε να την βλέπουν περαστικοί με τη στολή. 10 λεπτά μετά ήλθαν στο δωμάτιο δύο μόνιμες υπάλληλοι. Δεν της είπαν κουβέντα, κάθησαν όσο πιο μακριά γινόταν και μιλούσαν χαμηλόφωνα για τις άσχημες βάρδιες τους. Ήλπιζε θα ήταν πιο φιλικές, θα αντάλλασαν δύο λόγια. Προσπάθησε να στείλει ένα sms στον αδελφό της. «Όλα καλά! Η κρυάδα πιο εύκολη από ότι περίμενα. Φάε. xxx» Το χωμένο δωμάτιο δεν είχε σήμα, το μήνυμα δεν έφυγε ποτέ. Γύρισε στο σταθμό εργασίας, όπως ήταν η ορολογία για τον χαρτονένιο πάγκο, πιο κουρασμένη.

«θέλετε να δοκιμάσετε την υπέροχα σοκολατένια πασχαλινή προσφορά μας;» Ο άντρας στον οποίο μιλούσε ήταν λίγο πάνω από την ηλικία της. Τον είδε από μακρυά και αισθάνθηκε να τον εμπιστεύεται. Ψηλός, εύσωμος, με γένια και σκούρα μάτια. Φορούσε σακάκι και ένα πράσινο πουκάμισο. Τίποτε καφέ. Την κοίταζε κανονικά, χωρίς ντροπή, αμηχανία, θυμό, επιθετικότητα ή αδιαφορία. Είπε «εεεε... εντάξει... ευχαριστώ πολύ» και της χαμογέλασε ακόμα πιο πλατειά.

Του έδωσε μπισκότο. Για πρώτη φορά σήμερα εννοούσε το χαμόγελό της. «Ορίστε! Αν σας αρέσει» είπε περιπαικτικά «έχουμε και προσφορά!». Εκείνος στάθηκε λίγο, έκανε ένα φιλικό νόημα, είπε άλλο ένα ευχαριστώ και απομακρύνθηκε. Κάρφωσε το βλέμμα επίμονα την πλάτη του. Ήθελε να του ζητήσει να μη φύγει, να του πει ότι έμοιαζε με τα αγόρια που έκανε παρέα μερικά χρόνια πριν, ότι σιχαινόταν την καφέ στολή και τον πάγκο, ότι όλη μέρα έτρεμε μην έρθει κάποιος γνωστός, ότι δεν θα κατάφερνε να πουλήσει τα πακέτα μπισκότα που ήταν ο ημερήσιος στόχος, ότι είχε βάλει μέσο να βρει αυτή τη δουλειά και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν πολύ τυχερή που τα είχε καταφέρει, πως ήθελε να φύγει, να μην πει τίποτε σε κανέναν και απλώς να προχωρήσει προς την πόρτα και να πάει στο σπίτι, χωρίς καν να περάσει από την εταιρία να πάρει τα ρούχα της, να βγάλει και να πετάξει στα σκουπίδια την μπλε κορδέλα μαζί με τα καφέ ρούχα...

Είδε τον άνδρα να έρχεται προς το μέρος της. «Ήταν πολύ ωραίο» είπε τρυφερά. «Μου δίνετε 3 πακέτα για τα ανήψια μου;». Τα μάτια της έλαμψαν. Ξεσκοτείνιασε το πρόσωπό της.

******

Όταν ήταν 5-6 χρονών είχε αρρωστήσει. Ποτέ δεν της είπαν τι είχε. Πέρασε 2 μήνες σε ένα θάλαμο του νοσοκομείου παίδων Πεντέλης. Θυμάται θολά τις ατέλειωτες βαρετές μέρες στο κρεβάτι, τους γονείς της που δεν τους είχε δει ποτέ έτσι ανήσυχους, τις βελόνες για τη μετάγγιση και τους ορούς, το πόσο είχε πεθυμήσει τους συμμαθητές της, τα εικονίσματα και τα φιαλίδια με αγιασμένο λάδι που είχε αραδιάσει η μαμά της στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι . Μία μέρα, Μεγάλη Βδομάδα, ξαφνικά όπως μπήκε, βγήκε από το νοσοκομείο. Ήταν απολύτως υγιής. Μετά τις διακοπές γύρισε στο σχολείο και σύντομα ήταν σαν αυτό το δίμηνο να μην είχε συμβεί ποτέ. Θυμόταν όμως μία λεπτομέρεια. Πώς η μητέρα της για να την παρηγορήσει για τις βελόνες της έλεγε «όταν πάμε σπίτι θα σε μάθω να πλάθεις μπισκότα με σοκολάτα». Η ιδέα την ενθουσίαζε. Κοιμόταν κατασχαρούμενη.

******

Το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία δίπλα στο σπίτι της δεν άντεξε. Μέσα στο σαματά, τις κροτίδες, τα φιλιά και τις ευχές ξέσπασε και άρχισε να κλαίει. Ήταν δύο βδομάδες πια στη νέα δουλειά, είχε συνηθίσει και πήγαινε καλά! Δεν μπορούσε όμως να ξεχάσει εκείνη την πρώτη μέρα που φεύγοντας από το super market, μετά το τέλος της βάρδιας της, είδε αφημένα σε ένα ράφι κοντά στα ταμεία τα 3 πακέτα μπισκότα σοκολάτας που είχε πάρει ο άνδρας με το ευγενικό χαμόγελο.

Πασχαλινό διήγημα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Metropolis στις 6 Απριλίου 2012

Saturday, September 15, 2012

Τρελός από αγάπη

Άφησα την άσφαλτο και μπήκα στο χωματόδρομο που οδηγούσε στο χαμηλό σπίτι. Πριν κάνω δυο βήματα, τα παιδιά πίσω μου με σταμάτησαν.

«Μην πάμε εκεί, μένει ένας τρελός, δεν είναι καθόλου στα καλά του!»

Το μικρό παλιό οίκημα μπροστά μου έστεκε απομονωμένο στην άκρη ενός λασπωμένου χωραφιού που είχε χρόνια να καλλιεργηθεί. Ολα τα σπίτια στην περιοχή ήταν απομακρυσμένα το ένα απ’ το άλλο - με έναν ανεξήγητο τρόπο, αυτό έμοιαζε να είναι ακόμα πιο μακριά από τα υπόλοιπα, πιο βαθιά αποκομμένο.

Το σπίτι βρισκόταν στην παρακμή του, κάποτε όμως, το έβλεπες, ήταν πολύ περιποιημένο. Τώρα το ξύλο της πέργκολας που σκέπαζε τη μισή αυλή είχε σκάσει σε πολλά σημεία, οι γλάστρες ήταν όλες σπασμένες, τα παρτέρια δεν είχαν φυτά, στη στέγη έχασκαν τρύπες - σαν πεσμένα δόντια - απ’ τα χαμένα κεραμίδια. Αλλά ομολογώ ότι ίσως να κάνω λάθος και η παρακμή που θυμάμαι να είναι μόνο παιχνίδι της μνήμης.

Ημουν τότε γύρω στα δέκα. Είχα έρθει να περάσω τα Χριστούγεννα στο σπίτι της γιαγιάς στο Βόλο. Ως μη συχνός επισκέπτης, δεν είχα φιλίες με τα παιδιά της γειτονιάς. Είχα καταφέρει όμως να γίνω μέλος της παρέας που θα έβγαινε για τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων. Ημασταν πέντε έξι αγόρια ίδιας ηλικίας και καταλαβαίναμε ότι βρισκόμασταν πια στο όριο που είναι επιτρεπτό για ένα αγόρι να λέει κάλαντα. Μόνο οι Τσιγγάνοι και τα ζητιανάκια έβγαιναν στους δρόμους πάνω από τα δέκα, άντε το πολύ δώδεκα χρόνια τους. Ηταν η τελευταία μας ευκαιρία να μαζέψουμε χρήματα - πριν η εφηβεία μάς κάνει για τα καλά ντροπαλούς.

Η γιαγιά μου ζούσε στην άκρη της πόλης, σε μια λαϊκή συνοικία, απέναντι απ’ το εργοστάσιο της Πειραϊκής Πατραϊκής - τότε ήταν ήδη κλειστό. Πίσω από τη σειρά των χαμηλών σπιτιών που ήταν και το δικό της, απλωνόταν μια μεγάλη καμπίσια έκταση με χωράφια, ανεκμετάλλευτα τα περισσότερα, με περιβόλια, λίγα θερμοκήπια και κάμποσα σπίτια. Είχαμε σκεφτεί, η παρέα των αγοριών, να περάσουμε απ’ αυτά να πούμε τα κάλαντα, παρά να πάμε προς το κέντρο της πόλης, όπου θα είχαμε ανταγωνισμό από άλλα παιδιά.

Την παραμονή των Χριστουγέννων συναντηθήκαμε νωρίς το πρωί, δεν ήταν καν ακόμα οχτώ η ώρα. Εκανε πολύ κρύο, αλλά η μέρα ήταν γιορταστική. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και ο λαμπρός ήλιος σκότωνε κάθε υπόνοια νύστας ή ντροπής μέσα μας. Ξεκινήσαμε απ’ τα κοντινά γειτονικά σπίτια και ύστερα βγήκαμε στο στενό, δυτικό δρόμο που διέσχιζε τον κάμπο. Δεξιά και αριστερά του βρίσκονταν τα σπίτια στα οποία θα χτυπούσαμε την πόρτα. Προχωρούσαμε γρήγορα, αστειευόμασταν, πολυλογάδες και γεμάτοι όρεξη.

Αισθανόμουν όμορφα. Μου άρεσε να πηγαίνω στη γιαγιά μου, άμαθος όπως ήμουν στην ανθρώπινη παρουσία. Και χαιρόμουν πολύ που ανήκα σε μία παρέα, τι ωραίο διάλειμμα στη μοναξιά της παιδικής μου ηλικίας! Τα άλλα αγόρια, βέβαια, μου μιλούσαν με προσοχή, με ζήλια και λιγότερο άνετα απ’ ό,τι μεταξύ τους, ήμουν ένας ξένος και μάλιστα από τη μακρινή Αθήνα! Δεν με πείραζε όμως, απολάμβανα την ωραία περίσταση, ακόμα δεν είχα αρχίσει να υποψιάζομαι ότι τίποτε δεν είναι μόνιμο στη ζωή και πως καθετί που απολαμβάνεις έρχεται η στιγμή που το χάνεις. Οπως θα έχανα και την ωραία χριστουγεννιάτικη παρέα μου.

Οταν φτάσαμε εκεί που έμενε ο τρελός, είχαμε χτυπήσει πολλές πόρτες. Οπως ελπίζαμε, οι νοικοκυραίοι μάς υποδέχονταν με μεγάλη χαρά. Μακριά σχετικά απ’ την πόλη, δεν είχαν συνηθίσει να τους έρχονται παιδιά για κάλαντα και μας αντάμειβαν γενναιόδωρα! Κάποιες γυναίκες, εκτός από χρήματα, μας έδιναν μπισκότα, γάλα σοκολατούχο, καραμέλες βουτύρου, ξηρούς καρπούς, γλυκά. Ημασταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι. Ήταν μία όμορφη μέρα.

Φτάσαμε στο σπίτι του τρελού γύρω στις έντεκα. Ανυποψίαστος για την ιστορία του, μπήκα στο χωματόδρομο που οδηγούσε στην αυλόπορτά του. Ο Βαγγέλης, ένα απ’ τα παιδιά, είπε μισογελώντας:

«Μην πας εκεί, μένει ένας τρελός... Ούτε που θα μας ανοίξει!»

Οι άλλοι μου εξήγησαν. Αυτόν που έμενε εκεί τον είχε μαθητή στο σχολείο μια θεία του Γιώργου, του πιο μεγάλου απ’ την ομάδα μας. Ο τρελός τότε ήταν στα καλά του, «φυσιολογικός». Καλός μαθητής, έπαιρνε όλο Α, κι όταν τελείωσε το σχολείο, πέρασε γιατρός με την πρώτη. Στη Θεσσαλονίκη, στο πανεπιστήμιο, γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε πολύ. Εκείνη όμως, αφού τον έπαιξε λίγο, δεν τον ήθελε. Τρελάθηκε. Γύρισε πίσω, παράτησε σπουδές και από τότε δεν βγαίνει καθόλου έξω, δεν πλένεται, δεν ξυρίζεται. Δεν τρώει. Εχασε το μυαλό του. Τα βράδια φωνάζει, κλαίει, αγριεύει - γι’ αυτό οι γονείς του τον έστειλαν εδώ, σε αυτό το απομακρυσμένο σπίτι να μένει. Είχαν τραβήγματα με τις φασαρίες που έκανε στην πολυκατοικία στο Βόλο. Πότε πότε πήγαιναν και τον έβλεπαν.

Στεναχωρήθηκα. Ενιωσα όμως και μεγάλη περιέργεια. Το έβαλα πείσμα να πείσω τα υπόλοιπα παιδιά να του χτυπήσουμε την πόρτα. Ηθελα να τον δω τον αξύριστο, βρόμικο, απομονωμένο ανισόρροπο. Δεν είχα ξαναδεί! Γέλαγαν οι άλλοι στην αρχή: «Οχι ρε, εγώ δεν πάω, φοβάμαι, να πας μόνος σου».

Εγώ εκεί, επίμονος και πεισματάρης. Αρχισαν να εκνευρίζονται. Τελικά, δεν θυμάμαι πώς, κατάφερα να τους πείσω. Αραγε είπα αυτά που θα έλεγα τώρα, τόσα χρόνια μετά, ότι δηλαδή θα του έκανε καλό ν’ ακούσει τα κάλαντα, να αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος; Ή μήπως έπαιξα το χαρτί της περιέργειας που όλα τα αγόρια έχουν; Ή τους έπεισα λέγοντας πως η τόλμη μας θα μας απέφερε κέρδος, αφού ένας τρελός δύσκολα θα έβρισκε έξυπνο τρόπο να αποφύγει να μας δώσει χρήματα;

Φτάσαμε στην αυλόπορτα. Πήγαινα μπροστά, ως υποκινητής. Εσπρωξα την πόρτα να ανοίξει, κι αυτή, σχεδόν με το άγγιγμά μου, έπεσε κάτω. Τρομάξαμε. Τη σηκώσαμε και είδαμε ότι αντί για μεντεσέδες ήταν στερεωμένη πρόχειρα με σύρμα. Την πιάσαμε δύο από μας, την ξαναστηρίξαμε όπως όπως και προχωρήσαμε προς την εξώπορτα του σπιτιού. Εγώ πάντα μπροστά, λιγότερο θαρραλέος τώρα, με τους άλλους τρία τέσσερα βήματα πίσω. Πάτησα το κουδούνι. Για μερικά λεπτά δεν υπήρξε απάντηση. Ξαναπάτησα, πιο επίμονα, χτύπησα και την πόρτα με το χέρι μου. Μετά από πέντε δευτερόλεπτα...

«Ναι, ποιος είναι;»

Η φωνή πίσω από την πόρτα ήταν τρομαγμένη, ασταθής, απειλημένη.

«Να τα πούμε;» φώναξα τάχα μου χαρούμενος.

Οταν ο τρελός άνοιξε, απ’ το σπίτι βγήκε χείμαρρος μια αποπνικτική μυρωδιά. Απλυσιά, σάπιος αέρας, χαλασμένα φαγητά, πολυκαιρισμένα σκουπίδια. Φορούσε ένα παλιό μπουφάν πενταβρόμικο κι ένα κόκκινο παντελόνι φόρμας, σκισμένο σε δύο τρία σημεία. Τα γένια του, τα μαλλιά του, ένα βρομερό κουβάρι. Η ανάσα του μύριζε μέχρι εκεί που στεκόμουν. Μας κοιτούσε με την ίδια μεγάλη περιέργεια που τον κοιτούσαμε κι εμείς, ενώ τα μάτια του είχαν γλύκα, πολύ θλίψη, αλλά και γλύκα. Εμεινα να τον κοιτάζω αποσβολωμένος. Οι ματιές μας έμειναν ακίνητες ώρα. Το βλέμμα του μου άφησε μια ελάχιστη εντύπωση από έναν κόσμο που μόνο ψυχανεμίστηκα ότι υπάρχει, δεν μπόρεσα να διακρίνω καμία λεπτομέρειά του συγκεκριμένη, αλλά τον αισθάνθηκα δυνατά μέσα μου αμέσως... Εναν άλλο κόσμο, όπου οι τρελοί μπορεί και να μην είναι τρελοί, ο χρόνος δεν είναι χρόνος σταθερός, τα φθαρμένα σπίτια, οι φωνές, η βρομιά, τα λεκιασμένα ρούχα και τ’ αξύριστα πρόσωπα ίσως και να μην ενοχλούν κανέναν.

Ξαφνικά, σαν να κατάλαβε την επίδραση που είχε πάνω μου, χαμήλωσε ντροπιασμένος τα μάτια. Εβαλε το αριστερό χέρι πάνω στο κεφάλι και άρχισε να τρίβει την παλάμη με κυκλικές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Υστερα από ένα λεπτό, κάνοντας την ίδια σπαστική κίνηση στο κεφάλι, μίλησε...

«Συγγνώμη, συγγνώμη», είπε. Είχε δάκρυα στα μάτια. «Συγγνώμη. Δεν έχω τίποτε να σας δώσω. Μην πείτε. Όχι».

Τρομαγμένος πια για τα καλά, άρχισα να τραγουδάω με σπασμένη φωνή. Είπα τις δυο πρώτες στροφές απ’ τα κάλαντα, περισσότερο απ’ όσο έλεγα στα άλλα σπίτια, έκλεισα με ένα νευρικό, βιαστικό «και του χρόνου» και γύρισα την πλάτη για να απαλλαγώ. Οι υπόλοιποι με είχαν αφήσει και είχαν φύγει, τους έβλεπα στο βάθος να πηγαίνουν όλοι μαζί προς την πόλη. Δεν θα πηγαίναμε σε άλλα σπίτια; Τι έγινε; Τι έπαθαν; Μέχρι να φύγω απ’ τη γιαγιά μου μερικές μέρες μετά με έκαναν πέρα από την παρέα. Καθώς έβγαινα απ’ το σπίτι του τρελού, τον άκουγα πίσω μου να κλαίει δυνατά σαν μικρότερο και από μας παιδί.

***

Ο παππούς και η γιαγιά μου ήταν παντρεμένοι για πάνω από πενήντα χρόνια. Πολλά απ’ αυτά δεν ήταν ρόδινα. Καυγάδες, απειλές για χωρισμό, καμιά φορά τα πράγματα γίνονταν και λίγο βίαια. Οι υπόλοιποι στην οικογένεια πιστεύαμε πως δεν αγαπιόνταν, ότι ήταν μαζί από υποχρέωση, επειδή έτσι ήταν τότε τα πράγματα, οι άνθρωποι αυτής της γενιάς δεν ήξεραν διαζύγια. Υστερα, η γιαγιά μου αρρώστησε. Γεροντική άνοια. Ραγδαία επιδείνωση. Τα τελευταία χρόνια της δεν θυμόταν εμάς, τα εγγόνια της, τα παιδιά της, έφτασε να μην αναγνωρίζει καν τον άντρα της. Ηταν ανίκανη να φροντίσει τον εαυτό της. Ο παππούς μου, ο βαρύς, άγριος άντρας, που έπινε και έκανε φασαρίες, την περιποιόταν με την τρυφερότητα γονιού και την ικανότητα νοσοκόμας. Την τάιζε, την έκανε μπάνιο, την καθάριζε όταν, σαν μωρό, λερωνόταν. Τα βράδια κοιμόταν δίπλα της. Εκείνη συχνά ξύπναγε φωνάζοντας, τον χτυπούσε, δεν καταλάβαινε ποιος είναι. Ο παππούς εκεί, αυτοθυσία, αγάπη βιωμένη, πρακτική, ουσιαστική. Κι όλα αυτά, για χρόνια. Χωρίς να παραπονεθεί ούτε μία φορά. Και όταν επιτέλους η γιαγιά ησύχασε, δεν έκλαψε. Είχε γίνει σκληρός για να αντεπεξέλθει. Εκανε μεγάλη φασαρία όμως όταν κάποιος του είπε:

«Καιρός ήταν να ησυχάσει και αυτή».

Πίσω απ’ τη σειρά των χαμηλών σπιτιών που ήταν και το δικό του, άρχιζε μία μεγάλη καμπίσια έκταση. Εκεί υπήρχε ένα σπίτι που ζούσε ένας τρελός από αγάπη.

Χριστουγεννιάτικο διήγημα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Metropolis στις 22 Δεκεμβρίου 2011

Friday, February 17, 2012

Στον τοίχο του γαλάζιου σπιτιού στην Αχαρνών

Πριν από μερικές μέρες βρέθηκα στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα για κάποια δουλειά. Ήταν 12 η ώρα το μεσημέρι, ψιλόβρεχε, έκανε και λίγο κρύο και απολάμβανα την βόλτα από την Πλατεία Βικτωρίας μέχρι τον προορισμό μου.

Κάποτε, στις εποχές που ακόμα δεν υποψιαζόμασταν ότι αυτό που απολαμβάναμε δε μας ανήκε και που ήμασταν σίγουροι ότι τα πράγματα μόνο προς το καλύτερο θα πάνε, μου ήταν δύσκολο να κυκλοφορώ σε τέτοιες περιοχές, τις υποβαθμισμένες. Δεν ξέρω τι συνδέσεις είχα κάνει στο μυαλό μου, αλλά αισθανόμουν ότι το περιβάλλον με τις αφρόντιστες πολυκατοικίες, τους στενούς δρόμους, την έλλειψη φωτός, τα μικρά μίζερα μαγαζιά κάπως σαν να με... μόλυνε. Ήταν ναρκισσισμός τύπου "τι δουλειά έχω εγώ εδώ; εγώ είμαι για τις περιοχές με φως, ήλιο, μεγάλα πεζοδρόμια, ευγενικούς ανθρώπους στν δρόμο, βιβλιοπωλεία, εστιατόρια και bar για τα οποία γράφουν στα περιοδικά!"; Πιθανώς. Δεν με πειράζει και να μην το ψάξω. Είμαι πάντως ικανοποιημένος που διαπίστωσα ότι την ξεπέρασα αυτή η φάση, δεν με στενοχωρεί πια η βόλτα στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Κυψέλη, στα Κάτω Πατήσια.

Ο ευδιάθετος άνθρωπος είναι και παρατηρητικός. Και βρίσκει περισσότερες αιτίες να είναι ευδιάθετος. Είδα, και χαμογέλασα, έναν μαύρο μπαμπά να κρατά με τρόπο μία σακούλα με ψώνια, ώστε το κοριτσάκι που ήταν μαζί του, το πολύ 5 χρονών, μάλλον κόρη του, να μην καταλάβει ότι εκείνος ήταν που κρατούσε στην πραγματικότητα την βαριά σακούλα. Η μικρή την κρατούσε, πολύ ευχαριστημένη με την ευθύνη που της είχε ανατεθεί, αλλά δύσκολα θα την έφερνε βόλτα, αν το χέρι του μπαμπά της στρατηγικά τοποθετημένο δεν έκανε, κρυφά και τρυφερά, όλη την δουλειά.

Είδα ακόμα πώς μου χαμογέλασε ένας νεαρός ξένος όταν του έκανα χώρο να περάσει πρώτος ανάμεσα από δύο αυτοκίνητα και με τι κέφι μου είπε ένα σπαστό ευχαριστώ - εκπλήσσει η ευγένεια, ακόμα και η πιο ασήμαντη.

Λίγο πριν φτάσω στην δουλειά μου έχω μπει σε ένα στενό δρομάκι και κοιτάζω στο απέναντι πεζοδρόμιο, εντελώς μηχανικά. Βλέπω μία δίπατη μονοκατοικία. Δεν είναι νεοκλασικό, πρέπει να χτίστηκε τα τέλη της δεκαετίας του 60, αρχές 70, έχει ανέμπνευστη αρχιτεκτονική της εποχής, πρόκειται για ένα κουτί με κολώνες και μία μικρή βεράντα μπροστά, τίποτε ιδιαίτερο. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι το χρώμα του, ένα γαλάζιο μωρουδιακού δωματίου που δεν το βλέπεις συχνά σε σπίτια, παραείναι ελαφρύ. Ακόμα, παρατηρώ και τα ερμητικά κλεισμένα πατζούρια, σκονισμένα πολύ, τα κάγκελα της μικρής βεράντας του ισογείου που έχουν σημάδια σκουριάς, και τα πολλά γράμματα και διαφημιστικά που είναι ριγμένα μπροστά από την εξώπορτα. Περισσότερα ακόμα διακρίνονται σπρωγμένα, καιρό πριν, κάτω απο την πόρτα.

Ένα κλειστό γαλάζιο σπίτι. Με συγκινεί η αντίθεση. Φαντάζεσαι ότι κάποιος που βάφει το σπίτι του γαλάζιο είναι χαρούμενος άνθρωπος, χαίρεται την ζωή, προσπαθεί να βρει την ομορφιά - και σε πολύ πρακτικό επίπεδο, αγαπά το μέρος που ζει και το φροντίζει. Τι, λοιπόν, μπορεί να τον έκανε να κλείσει το σπίτι του και να φύγει άρον άρον, χωρίς να ειδοποιήσει καν το ταχυδρομείο για την νέα του διεύθυνση; Τι συνέβη; Και τότε, στον τοίχο γύρω από την πόρτα, βλέπω τα γραμμένα. Με μαύρο χοντρό μαρκαδόρο. Φράσεις. Που υπάρχουν σχεδόν σε όλη την πρόσοψη του σπιτιού, και στον τοίχο κάτω από την βεράντα.

******

Στα τέλη του 2000, αρχές του 2001, 4 χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς, βρισκόμασταν ήδη στο μάτι του κυκλώνα της "κρίσης προτεραιοτήτων" που τελικά μας έφερε και την οικονομική κρίση. Δεν το ξέραμε τότε ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν το φανταζόμασταν κιόλας. Εκείνο ακριβώς το διάστημα είχαν βγει δύο από τους πιο εμπορικούς δίσκους στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Και οι δύο μαζί πρέπει να πούλησαν γύρω στο ένα εκατομμύριο αντίτυπα... ήταν η Κραυγή της Άννας Βίσση και το Γεια της Δέσποινας Βανδή.

Ακριβώς την ίδια περίοδο, Με διαφορά μερικών εβδομάδων, μέσα στο κλίμα της "Κραυγής" και του "Ανάβεις Φωτιές" και του "Δέστε μου τα Μάτια" ο Γιάννης Κότσιρας έβγαλε έναν δίσκο που ήταν "καταδικασμένος" να "αποτύχει". "Είναι δική μας η ζωή μας" λεγόταν. Τον είχα αγαπήσει αυτόν τον δίσκο, πολύ. Όχι μόνο γιατί ένας από τους συντελεστές του είναι οικογένεια σχεδόν, άρα του έδωσα χρόνο και τον ανακάλυψα, αλλά κυρίως διότι έχει μία προσέγγιση στην ζωή αληθινή, τρυφερή, που δεν απωθεί και δεν κρύβει τις σκοτεινές πλευρές της αλλά τις αναγνωρίζει και, κατά κάποιον τρόπο τις "γιορτάζει". Πως θα αγαπήσεις αν δεν πονέσεις; Πως να μην πονέσεις αφού αγάπησες; Φευ, αυτή η νοοτροπία δεν είχε ελπίδες να σταθεί απέναντι στην ευθυμία και την εκτόνωση της εποχής - που εκφραζόταν με κραυγές και γειά.

Ο δίσκος, μετά τις απίστευτες πωλήσεις του "τσιγάρου" θεωρήθηκε αποτυχία - δεν παιζόταν καθόλου στα ραδιόφωνα, δεν πούλησε ιδιαίτερα. Ωστόσο έβγαλε μερικές "μικροεπιτυχίες", με τα σημερινά δεδομένα είναι θρίαμβος - και κυρίως, όσοι άνθρωποι τότε είχαν το κριτήριο να τον ανακάλυψαν ακόμα τον ακούν και τον απολαμβάνουν.

Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ ήταν και αυτό:

Ένας Έρωτας Φτηνός. Σκληρό τραγούδι χωρισμού, εκδίκησης και θυμού, σχεδόν μίσους. Του μίσους που παίρνει τον χώρο της μεγάλης αγάπης. Του μίσους που έρχεται μετά από μία ξαφνική, άδικη εγκατάλειψη.

*****

"γεια σου ρε Πέτρο - θα μου λείψεις"

"δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Η παρέα σου"

"γιατί ρε φίλε; γιατί δεν κρατήθηκες;"

τέτοιου είδους ήταν τα γραμμένα στον τοίχο του γαλάζιου σπιτιού στην Αχαρνών. Αφιερώσεις φίλων και αγαπημένων σε ένα Πέτρο που χάθηκε. Μηνύματα για τον ταξιδιώτη. Πολλά από αυτά ανορθόγραφα, κακογραμμένα... όλα ξεχειλίζαν αγάπη. 2008. Τότε έφυγε ο Πέτρος - και ήταν νέος. "σε 24 χρόνια έζησες όσα έζησαν άλλοι σε 74" είχε γράψει μία κοπέλα. Μαρία, αν δεν κάνω λάθος.

Το πιο μεγάλο από όλα τα μηνύματα το είδα με την άκρη του ματιού μου στον τοίχο δίπλα στην εξώπορτα του σπιτιού του Πέτρου. "Να κάποια που αγάπησε πολύ, που είχε πολλά ακόμα να πει" σκέφτηκα και πλησίασα για να διαβάσω με την αρρωστημένη περιέργεια που με πιάνει στα μεγάλα δράματα της ζωής. Όταν διάβασα τους δύο πρώτους στίχους και αναγνώρισα το τραγούδι έκανα ένα βήμα πίσω από την έκπληξη. Νομίζω μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Ήταν οι στίχοι από το Ένας Έρωτας Φτηνός. Σκέφτηκα πώς θα συγκινηθεί ο Άρης όταν του το δείξω, είπα μία γρήγορη προσευχή για τον Πέτρο και τους Πέτρους των ζωών μας και πριν συνεχίσω το δρόμο μου έβγαλα φωτογραφία με το κινητό:

Friday, October 15, 2010

χωρισμός

κάνει κρύο.

αλλά εγώ αισθάνομαι τον ιδρώτα στο πρόσωπό μου, το ιδρώτα του φόβου και του πόνου, καθώς μπαίνουμε στον σταθμό. Κόσμος γύρω πολύ, συνεπιβάτες σου, θα ταξιδέψουν σαν και σένα μακρυά από αυτήν την πόλη που μέχρι τώρα ζούσε τον έρωτά μας.

Φυσικά, η δική σου απουσία, μετράει εκατομμύρια φορές περισσότερο από τις απουσίες εκατομμυρίων ανθρώπων. Πως θα αντέξω να είσαι μακρυά μου;

Λες και έχεις διαβάσει την σκέψη μου, σταματάς δίπλα μου και μου σφίγγεις το χέρι, να σε κοιτάξω. Σηκώνω τα μάτια. Βλέπω στο βλέμμα σου την ίδια απορία που έχω και εγώ... Πως θα αντέξω να είσαι μακρυά μου;

Πλησιάζεις την κυρία στο γκισέ του ταμείου, και την ρωτάς αν χρειάζεται να επικυρώσεις το εισιτήριό σου. Εγώ στην άκρη, κοιτάζω την πλάτη σου. Όπως έχεις σκύψει να μιλήσεις στην ταμεία, διακρίνω τον σβέρκο σου ανάμεσα στο παλτό και στα μαλλιά. Με πιάνει μία ζαλάδα από την λαχτάρα... και από την φρίκη που κάθε λεπτό που περνάει γίνεται όλο και πιο πραγματική, ότι από σήμερα δεν θα τον ξαναδώ αυτόν τον σβέρκο.

Έρχεσαι προς το μέρος μου με το επικυρωμένο εισιτήριο. Κάτι μου λες, ούτε που το ακούω, όλα γύρω μου έχουν χαθεί σε μία μπερδεμένη απτή λύπη, που έχει πέσει, πάνω στον κόσμο και στα ερεθίσματα που μου στέλνει, σαν νεκρικό σεντόνι. Πρόσωπα, ήχοι, φωνές, το τρένο που πλησιάζει στην αποβάθρα για να σταματήσει να επιβιβαστούν οι ταξιδιώτες... όλα μου έρχονται μισά, μπερδεμένα.

Έχουμε βγει στην αποβάθρα. Το αριστερό μου χέρι το έχω χώσει στην δεξιά τσέπη του παλτού σου. Οι επιβάτες ανεβαίνουν στα βαγόνια, από τα παράθυρα τους βλέπω να διασχίζουν τους διαδρόμους, να τακτοποιούν τα πράγματά τους, να βολεύονται στις θέσεις τους.... πρέπει να ανέβεις κ εσύ, είναι ώρα, πρέπει να φύγεις. να φύγεις.

Ξαφνικά γυρίζεις απότομα, αρπάζεις το πρόσωπο μου στα δύο σου χέρια, και μου λες

- θα με ξεχάσεις... κ εγώ θα σε ξεχάσω... θα έρθει μία στιγμή που δεν θα έχεις την παραμικρή ιδέα ποιος έχω γίνει... o πόνος και η λύπη θα περάσουν, θα είμαστε αλλού ευτυχισμένοι, ή μπορεί και όχι ευτυχισμένοι, αλλά θα είμαστε αλλού...

εγώ δεν μιλάω, τι σημασία έχουν όλα αυτά, θέλω να σου πω μόνο ότι μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα πάω αλλού, θα είμαι για πάντα σε αυτόν τον σταθμό, να κοιτάζω τις γραμμές που θα σε πάνε μακρυά μου, τα χέρια μου που δεν θα σε ξανακουμπήσουν, να κάθομαι στην καρέκλα που ακούμπησες την τσάντα σου, να μιζεριάζω και να λυπάμαι τον εαυτό μου που χωρίσαμε, θέλω να έχω κάτι να με συνδέει μαζί σου ακόμα και αν είναι αυτολύπηση, μιζέρια.

αγκαλιαζόμαστε. αντίο, αντίο, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, θα με ξεχάσεις όπως και εγώ θα σε ξεχάσω, τι λες, μακάρι να μην έπρεπε να φύγω, μακάρι να μην έπρεπε να φύγεις.

μακάρι. μακάρι.

ένα φιλί στο μάγουλο, κοντά στην γωνία των χειλιών, δεν κάνει στο στόμα.

ανεβαίνεις στο τρένο. πας κάπου προς τα αριστερά, και μετά, όσο και να κοιτάζω από τα παράθυρα του βαγονιού, δεν σε ξαναβλέπω ποτέ. λες και το βλέμμα μου μπλόκαρε την εικόνα του να είσαι στον κόσμο αλλά όχι μαζί μου, πια.

το τρένο ξεκινά. δεν μπορώ να αναπνεύσω. δεν μπορώ.

ο σταθμός αδειάζει.

έχεις φύγει.

παίρνω ένα μπουκάλι νερό. όχι από δίψα... για να θυμηθώ την παρουσία των άλλων ανθρώπων, να ξαναέλθω σε επαφή με την λειτουργικότητά τους,με την χρησιμότητά τους... πρέπει να ξαναγυρίσω στην ζωή.

... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

(τέτοια μου αρέσει να φαντάζομαι τις νύχτες που σε σκέφτομαι. ότι χωρίσαμε δραματικά, σε σταθμούς τρένων, σε αεροδρόμια, ή κλαίγοντας κάτω από την βροχή, ή με αστυνομικούς να με τραβάνε μακρυά σου ή να σε αποχαιρετώ καθώς αφήνω την τελευταία μου πνοή σε μία βρώμικη άσφαλτο και άλλα τέτοια λογοτεχνικά. φαντάζομαι πως αποχαιρετιστήκαμε κλαίγοντας, με τον πόνο να έχει παραμορφώσει τα πρόσωπά μας, με την απόγνωση να μας κόβει την ανάσα, λέγοντας βαριές κουβέντες και μεγάλες.

Προσπαθώ με αυτές τις τραβηγμένες φαντασιώσεις μου να θάψω την χλιαρή, ξενέρωτη πραγματικότητα - που αν και χωρίς καθόλου δράμα, για ένα περίεργο λόγο με πονάει και με κλείνει στον εαυτό μου ακόμα, τόσα χρόνια μετά, τόσες σχέσεις μετά, τόσους χωρισμούς μετά... ότι απλώς, μία μέρα, ένα πρωί, εκεί που όλα ήταν καλά, δεν επικοινώνησες ποτέ ξανά. ποτέ.

Σε έψαξα λίγο, σε έψαξα λίγο περισσότερο, με απέφυγες - και μετά εγκατέλειψα.

Μερικά χρόνια μετά σε είδα σε ένα σινεμά. Ήσουν με κάποιον που μου έμοιαζε. δεν ήρθα να σου μιλήσω. ούτε κ εσύ, αν και με είχες δει.)

Thursday, September 02, 2010

Αρχιτεκτονική του εγκεφάλου

Όταν ήταν περίπου 19 χρονών, σε μία παραλία που πήγαινε μόνος για μπάνιο τα καλοκαίρια της εφηβείας του, γνώρισε μία κωλοπετσωμένη, λαϊκή, 35άρα. Ήρθε κ του έπιασε κουβέντα ενώ διάβαζε ξαπλωμένος στην πετσέτα του.

“Τι κάθεσαι κ διαβάζεις... στην ηλικία σου δεν κάνουν καλό τα βιβλία! Εσύ θα έπρεπε να ασχολείσαι μόνο με κορίτσια, να μην έχεις καθόλου χρόνο για διάβασμα”. Ήταν πολύ μαυρισμένη από τον ήλιο, μακρυμάλλα, με φωσφοριζέ μαγιό, λίγο μικρότερο από ότι έπρεπε, με μεγάλα βυζιά. Το χαμόγελό της του φάνηκε κάπως χαζό, αλλά γλυκό και αθώο.

Της απάντησε ευγενικά κ ψυχρά, με ένα καλαμπούρι, σαν εκείνη να μην το εννοούσε αυτό που του είχε πει για τα βιβλία - όταν την γνώρισε περισσότερο, όμως, κατάλαβε πως το πίστευε ότι κάνουν κακό. Δεν γούσταρε που τον διέκοψε, αλλά ήταν μικρός ακόμα κ δεν ήξερε να είναι αυστηρά ευγενικός για να της κόψει τον αέρα. Μετά, εκείνη, κάθισε δίπλα του, χωρίς να τον ρωτήσει, κ άρχισε να τον ρωτά για την ζωή του. Που μένει, αν έχει τελειώσει το σχολείο, αν θέλει να μπούνε να κολυμπήσουν μαζί...

Αυτός απαντούσε ντροπαλά, κοφτά. Αισθανόταν αντιφατικά. Του είχε χαλάσει την ησυχία του, ναι, αλλά και τον κολάκευε που μία γυναίκα “περπατημένη” τον είχε προσέξει κ είχε έλθει να του πιάσει κουβέντα. [Θα προτιμούσε βέβαια να του είχε μιλήσει ένα άλλο από τα κορίτσια στην παραλία, ένα στην ηλικία του με μαύρο μαγιό, που όμως δεν του είχε ρίξει ούτε μία ματιά.]

Κατά το απόγευμα, γύρω στις 6, η νέα του παρέα προσφέρθηκε να τον πάει στο σπίτι του με το αυτοκίνητό της - να μην επιστρέφει σπίτι με το λεωφορείο. Δέχτηκε. Φτάνοντας στην Αθήνα, δεν το κατάφερε να αντισταθεί, ανέβηκε στο σπίτι της, ένα διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο, κ πηδήχτηκαν.

Την πήδηξε 3-4 φορές ακόμα εκείνο το καλοκαίρι. Κ αυτή η σύντομη σχέση ήταν η πρώτη του που μπορούσε να την περιγράψει ως "χυδαία". Αν κ δεν του άρεσαν οι χοντροκομμένες λέξεις, μετά, που θυμόταν την γνωριμία του αυτή χρησιμοποιούσε επίτηδες λέξεις όπως “πηδάω” και “πίπα” και "γαμούσα". Από την πρώτη στιγμή είχε καταλάβει ότι εκείνος κ αυτή δεν είχαν τίποτε κοινό - ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πηδιούνται. Η υποκρισία του να κάνει ότι δεν έβλεπε αυτή την ασυμβατότητά τους, ήταν που τον έκανε να νομίζει χυδαία την όλη κατάσταση.

Αλλά και η σεξουαλική επαφή τους δεν είχε καμία συναισθηματική πτυχή, τίποτα πέρα κ πάνω από το καθαρά σωματικό. Καταρχήν αισθανόταν σαν να της έκανε λίγο χάρη, πράγμα που δεν απείχε κ πολύ από την πραγματικότητα, αν σκεφτείς ότι ήταν ένας ωραίος δεκαεννιάχρονος, κ εκείνη όχι όμορφη. Όμως η αλήθεια είναι αυτό που τον ξενέρωνε δεν ήταν η μέτρια της εμφάνιση... στο μέλλον θα ερωτευόταν γυναίκες που ήταν, για παράδειγμα, πιο παχουλές, ή έμοιαζαν περισσότερο κουρασμένες από την ζωή. Εκείνο που απέκλειε κάθε πιθανότητα να κάνει κάτι μαζί της ήταν ότι, απλά, δεν του ταίριαζε, δεν ήξερε τις να της πει, δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτά που του έλεγε, δεν μπορούσε να γελάσει μαζί της ή να σκεφτεί να της πει κάτι αστείο. Κ αυτό τον έκανε να την βλέπει σχετικά άσχημη.

Τον υποδεχόταν φορώντας κάτι φτηνιάρικα προκλητικά εσώρουχα, κ την ώρα που την "πηδούσε" του έλεγε διάφορα, υποτίθεται για να τον φτιάξει. Ήταν φράσεις από ελληνική πορνοταινία της δεκαετίας του 70. Φυσικά, δεν ήταν ούτε οι ατάκες ούτε κ τα εσώρουχα που τον έφτιαχναν - εκείνο που τον ερέθιζε ήταν το ότι δεν νοιαζόταν ούτε στο ελάχιστο για εκείνη, για την εικόνα του στα μάτια της, για το αν της αρέσει πως την πηδάει, αν έμπαινε βαθιά, αν ήταν μεγάλος γαμιάς κ την ξέσκιζε, αν της πέταξε τα μάτια πάλι έξω σήμερα. Ό,τι κ να νόμιζε για αυτόν του ήταν απολύτως αδιάφορο, γι’ αυτό και ότι έκανε μαζί της δεν είχε μπλοκαρίσματα, ανασφάλειες και αγωνίες. Ασήμαντο, άρα εύκολο.

Ήταν φυσικό λοιπόν, κ του ήρθε αβασάνιστα, μετά τις 4-5 φορές που την είδε, να εξαφανιστεί. Είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα έβγαινε τίποτε από όλο αυτό - αλλιώς ονειρευόταν τις σχέσεις του.

Από τότε, τύχαινε να την δει σπάνια, μία φορά κάθε δύο τρία χρόνια, σε καφετέριες στην πλατεία ή τυχαία στον δρόμο. Μία φορά την είχε πετύχει σε ένα μπαρ, ήταν μεθυσμένος. Την χαιρετούσε ευγενικά κ αμήχανα, ντρεπόταν που είχε εξαφανιστεί χωρίς αιτιολόγηση. Αυτή κάθε φορά του θύμιζε: “εξαφανίστηκες” ή “μαύρα μάτια” ή “δεν σου κάναμε, σου πέφταμε λίγο”.

Περάσαν τα χρόνια.

Στα 37 του περίπου, Αύγουστος ήταν και δεν είχε φύγει διακοπές, την πέτυχε ξανά σε ένα μπαράκι. Αυτήν την φορά δεν ήταν μαζί της ψυχρά ευγενικός κ αμήχανος. Της μίλησε ζεστά, για ώρα, και της ζήτησε το τηλέφωνό της. Εκείνη ούτε καν εξεπλάγη με την ερώτησή του πότε να την πάρει, “όποτε θες” του απάντησε, λες κ δεν είχε καταλάβει καθόλου την τοτινή του αμηχανία, την επιθυμία του να μην την ξαναδεί, την χαμηλή εκτίμηση που της είχε - (“όχι γι αυτό που ήταν”, επαναλάμβανε στον εαυτό του, δεν απαξίωνε τους ανθρώπους, δεν ήθελε, “αλλά γιατί δεν μου ταίριαζε”). [Αν κ πιο καλή περιγραφή θα ήταν να λέγαμε ότι δεν... ήθελε, με τίποτε δεν ήθελε, να του ταιριάζει και να του αρέσει μία τέτοια προσωπικότητα, ένας τέτοιος χαρακτήρας.]

Ωστόσο εκείνο τον καιρό, στα 37 του, περνούσε μία φάση, που κράτησε πολύ, που του ήταν αδύνατο να κάνει την παραμικρή σύνδεση με κάποια γυναίκα. Μοναξιά μεγάλη. Ζούσε χωρίς έρωτα κ χωρίς επιθυμία. Δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε κανένα ερέθισμα γύρω του, τόσο που καμιά φορά καθόταν κ κοιτούσε το σώμα του στον καθρέφτη, όταν σκουπιζόταν μετά το μπάνιο, κ λυπόταν.

Είχε χωρίσει με μία κοπέλα μετά από περίπου 2 χρόνια, καλά ήταν μαζί της, αλλά εκείνη κατάλαβε ότι αυτός την ήθελε χλιαρά κ, υπερήφανη, του ζήτησε να το διαλύσουν. Τον πόνεσε αυτό, όχι επειδή έχασε κάποιαν που αγαπούσε, δεν την αγαπούσε, το μόνο ήταν ότι την είχε συνηθίσει κ στεκόταν καλά δίπλα του κοινωνικά. Πόνεσε, όμως, γιατί κατάλαβε πως έκανε λάθος να πιστεύει ότι μόνο αυτός ήξερε το πρόβλημα του. Ήταν ήσυχος πως τα κορίτσια με τα οποία είχε κάνει σχέση μέχρι τότε δεν είχαν καταλάβει την αναπηρία του να συνδεθεί μαζί τους βαθιά, ούτε ότι τις είχε επιλέξει ακριβώς επειδή δεν τον συγκινούσαν πολύ, άρα δεν θα του στοίχιζε να τον απορρίψουν. Όμως η τελευταία κοπέλα το είχε καταλάβει. Και μήπως το είχαν καταλάβει κ οι υπόλοιπες;

... ... ... ... ... ... ... ...

Είχε γνωρίσει στην ζωή του κ μερικές, λίγες, γυναίκες που του έκοβαν την ανάσα, που ήθελε να τις πάρει στην αγκαλιά του, να τις ανακαλύψει πως κοιμούνται, πως περπατάνε, πως κάνουν έρωτα, που ζουν, τι άρωμα έχει το χάδι τους, τι γεύση έχει το να κάνουν έρωτα. Ήθελε να του δώσουν σημασία, να τις γοητεύσει, να τον ερωτευθούν παράφορα, να κάνουν μαζί παιδιά, ταξίδια, καυγάδες. Όμως ήταν απολύτως ανίκανος να το διαχειριστεί όλο αυτό το πράγμα, αυτό το φούσκωμα στον στήθος που ένοιωθε για αυτές δεν ήταν ανάταση, δεν ήταν έρωτας, ήταν ασφυξία, ήταν αγωνία που τον παρέλυε. Έκανε κάποιες τρομαγμένες απόπειρες να τις προσεγγίσει αυτές τις γυναίκες, κάποιες από τις οποίες έμοιαζαν να είναι και εκείνες γοητευμένες από αυτόν, αλλά έτσι νευρικά κ φοβισμένα που τις προσέγγιζε δεν είχε καμία ελπίδα - κ μετά σταμάτησε να μπαίνει καν κ στον κόπο να κάνει απόπειρες... Ερωτευόταν, σιωπηλά, στιγμιαία, εσωτερικά, φοβισμένα. Και για λίγο.

Πίστευε πως από κατασκευής δεν είχε άλλη επιλογή παρά μόνο τις άλλες γυναίκες, αυτές που τις έβρισκε απλά χαριτωμένες κ ομορφούλες, αλλά που δεν του έκοβαν την ανάσα. Κ έκανε μαζί τους σχέσεις κ τις αγκάλιαζε μηχανικά κ σαν από υποχρέωση, γιατί έτσι πρέπει να αγκαλιάζονται οι άνθρωποι σε μία σχέση. Όμως όταν η τελευταία κοπέλα του είπε ότι “δεν νομίζω ότι με αγαπάς πραγματικά ή ότι με αγάπησες” και τον πανικόβαλε, ξαφνικά άρχισε να φοβάται να προσεγγίσει και κάποια “ασήμαντη”, νόμιζε πως η υποκρισία του, που ήταν το καλλίτερο που μπορούσε να κάνει, ήταν φανερή πια σε όλους. Κ μπλόκαρε χειρότερα. Σε αυτή τη φάση ήταν που συνάντησε την παλιά του γνωριμία.

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ..

Δυο μέρες μετά που την συνάντησε, της τηλεφώνησε. Μιλήσανε 10 δευτερόλεπτα όλα κ όλα “είσαι σπίτι;” “ναι, θες να περάσεις;” “εντάξει, θα τα πούμε σε μισή ώρα, θα κάνω ένα ντους κ ξεκινάω”. Δεν χρειαζόταν κάτι περισσότερο, εισαγωγές κ προσχήματα ήταν περιττά. Δεν έλειπαν σε κανέναν από τους δύο.

Την ώρα που έκανε ντους κ σκεφτόταν ότι θα την πηδήξει, ότι θα ξαναπηδήξει επιτέλους μετά από τόσο καιρό, καύλωσε. Χάρηκε γι αυτό, είχε βδομάδες να του συμβεί να ερεθιστεί. Του έφτιαξε η διάθεση, κ όταν λίγο μετά χτυπούσε το κουδούνι της πολυκατοικίας μετά από τόσα χρόνια, η αίσθηση του παλιακού που τον πλημμύρισε, του παρελθόντος που δεν υπήρχε λόγος να το φέρει στην επιφάνεια, δεν κατάφερε να βγάλει το χαμόγελο από το πρόσωπό του.

Αυτή του άνοιξε την πόρτα της με ένα εσώρουχο σαν αυτά που φορούσε κ τότε. Το σώμα της είχε αλλάξει, ήταν πενηντάτρα πια, πιο γεμάτη. Στο πρόσωπο είχε ρυτίδες. Αλλά το ίδιο όχι προς το καλλίτερο είχε αλλάξει και εκείνος. Του το είπε.

“Πόσα χρόνια έχουν περάσει; 15; 20; Παχύναμε κ οι δύο, μεγαλώσαμε”. Του φάνηκε πως του μίλησε με χαιρεκακία, για να του χτυπήσει ότι τώρα πια είχε χάσει το μοναδικό πλεονέκτημα που είχε κάποτε, την φρεσκάδα των 19 ετών. Δεν έδωσε σημασία όμως, αντίθετα, “δεν έχεις αλλάξει καθόλου, είσαι τόσο όμορφη όσο πάντα”, της είπε.

Είχε φέρει ένα μπουκάλι ουίσκι, να είναι τυπικός κ ευγενικός, κ βάλανε ένα ποτό. Το ήπιαν καθισμένοι αντικριστά, στις παλιακές πολυθρόνες του σαλονιού, αυτός με τα ρούχα, αυτή με τα εσώρουχα κ ένα διάφανο ρομπάκι από πάνω. Είπανε τα νέα τους, χωρίς πολλές πολλές λεπτομέρειες (είμαι λογιστής - εγώ υπεύθυνη παραγγελιών σε ένα σούπερ μάρκετ - δεν παντρεύτηκα - δεν παντρεύτηκα - όπως τα ξέρεις - όλα καλά - συνηθισμένα - ρουτίνα - μένω ακόμα εδώ - εγώ έχω κάνει μερικές μετακομίσεις ) κ μετά πιάσανε να μιλάνε περί ανέμων κ υδάτων. Άρχισε ξανά να διακρίνει πόσο διαφορετική ήταν από αυτόν, πόσο ελάχιστα πράγματα είχαν κοινά, πόσο καθόλου δεν μπορούσε να μιλήσει στο μυαλό του κ στην ψυχή του. Αλλά αποφάσισε να το αγνοήσει. Όπως τότε.

Λίγο μετά εκείνη σηκώθηκε κ με προκλητικό χαμόγελο του είπε “πάμε μέσα”; Αυτός γδύθηκε, ακούμπησε τα ρούχα του πρόχειρα διπλωμένα στην πολυθρόνα, έβγαλε το σταυρουδάκι που φορούσε, έβαλε το κινητό στο αθόρυβο... προχώρησαν προς το δωμάτιό της. Απέναντι από το ημίδιπλο κρεβάτι βρισκόταν η ίδια τηλεόραση που θυμόταν από τόσα χρόνια πριν, στα παράθυρα οι ίδιες κουρτίνες, τα ίδια διακοσμητικά στο τραπεζάκι, άδεια μπουκαλάκια καλλυντικών κ αρωμάτων, από τότε, πάνω στην τουαλέτα της.

Ξάπλωσαν για λίγο δίπλα δίπλα στο κρεβάτι, αυτή με το σλιπάκι, αυτός γυμνός πήγε να νιώσει αμμηχανία αλλά ευτυχώς εκείνη έσκυψε προς το πέος του να το πάρει στο στόμα. Χάδια, φιλιά, τρυφερότητες, προσχήματα, δεν χρειάζονταν.

15 λεπτά μετά είχαν τελειώσει. Της ζήτησε μία πετσέτα, συνεσταλμένα λίγο, η καύλα είχε φύγει και άρχισε να αισθάνεται άβολα. Καθώς σκουπιζόταν του ήρθε μία ελαφριά μυρωδιά μούχλας κ υγρασίας από την πετσέτα. Μία μυρωδιά που του φάνηκε ότι ταίριαζε στην αίσθηση της στιγμής που είχε μόλις ζήσει.

Δε επέστρεψε στο κρεβάτι. Πήγε στο σαλόνι κ ντύθηκε, κ την περίμενε να πλυθεί για να την χαιρετήσει κ να φύγει. “θα τα πούμε”.

Δεν έμεινε πολύ η μυρωδιά της μούχλας από την συνάντησή τους. Όταν καύλωσε την ξαναπήρε τηλέφωνο 10 μέρες μετά για να πάει να την δει. Επανάληψη... Λίγες κουβέντες στο σαλόνι, κ μετά πέρασαν στην κρεβατοκάμαρά. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο γυμνή κ ρηχή η επαφή τους, αυτός ένοιωθε σαν να ήταν εκεί μαζί της αλλά και να μην ήταν, κάπως σαν να έπρεπε όχι μόνο να κάνει ότι κάνει αλλά και να παρατηρεί τι συμβαίνει κ να το καταγράφει.

Την τρίτη φορά που την πήρε τηλέφωνο για να βρεθούνε, αυτή ήταν λίγο τσαγκή μαζί του, απότομη, “θέλεις να τα πούμε;” τη ρώτησε “άντε, καλά έλα” του απάντησε, με έναν δισταγμό σαν να το σκεφτόταν: “να του πω ναι ή όχι;”. Λες κ τώρα του έκανε αυτή χάρη.

Του άνοιξε κ ήταν φουριόζα κ βιαστική, “δεν έχω να σε κεράσω τίποτε” είπε, μπηχτή που είχε έλθει με άδεια χέρια, κ πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Πηδήχτηκαν, σιωπηλά, όχι μαζί, ήταν ταυτόχρονα κ ήταν στον ίδιο χώρο, αλλά όχι πραγματικά μαζί. Μετά, αυτός δεν ήταν σίγουρος ότι εκείνη είχε χύσει, κ αυτό τον πείραξε. Αλλά εκείνη φαινόταν σαν να μην την νοιάζει, πετάχτηκε από το κρεβάτι κ άρχισε να ντύνεται, “έχω να πάω σε κάτι γενέθλια των παιδιών ενός συναδέλφου” του είπε. Σηκώθηκε κ αυτός κ μέσα σε 3 λεπτά είχε φύγει. Περίμενε για κανένα 20λεπτα κάτω από την πολυκατοικία της κ δεν την είδε να κατεβαίνει για να πάει στα γενέθλια.

Παρόλα αυτά, την ξαναπήρε τηλέφωνο, κ οι επόμενες συναντήσεις τους, κάθε 10-15 μέρες, ήταν στο ίδιο κλίμα, χωρίς πολλά πολλά λόγια, κ με ένα απωθημένο να περιφέρεται στον αέρα. Λες κ αυτός ήταν πικραμένος που είχε πάλι ξεπέσει σε αυτήν και εκείνη που τον έβλεπε το ίδιο μηχανικό, σκληρό κ διεκπαιρεωτικό, και να μην της δίνει τίποτε περισσότερο από αυτά που της έδινε όταν ήταν δεκαεννιά κ όμορφος.

Μία μέρα του είπε μόλις τον είδε στην πόρτα της “πάλι με άδεια χέρια ήλθες;” κ “την επόμενη φορά θα βρεθούμε στο δικό σου σπίτι”. Όση ώρα ήταν μαζί ήταν εντελώς σιωπηλή κ θυμωμένη. Μετά από αυτό πήγε σπίτι της άλλες δύο φορές κ μετά δεν της ξανατηλεφώνησε, αλλά ούτε κ εκείνη - δεν ήθελε να την βάλει στο σπίτι του.

... ... ... ... ... ... ... ...

Κ όμως, όλο αυτό, την αμηχανία, την υποκρισία, την χωρίς συναίσθημα συνύπαρξη, την έλλειψη επικοινωνίας, του φαινόταν πολύ πιο εύκολο να το διαχειριστεί από το να διεκδικήσει μία γυναίκα που να του του αρέσει πραγματικά.

... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το σπίτι, σε μία μικρή επαρχιακή πόλη είναι επιπλωμένο φτωχικά. Έχει δύο δωμάτια. Στο πιο μεγάλο, το βασικό του σπιτιού, μία νέα γυναίκα, όμορφη, ντυμένη με φθαρμένα ρούχα, καθαρίζει πατάτες. Είναι αφοσιωμένη. Από μία παλιά ξύλινη κούνια μωρού που στηρίζεται σε μια κατασκευή από τούβλα, στην γωνία του δωματίου, αρχίζει να κλαίει, σιγανά, ένα μωρό. Η γυναίκα, η μάνα του είναι, σηκώνει το κεφάλι για λίγο, δυσανασχετεί, τι θέλει πάλι, μόλις το έβαλε για ύπνο. Πάει, το κοιτάει, είναι καθαρή η υφασμάτινη πάνα του, είναι κ ταϊσμένο, επιστρέφει στις πατάτες να τελειώνει, έχει πολλές δουλειές.

Το μωράκι συνεχίζει να κλαίει, όλο κ πιο δυνατά. Η μαμά του αρχίζει να εκνευρίζεται. Δεν θέλει να πάει να το σηκώσει να το ταχταρίσει, δεν θα την κάνει ό,τι θέλει. Κλαίει, κλαίει το μωρό, όλο κ πιο δυνατά, λαχανιάζει. Η μάνα του μαζεύει τα φλούδια από τις πατάτες, πιάνει να κάνει άλλη δουλειά. Το αγνοεί.

Μετά από μισή ώρα το παιδάκι γέρνει κ αποκοιμιέται κουρασμένο από τα κλάματα. Ήθελε κάτι; Πονούσε; Ζητούσε αγκαλιά; Δεν έχει σημασία. Πάντως, κουράστηκε να κλαίει χωρίς αποτέλεσμα τόση ώρα και σταμάτησε. Επιτέλους, ησυχία στο σπίτι - εκτός που πότε πότε ακούγεται ένα λαχάνιασμα, ένας σιγανός λυγμός από το κοιμισμένο, πια, μωρό.

Η μητέρα χαμογελά. Να μαθαίνει το μωρό, να μην την έχει σήκω σήκω - κάτσε κάτσε.

Το μωράκι καθώς μεγαλώνει, κλαίει αρκετά συχνά, ζητάει, απαιτεί, χωρίς η μητέρα του να του δίνει σημασία παρά μόνο όταν εκείνη θεωρεί ότι υπάρχει πρακτικός λόγος. Κ μετά, κάποια μέρα, το παιδί μαθαίνει το μάθημα, να μην κλαίει, να μην ζητάει δηλαδή, τι νόημα έχει, κανείς δεν θα το ακούσει αν πει τι θέλει κ πως το θέλει. Κ μένει με αυτή την βεβαιότητα για όλη του την ζωή.

... ... ... .... .... .... .... .... ... .... ... .... ...

αν μάντεψες ότι το μωράκι του τότε κ ο 37χρονος άντρας είναι το ίδιο πρόσωπο, καλά μάντεψες

Wednesday, July 28, 2010

όνειρο

Ένα απόγευμα που ο άντρας της ο Χάρης έλειπε από το σπίτι, η Ντίνα τηλεφώνησε στον Πέτρο, τον καλλίτερο του φίλο για να του μιλήσει "ιδιαιτέρως", αφού τον έβαλε να υποσχεθεί ότι δεν θα πει τίποτε σε κανέναν, κ κυρίως στον άντρα της:

- Πέτρο, πήγε ο Χάρης στον γιατρό γιατί είχε κομάρες κ δύσπνοια. Έχει πίεση κ χοληστερίνη. Μάλλον είναι σοβαρό. Πρέπει να προσέχει τι τρώει, κ να αρχίσει αμέσως να γυμνάζεται... όλη μέρα στο καθισιό του γραφείου, θα πάθει μεγάλη ζημιά. Ο γιατρός του είπε ότι έχει την φυσική κατάσταση εξηντάρη! Κ ακόμα δεν έχει κλείσει τα 43.

Το σχέδιο της Ντίνας ήταν ο Πέτρος, παλιός φίλος του Χάρη με τον οποίο παίζανε μπάσκετ στο Λύκειο, να "παρασύρει" τον άντρα της να ξεκινήσουν κάποια άσκηση, έστω κ 20 λεπτά τρέξιμο την ημέρα. Η ίδια θα φρόντιζε για την διατροφή του κ τα υπόλοιπα - όπως ας πούμε το κάπνισμα. Αλλά για την γυμναστική, χρειαζόταν την βοήθεια του Πέτρου

Κ έτσι έγινε. Όχι εύκολα, όχι χωρίς προσπάθεια κ αναβολές, ο Χάρης κ ο Πέτρος βρέθηκαν να συναντιόνται 4 με 5 φορές την βδομάδα, κατά τις 6 κ μισή το απόγευμα, με τις φόρμες κ τα αθλητικά τους παπούτσια για να τρέξουν. Ήταν γείτονες, στο Παγκράτι, κ πήγαιναν εκεί γύρο, άλλοτε στο Άλσος Παγκρατίου, άλλοτε στο Ζάππειο, άλλοτε στον Εθνικό Κήπο.

Τις πρώτες βδομάδες ήταν πολύ δύσκολο. Σαραντάρηδες κ οι δύο, αφημένοι, κουβαλούσαν όλα τα βάρη ενός ανθρώπου της εποχής μας. Αλλά καθώς οι βδομάδες κ οι μήνες περνούσαν το όλο πράγμα τους έγινε πιο εύκολο πιο συστηματικό και πιο οργανωμένο. Από βραχνάς κ υποχρέωση μετατράπηκε σε συνήθεια, κ μετά έφτασε να τους γίνει ανάγκη. Δεν ήταν όμως μόνο οι αντοχές των δύο που άλλαξαν σε αυτό το διάστημα.

Στο παρελθόν, οι δύο τους δεν ήταν ιδιαίτερα φίλοι, την τετράδα περισσότερο την είχε ενώσει η καλή σχέση που είχαν οι γυναίκες τους. Στις ώρες όμως που περνούσαν μαζί τρέχοντας στο κέντρο της Αθήνας αυτοί οι όχι ιδιαίτερα εκφραστικοί άντρες άρχισε να συμβαίνει κάτι υπόγειο κ ανεπαίσθητο. Άλλαζε ο τρόπος που επικοινωνούσαν.

Στην αρχή, δεν μιλούσαν μεταξύ τους όσο τρέχανε - τι να πεις όταν έχει κοπεί η ανάσα σου από την υπερπροσπάθεια; Μετά που άρχισαν να μπορούν να μιλήσουν πιο άνετα, έπιασαν τις βασικές συζητήσεις. "Τι θα γίνει στην μπάλα, ποιος θα πάρει το παγκόσμιο κύπελλο, τι ωραία πόδια που έχει αυτή η κοπέλα".

Αλλά σιγά σιγά, οι κουβέντες τους άλλαζαν. Σταμάτησαν να κουβεντιάζουν για τον κόσμο κ άρχισαν να μιλάνε για τον εαυτό τους. Τίποτε πολύ βαθύ κ ενδοσκοπικό, οι δύο άντρες δεν ήταν ιδιαίτερα της ανάλυσης, για καθημερινά πράγματα έλεγαν, πρακτικά, για συμβάντα κ γεγονότα. Αλλά, μέσα στις πιο απλές παρατηρήσεις κ γεγονότα που εκφράζουμε για τον εαυτό μας βγαίνουν στο φως αλήθειες που είναι μεγάλες και δύσκολες. Διηγείσαι το περιστατικό που σε στεναχώρησε στην δουλειά σου και μαζί με αυτό μιλάς για τις ματαιώσεις της ζωής σου, τα όνειρα σου που δεν πραγματοποίησες, τις ανησυχίες σου για το μέλλον κ το παρελθόν.. Κ έτσι, η άσκηση των δύο φίλων, απέκτησε ένα ακόμα ευεργετικό αποτέλεσμα, πιο σπουδαίο από το άλλο, το σωματικό. Τους αποσυμπίεζε και τους επέτρεπε να ξεσπάσουν - όταν μιλάς για κάτι που σε απασχολεί και το φέρνεις στην επιφάνεια είναι σημαντικό, ακόμα κ λύση να μην δοθεί, .

Από τους δύο, ο Πέτρος ήταν εκείνος που περισσότερο μιλούσε για τα προβλήματά του. Ήταν κ σαν άνθρωπος σχετικά πιο εκφραστικός, αλλά κ είχε κ τα περισσότερα να πει. Οδηγούσε ταξί, δύσκολη δουλειά, για την οποία η αλήθεια είναι ότι ντρεπόταν. Μικρός, ονειρευόταν να το πάει αλλιώς το πράγμα αλλά η ζωή δεν του τα έβγαλε όπως θα ήθελε. Και έτσι, είχε πολλά να πει στον Χάρη για το πόσο τον έπνιγε η καθημερινότητά του κ πόσο δεν θα προλάβαινε πια να κάνει όσα ήθελε.

Ο Χάρης ήταν πιο τακτοποιημένος Έκανε μία σχετικά πιο άνετη δουλειά, πιο μουράτη, είχε σίγουρο μισθό - σε αντίθεση με τον Πέτρο που η οικονομική κρίση τον είχε τσακίσει. Η οικογένεια του είχε κ κάποια χρήματα κ δεν είχε την ίδια αγωνία επιβίωσης με τον φίλο του. Παρόλα αυτά, έλεγε κ εκείνος τα δικά του. Είχε με την δουλειά προβλήματα, αλλά κ με την γυναίκα του, με την οποία είχανε παντρευτεί πολύ μικροί κ σχετικά βιαστικά. Κλασικά τη ζωής πράγματα όλα αυτά, που ποτέ δεν θα τα λύσεις, το πολύ πολύ να μάθεις να τα διαχειρίζεσαι Σε αυτό όμως ακριβώς ήταν που τους βοηθούσε η σχεδόν καθημερινή κουβέντα τους.

Ένα απόγευμα, κοντά έναν χρόνο από τότε που άρχισαν να τρέχουν, μετά το τέλος της προπόνησης τους είχαν αράξει στο καφενεδάκι του Εθνικού Κήπου. Αισθάνονταν όμορφα, το τραπέζι τους ήταν απόμερο και σκιερό. Ξαφνικά, χωρίς κάποια συγκεκριμένη αφορμή, ο Χάρης σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την γυμνή παλάμη του κ είπε:

- Να σου πω κάτι περίεργο; Εδώ κ 2 χρόνια, βλέπω συχνά το ίδιο όνειρο. Το ίδιο κάθε φορά, χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Τώρα δεν μου κάνει τόσο εντύπωση, το έχω συνηθίσει.... αλλά τους πρώτους μήνες, είχα ανησυχήσει πολύ... Είμαι, λέει, στο σπίτι μου κ κοιμάμαι όταν ξαφνικά ξυπνάω από έναν περίεργο θόρυβο. Κοιτάζω κ στην γωνία του δωματίου απέναντι από το κρεβάτι βλέπω να στέκεται ένας άντρας. Είναι σκοτεινά κ δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό του. Το μόνο που βλέπω είναι η σιλουέτα του κ τα χέρια του...

Πήρε ακόμα μία βαθιά ανάσα κ κοίταξε δειλά τον Πέτρο με ανασφάλεια κ ανησυχία, σαν να περίμενε να τον ξεφτιλίσει Αυτός τον άκουγε χωρίς να αντιδρά με παγωμένη έκφραση.

- ...έχει σφιχτές τις παλάμες του πάνω στο πέος του... οι ώμοι του τραντάζονται γιατί κλαίει. Το κλάμα είναι ο περίεργος θόρυβος που με έχει ξυπνήσει. Εγώ σηκώνομαι, στο όνειρό μου, και ανοίγω το φως. Βλέπω ότι ο άντρας είναι ολόγυμνος, κ ότι οι αρθρώσεις των δαχτύλων του είναι άσπρες από την πίεση με την οποία σφίγγει το όργανό του, σαν να προσπαθεί να το λιώσει. Φρικάρω εντελώς, κοιτάζω το πρόσωπό του κ βλέπω ότι ο άντρας που κλαίει σαν μικρό παιδί... είναι εγώ, περίπου στα 25 μου!

Ήπιε νερό.

- Δεν το έχω πει στην γυναίκα μου. Ντρέπομαι. Νιώθω ενοχές, λες κ όλο αυτό είναι κάτι εναντίον της, που δεν πρέπει να μάθει. Το βλέπω μία φορά το δίμηνο, ίσως κ πιο συχνά. Από όταν αρχίσαμε να τρέχουμε είχε σταματήσει αλλά εχτές πάλι...

Ο Πέτρος κοιτούσε αλλού. Δεν ήξερε τι να πει. Σκεφτόταν διάφορα, τι μπορεί να σημαίνει το όνειρο, γιατί το είχε πει σε εκείνον, μήπως ο Χάρης ήταν ομοφυλόφιλος ή ψυχάκιας κ έβλεπε τέτοια πράγματα.

Η σιωπή άρχισε να γίνεται αμήχανη. Ο Χάρης ήταν πολύ νευρικός κ ένοιωθε ότι ο φίλος του αισθανόταν όλο και πιο άβολα... Κ τότε έκανε κάτι ανεξήγητο και μάλλον αναπάντεχο. Άπλωσε το χέρι του κ έπιασε το χέρι του Χάρη που το είχε ακουμπισμένο στο μπούτι του. Το έπιασε, του το έσφιξε σχεδόν χαϊδευτικά και το άφησε εκεί.

Ο Χάρης κοκκίνισε... αλλά δεν έκανε να τραβήξει το χέρι από την παλάμη του Πέτρου. Άρχισε ηρεμεί. Σταμάτησε να ξεφυσάει, χαλάρωσε το χέρι του μέσα στου Πέτρου κ ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του. Ούτε ελάχιστα δεν γύρισε το πρόσωπό του στην κατεύθυνση του άλλου άντρα, σαν να φοβόταν μην συναντηθούν τα βλέμματά τους..

Κ έτσι, μέσα στην σιωπή κ την περίεργα ευεργετική αυτή αμηχανία πέρασε περίπου μισή ώρα. Χωρίς καμία κουβέντα. Χωρίς καμία κίνηση. Μόνο τα δύο χέρια τα πιασμένα, να ακουμπάνε πάνω στο μπούτι του Χάρη. Κ ύστερα, ο σερβιτόρος ήρθε κ τους είπε "μπορείτε να με πληρώσετε; σε λίγο κλείνει ο κήπος".

Με αυτό, χωρίς να το καταλάβει, έκανε κάτι πολύ σημαντικό για τους δύο, αφού κανείς δεν ήθελε να είναι αυτός ο πρώτος που θα τραβήξει το χέρι του. Φοβόντουσαν κ οι δύο πως αν κάποιος έκανε την κίνηση, ξαφνικά αυτό που έγινε θα έπρεπε να υπάρξει, να λήξει, να εξηγηθεί, να συζητηθεί,. Ενώ έτσι, με την παρέμβαση του σερβιτόρου, κανείς δεν ήρθε σε δύσκολη θέση και κανείς δεν έφερε κανέναν σε δύσκολη θέση. Έπρεπε να αφήσουν τα χέρια τους γιατί το μαγαζί έκλεινε.

Σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, κ ξεκίνησαν για τα σπίτια τους. Χαιρετήθηκαν συνηθισμένα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Κ την επόμενη μέρα ξανασυναντήθηκαν, όπως το είχαν προγραμματισμένο.

... ... ... ... ... ... ...

Για χρόνια ο Πέτρος προσπαθούσε να εξηγήσει αυτήν του την κίνηση εκείνο το απόγευμα, κ δεν μπορούσε. Συχνά θυμόταν και την διήγηση του Χάρη για το όνειρό. Του είχε φανεί βαρύ κ δύσκολο κ τον είχε γεμίσει απορίες. Ήταν το πως του το είχε διηγηθεί ο φίλος του; ήταν η περίσταση;

Κάποιο καλοκαίρι, πολλά χρόνια μετά, μεθυσμένος σε μία παραλία, το διηγήθηκε σε μία γκόμενα που υποτίθεται ότι ήξερε από ψυχολογία... αυτή ερμήνευσε ότι εκείνος που έβλεπε το όνειρο ήταν "αδερφή" κ πως έβλεπε τον εαυτό του που προσπαθούσε να καταπιέσει την επιθυμία του. Για αυτό ήθελε να συνθλίψει τον πούτσο του.

"Μήπως σου την έπεσε κιόλας;" ρώτησε τον Πέτρο κ έβαλε τα γέλια... Αυτός πειράχτηκε πολύ, την παράτησε στην παραλία και την άλλη μέρα που την είδε κάπου στο νησί δεν της μίλησε. Δεν τον ενόχλησε τι του είπε, η αλήθεια είναι πως τα είχε σκεφτεί κ αυτός τα ίδια, ο τρόπος που τα είπε ήταν που τον στεναχώρησε.

Καμία διετία μετά το περιστατικό στον κήπο, ο Χάρης πέθανε από καρδιακή προσβολή. Στεναχωρήθηκε πολύ ο Πέτρος, κ ας είχανε χαθεί. Αλλά η ζωή στεγνώνει τα δάκρυα κ θάβει τις πληγές. Γίνανε κ άλλα στην ζωή του, όχι καλά, και όταν η νύχτα πέφτει στην ζωή ενός ανθρώπου, είναι πιο εύκολο να ξεχάσει εκείνα που τον πόνεσαν με έναν ανεξήγητο τρόπο. Ειδικά όταν αυτά δεν συνδέονται με τον αγώνα για την επιβίωση.

... ... ... ... ... ...

το απόγευμα εκείνο, με το περιστατικό στο καφενείο του Κήπου, ο Χάρης γύρισε στο σπίτι και στο μπάνιο ετοιμαζόταν για να μπει στο ντους. Η γυναίκα του, από την πόρτα του μπάνιου, τον κοιτούσε να βγάζει τις φόρμες του και χαμογελούσε.

- Σου κάνει πολύ καλό το τρέξιμο... να μην το σταματήσεις. Φώτισε το πρόσωπό σου... έχω καιρό να σε δω έτσι ευτυχισμένο.

Thursday, June 10, 2010

Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Γνωριστήκαμε στα χρόνια της κρίσης.

Το βράδυ που πρωτοσυναντηθήκαμε δεν είχα λεφτά για ταξί. Πήγα από το σπίτι μου στο μπαρ που σε πέτυχα με τα πόδια, περίπου 40 λεπτά μου πήρε περπατώντας γρήγορα. Η ελαφρά άσκηση με γέμισε καλοδιαθεσόνια (ενδορφίνες νομίζω λέγονται;) που φυσικά αντανακλούνταν στο χαμόγελό μου που έγινε ακόμα πιο λαμπρό από το συνηθισμένο, όταν σε αντίκρυσα πρώτη φορά.

Επίσης, το ίδιο βράδυ, δεν είχα μαζί μου το κινητό. Δεν το είχα πληρώσει, λόγω κρίσης, κ μου το είχαν κόψει. Που θα πει, ότι χωρίς κινητό, δεν τσέκαρα κάθε λίγο κ λιγάκι αν έχω μηνύματα ή mail. Έτσι, όταν αρχίσαμε να φλερτάρουμε ήμουν αφοσιωμένος στην στιγμή, παρών 100%.

Όταν τελικά βρήκα το θάρρος να σε πλησιάσω κ επειδή λόγω κρίσης δεν μπορούσα να σου πω την βλακεία "να σε κεράσω ένα ποτό" (δεν είχα λεφτά...) ήμουν πολύ ευθύς κ άμεσος. Σου είπα ακριβώς αυτό που σκεφτόμουν: "είσαι πολύ όμορφος, πως σε λένε;"

Αργότερα έμαθα ότι λόγω κρίσης, δηλαδή επειδή ανησυχούσες για την δουλειά σου κ ήσουν σε κακή διάθεση, αποφάσισες να αρνηθείς την πρόσκληση να πας σε ένα άλλο μπαρ με την παρέα σου. Ήλθες σε αυτό το μπαρ, που σε πέτυχα, για να πιεις ένα ποτό μόνος κ να αφεθείς, να χαλαρώσεις... κ έτσι έτυχε κ σε γνώρισα.

Λόγω κρίσης, κ εσύ, όπως κ εγώ δεν είχες περιθώριο για περισσότερα από δύο ποτά. Η βραδιά κύλησε χωρίς μεθύσια, τεχνητή άνεση κ αλκοολούχο κέφι. Αντίθετα, είχαμε κ οι δύο μία φυσική νηφαλιότητα κ χαλαρότητα που μας επέτρεψαν να είμαστε όσο περισσότερο κανονικοί μπορεί να είναι δύο άνθρωποι που μόλις γνώρισαν κάποιον που τους αρέσει πολύ πολύ.

Όταν ήλθε πια η ώρα να φύγουμε, λόγω κρίσης, δεν μπορούσα να σου κάνω αναπάντητη - πήρα ένα χαρτάκι από το μπαρ, έγραψα το τηλέφωνο, το όνομα κ το επίθετό μου, κ από κάτω σχεδίασα (άσχημα) ένα χαμογελάκι. Αργότερα μου είπες ότι αυτό το χαρτάκι, ό,τι κ να γίνει μεταξύ μας, όπως κ να καταλήξουμε, θα το κρατήσεις για πάντα...

Την άλλή μέρα το πρωί, μου τηλεφώνησες. Κανονίσαμε να συναντηθούμε. Δεν πήγαμε σε εστιατόρια, σε μπαρ κ σε σινεμά. Κάναμε κουβεντιάζοντας έναν τεράστιο περίπατο στο κέντρο της Αθήνας. Γυρίσαμε αργά στα σπίτια μας αφού είχαμε ζήσει ένα από τα ομορφότερα απογεύματα που έχουμε περάσει ποτέ - κ χωρίς να χαλάσουμε ούτε ένα ευρώ.

Γνωριστήκαμε καλλίτερα. Γρήγορα ερωτευτήκαμε, γρήγορα δηλώσαμε αποκλειστικότητες κ βαριές προθέσεις. Καλά κάναμε... Ο ένας από τους δύο ήταν γάτα, ο άλλος σκύλος αλλά κατά έναν μαγικό τρόπο καταφέρναμε να επικοινωνούμε. Ή να αναγνωρίζουμε που δεν έχει νόημα να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε.

Γύρω μας η κρίση βάθαινε. Εμείς, προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε με ό,τι είχαμε διαθέσιμο. And boy, didn't we have more than enough...

Τα βράδια λόγω κρίσης αντί να βγαίνουμε σε μπαρ κ σε ξενύχτια, καθόμασταν στο σπίτι. Μαγειρεύαμε παρέα, παρέα μετά πλέναμε τα πιάτα... Ή απλά συζητούσαμε. Ή διαβάζαμε, παρέα, με τις ώρες. Μου φαίνεται πως αυτές οι ώρες που περνάγαμε στο ίδιο δωμάτιο χωρίς να λέμε τίποτε, ο ένας να διαβάζει κ ο άλλος να γράφει ή να ακούει μουσική ή να λαγοκοιμάται, δημιούργησαν γρήγορα έναν ομφάλιο λώρο ανάμεσά μας.

Όταν έκλεισε η εταιρία που δούλευα, αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί. Σε αντίθεση με ότι πίστευα κ πίστευες, η συγκατοίκηση δεν έφερε γκρίνια κ φαγωμάρα. Μάλλον μας γέμιζε ένα αίσθημα ασφάλειας κ φροντίδας που πολύ τα είχαμε ανάγκη... εποχή κρίσης γαρ, όλα γύρω προκαλούσαν άγχος.

Για ενάμιση χρόνο με συντηρούσες. Εγώ, στο σπίτι, ψάχνοντας για δουλειά, ασχολιόμουν με τα γραψίματά μου. Αλλά μαγείρευα, σε φρόντιζα, στα ρούχα σου, στις δουλειές του σπιτιού, σε όλα να είσαι εντάξει, να μπορείς να σχοληθείς χωρίς περισπασμούς με την δουλειά σου, το μοναδικό εισόδημα που είχαμε σαν.... οικογένεια; ...ναι, οικογένεια είχαμε γίνει πια.

Ο θεός μας αγαπούσε, παρά την κρίση... όταν έχασες εσύ την δουλειά σου, είχα βρει εγώ μία άκρη με τα καλλιτεχνικά μου. Κ έτσι αλλάξανε οι ρόλοι. Τώρα σε "συντηρούσα" εγώ.

Οι συνθήκες κ τα δεδομένα μας έκαναν να το σκεφτούμε καλλίτερα κάθε φορά που θέλαμε να χύσουμε την καρδάρα με το γάλα, κ να χωρίσουμε - δεν λέω ότι μείναμε μαζί λόγω κρίσης, λέω ότι οι συνθήκες μας έκαναν να λειτουργούμε λιγότερο παρορμητικά κ ανεξέλεγκτα. Κ να σκεφτόμαστε τις πολύ ριζικές αποφάσεις, όπως θα ηταν το να το διαλύσουμε, δύο κ τρεις φορές.

Φυσικά, δεν μπορούσαμε να πάμε κανονικές διακοπές. Λόγω κρίσης σε πήγα στο εξοχικό της οικογένειάς μου, να περάσουμε έστω μερικές μέρες στην θάλασσα. Ήταν αναπόφευκτο να γνωριστείτε με την μαμά κ τον μπαμπά μου. Παραδόξως, περνούσαμε ωραία κ εκεί, πολύ. Έμαθες στον μπαμπά μου να κάνει κομπόστ με τα σκουπίδια - κ έδειξες στην μαμά πόσο εύκολο είναι να φτιάξει αυγολέμονο χωρίς να κόψει.

Την τρίτη χρονιά που πήγαμε, λόγω κρίσης, για διακοπές στο εξοχικό με τους γονείς μου, ο μπαμπάς αποφάσισε να σταματήσει να κρατά τα προσχήματα. Μας έβαλε να κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο - δεν μου είπε τίποτε ποτέ για το αν κατάλαβε τι συμβαίνει μεταξύ μας, αλλά φυσικά, δεν είναι ηλίθιος, είχε καταλάβει, το ξέρω. Ενώ η μαμά, μία μέρα που πίναμε καφέ εγώ κ εκείνη μου είπε "είναι πολύ καλό παιδί" κ, μετά από μία παύση, "μακάρι να είσαι πάντα έτσι ευχαριστημένος όπως είσαι τώρα".

Το επόμενο καλοκαίρι, λόγω κρίσης, οι γονείς μου μας έκαναν δώρο ένα ωραίο χορταστικό 15νθήμερο στο αγαπημένο μας νησί.

... ... ... ... ... ... ... ...

Γνωριστήκαμε στα χρόνια της κρίσης. κ πιστεύω λόγω και αυτής, ζήσαμε έναν πραγματικό μεγάλο έρωτα. Όχι εύκολο, όχι απλό... αλλά πραγματικό

Thursday, February 25, 2010

Έτοιμος πια

Έβρεχε. Πολύ ώρα τώρα. Από τις 9 κ κάτι. Κ ήταν πια 3 κ μισή τα ξημερώματα. Ο M.A. βγήκε από το μαγαζί που διασκέδαζε και με μισομεθυσμένα βήματα πήγε προς τα μαζεμένα ταξί απέναντι.

Ήταν χαρούμενος. Με το μεθύσι, με την κίνηση στο Γκάζι, με την ψιλή βροχή, με την μυρωδιά των ψημένων κρεατικών από τις πλανόδιες καντίνες, με όλα γύρω του. Κάθησε στο πίσω κάθισμα του ταξί κ είπε ένα χαρούμενο "καλημέρα" στον οδηγό. Εκείνος τον κοίταξε παραξενεμένος - μα "καλημέρα" στις 4 παρά το πρωί; - "περιφερειακό Λυκαβητού πάω" συνέχισε ο Μ.Α. "Από Εξάρχεια πάμε, να γλυτώσουμε την κίνηση, από Μεγάλου Αλεξάνδρου κ μετά συνεχίζουμε από Μουσείο". Ο οδηγός δεν μίλησε πάλι, πάτησε το γκάζι κ ξεκίνησε.

Ο Μ.Α. δεν είχε όρεξη για κουβέντα, όπως είχε συνήθως, έτσι ούτε που πρόσεξε την σιωπή του ταξιτζή. Βυθίστηκε στις σκέψεις του, με το κεφάλι του λίγο γερμένο στα αριστερά, σε αυτήν την στάση που οι φίλοι του την έλεγαν "συγγραφική" ή "σκεφτική".

Ναι, ναι, επιτέλους ήρθε η ώρα να ζήσω κ εγώ, να χαρώ, να ερωτευτώ... Από σήμερα, από τώρα, όλα αλλάζουν, τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο. Θα βάλω τα δυνατά μου να πάει καλά το πράγμα με τον Σ. φαίνεται καλό παιδί κ αισθάνομαι πως του αρέσω. Μου αρέσει που του αρέσω... κ μου αρέσει κ εκείνος πολύ! Μα, πως γύρισε να με προσέξει αυτός εμένα;

Το ταξί φρενάρισε απότομα κ ο Μ.Α. ταρακουνήθηκε στην θέση του. Ένα μηχανάκι είχε βγει με κόκκινο. Ο οδηγός μουρμούρισε μία βρισιά κ έβαλε μπρος το ταξί που είχε σβήσει με το απότομο φρενάρισμα. Ήταν νέος, σε ηλικία ανάμεσα στου Μ.Α. κ του Σ.

Όταν μου είπε ξαναβούλιαξε στις σκέψεις του ο Μ.Α. ότι είναι μόνο 28 χρονών, 15 χρόνια μικρότερός μου, το πρώτο που σκέφτηκα για αυτόν είναι πως ήταν κανένα τσόλι. Ή πως του άρεσαν οι γέροι... Που να πιστέψω πως θα του άρεσα εγώ; Εγώ, που δεν είχα επιτυχία στους 28άρηδες ούτε όταν ήμουν εγώ 28... ...τώρα αυτό. Αλλά, θα σταματήσω να σκέφτομαι έτσι. Γιατί τώρα είμαι βέβαιος για αυτά που βλέπω στον Σ. κ για αυτά που αισθάνομαι. Κ είναι όλα υπέροχα. Υπέροχα. Με φιλάει κ μου δίνει όλο του το στόμα με εμπιστοσύνη! Αισθάνομαι σαν να με φιλά χαμογελαστός, με γεμίζει χαρά...

Σήκωσε τα μάτια του κ κοίταξε έξω από το παράθυρο του ταξί. Είχαν φτάσει Πατησίων κ Ακαδημίας. Η κίνηση είχε χαλαρώσει. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει απαλά κ επίμονα.

Θα κάνω τα πάντα για να είμαι μαζί με τον Σ. Αύριο θα πω στην μητέρα μου ότι θα βρω ένα σπίτι να μείνω μόνος μου - για να την παρηγορήσω θα της πω ότι θα είναι κάπου κοντά της. Κ θα πάω να κλείσω ένα αυτοκίνητο, δεν μπορεί να είμαι 43 κ να ζω σαν φοιτητής, όλο με ταξί κ συγκοινωνίες!! Κ θα ανακατέψω κ τον Σ. στο καινούργιο σπίτι, σιγά σιγά βέβαια, για να το κάνουμε μαζί την φωλίτσα μας. Κ με το αυτοκίνητο θα πηγαίνουμε εκδρομές, διήμερες κ τριήμερες. Η μάνα μου να σταματήσει. Δεν θα μου καταστρέψει την ζωή. Πρέπει να ζήσω, να ζήσω...

Ο οδηγός άνοιξε το ραδιόφωνο. Μένω εκτός, θυμάμαι ονόματα, τρέχω με ταχύτητα φωτός, μένω εκτός σαν κάτι στόματα, πού 'διωξε απ΄ τον κόσμο ενάς λωτός, τραγουδούσε η Αρβανιτάκη.

Τα κάνω όλα υπόγεια στην ζωή μου, κ αυτό θα αλλάξει από αύριο κιόλας. Οι φίλοι μου δεν ξέρουν για μένα τίποτα από όσα έχουνε σημασία. Στη δουλειά μιλάω για γκόμενες. Σεξ κάνω στα κρυφά, κ σπάνια, μέσα από το Internet. Σχεδόν όλος ο ελεύθερος μου χρόνος είναι για τη μάνα μου, να της κάνω παρέα κ να την τρέχω σε συγγενείς. Κ μέσα σε όλο αυτό το βουνό των υποκρισιών κ των υποχρεώσεων, έχω χαθεί από το μόνο πράγμα που κανείς μπορείς να βασιστεί, τον εαυτό κ τις επιθυμίες του.

Μπήκανε στην Ασκληπιού. Η βροχή είχε δυναμώσει, μία τελευταία αναλαμπή πριν σταματήσει, κ ο ταξιτζής είχε ανάψει τσιγάρο. Ο Μ.Α. έπαιρνε τζούρες από τον καπνό. Του άρεσε.

Άλλά το πιο σημαντικό από όλα, η πρώτη κ μεγάλη προτεραιότητα είναι ο Σ. Αυτός θα με βοηθήσει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο - χωρίς να το ξέρει θα γίνει ο οδηγός μου στην καινούργια, ελεύθερη, πραγματική ζωή. Θα είμαι μαζί του ανοιχτός σαν παιδί που το αγαπάνε, θα του λέω ό,τι σκέφτομαι κ αισθάνομαι, ανοιχτά κ ειλικρινά. Με εμπιστοσύνη κ με γαλήνη. Τέρμα τα ψέματα κ οι διπλές ζωές. Θα σβήσω απόψε κιόλας τα προφίλ μου στο Internet. Θα κυκλοφορώ μαζί του χωρίς να φοβάμαι μη μας δει κανείς κ θα του δείχνω χωρίς κόμπλεξ πως τον αγαπάω κ μου αρέσει. Κ μετά, αυτή την γενναιότητα θα την βγάλω σε όλη μου την ζωή, σε όλα!

Εξεπλάγη με τον εαυτό του. χρησιμοποίησα την λέξη αγαπάω!!. Η συνειδητοποίηση τον γέμισε χαρά.

- "Εδώ δεξιά, κ στην δεύτερη γωνία θα κατέβω." είπε στον οδηγό.

Είχανε φτάσει. Έβγαλε 10 ευρώ από την τσέπη κ τα έδωσε στον άντρα. Εκείνος άρχισε να ψάχνει ρέστα, να του δώσει 2 ευρώ.

- "Εντάξει είμαστε", είπε ο Μ.Α.

Γιόρταζε την καινούργια του ζωή απόψε, την αρχή της, κ κερνούσε!

Βγαίνοντας από το ταξί διαπίστωσε πως η βροχή είχε σταματήσει. Τι καλός οιωνός!

... ... .... .... .... .... .... .... ... ... ... ...

Πολλά χρόνια μετά, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, βροχερό σαν εκείνο το ξημέρωμα με τον αμίλητο ταξιτζή, ο Μ.Α. βρισκόταν μόνος στο σπίτι του. Ήταν το σπίτι που του είχε αφήσει η μητέρα του με την διαθήκη της, αυτό το σπίτι στο οποίο είχε ζησεί όλη του την ζωή. Δεν είχε τελικά νοικιάσει διαμέρισμα για να μείνει μόνος. Ούτε αυτοκίνητο πήρε για να πηγαίνει εκδρομές. Κ με τον Σ., βρέθηκαν ακόμα μερικές φορές, κ ύστερα χάθηκαν, από μία εντελώς ανόητη παρεξήγηση... - κάποιος δεν πήρε τον άλλο τηλέφωνο κ μετά, έτσι, λες κ οι άνθρωποι είναι κέρματα μικρής αξίας να τους αφήνεις να εξαφανίζονται, χάθηκαν... Η ζωή του Μ.Α. δεν άλλαξε ποτέ.

Μόνο που αυτό το βροχερό χειμωνιάτικο απόγευμα, μερικά χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας, βρήκε το κασκόλ που φορούσε τότε. Κ τα χρώματα του κασκόλ του θύμισαν κάτι από τις σκέψεις του της βραδιάς εκείνης της μακρυνής.

...Αλλά τίποτε πολύ ξεκάθαρο.

Saturday, December 26, 2009

Χριστουγεννιάτικο ντελίβερι

Μου πήρε μισή ώρα να βρω τον κατάλογο της πιτσαρίας "Φιρέντζε". Τον είχα καταχωνιάσει κάπου... αλλά που να φανταστώ ότι θα την χρειαζόμουν! Πάλι καλά που δεν τον είχα πετάξει, θα έμενα νηστικός! Κ καλά να την βγάλεις μόνος, άπλυτος κ με τις φόρμες το βράδυ των Χριστουγέννων... να την βγάλεις κ πεινασμένος, ε θα πήγαινε πολύ!

Μα πως την είχα κάνει έτσι την ζωή μου; Να εξαρτώμαι για να φάω το βράδυ των Χριστουγέννων από την πιτσαρία "Φιρέντζε", την μοναδική που έμενε ανοιχτή τέτοια μέρα; ...μεγάλη κ πολύπλοκη ιστορία. Δεν παραπονιέμαι. Σε έναν μεγάλο, πολύ μεγάλο, βαθμό η απομόνωση στην οποία είχα βυθιστεί ήταν επιλογή μου. Όχι συνειδητή, αλλά στην ουσία εγώ την είχα επιλέξει. Ακόμα τότε δεν το ήξερα, δεν είχα πάρει πρέφα τους υπόγειους ψυχικούς μηχανισμούς που σε κάποιες φάσεις της ζωής μας, μας κάνουν να κατεβάζουμε ρολά κ να πέφτουμε με το κεφάλι βουτιά στην δική μας προσωπική δυστυχία. Ναι, υπάρχουν κάποιες εποχές που κανείς προτιμά την δική του προσωπική μιζέρια, την οποία ελέγχει απόλυτα, από μία ευθυμία κ καλή διάθεση συνύπαρξης, που όμως είναι γεμάτη από εξελίξεις που μοιάζουν αδύνατο να ελεγθούν: Προδοσίες, απάτες, υποκρισίες, μικρές κ μεγάλες, απορρίψεις, απογοητεύσεις - πράγματα που πίστευες ότι ποτέ δεν θα σου συνέβαιναν. Πράγματα που ποτέ δεν πίστευες ότι θα ήσουν ικανός να κάνεις...

Ασ μην θεωρητικολογώ όμως. Κ ας το ομολογήσω: Με διάφορες, πολλές, μαλακίες, είχα απομακρύνει τους ανθρώπους από την ζωή μου - τουλάχιστον, αυτούς που θα ήθελα να είμαστε μαζί τις ημέρες των Χριστουγέννων. Κ έτσι, τώρα, μόνος στο σπίτι, προσπαθούσα να βρω τον κατάλογο της μόνης πιτσαρίας που μπορεί να με ταίσει (φυσικά, δεν είχα την απαίτηση να μου στείλουν χριστουγεννιάτικο μενού...).

- Καλησπέρα, χρόνια πολλά! Θα μου στείλετε μία πίτσα 4 τυριά κ δύο κοκακόλες λάητ;
- Γειά σας, χρόνια πολλά κ εσείς! Που να τα στείλω;
- Καλλιδρομίου Χ, στον έβδομο. Πxxx το όνομα στο κουδούνι
- Το τηλέφωνό σας;
- 21036xxxxx
- Κύριε Π. θα αργήσουμε όμως λίγο, έχω μόνο 1 άτομο απόψε.
- χεχε... πάλι καλά που το έχετε κ αυτό! Χριστουγεννιάτικα ποιος θέλει να δουλεύει;


Αυτό το τελευταίο σχόλιο προσπάθησα να ακουστεί ως αστείο. Αλλά μάλλον δεν τα κατάφερα, αισθάνθηκα ότι ο πιτσαδόρος ενοχλήθηκε λίγο! Δεν πειράζει, ακόμα μία απροσεξία στο ενεργητικό μου! Δεν με απασχόλησε κ πολύ το θέμα - απλά ανησύχησα λίγο μη τυχόν κ ο τύπος για να με "εκδικηθεί" μου καθυστερούσε την παραγγελία περισσότερο. Έκλεισα το τηλέφωνο, κουκουλώθηκα με την κουβέρτα κ πάτησα το play στο dvd, έτοιμος να ξαναβυθιστώ στον κόσμο των Sopranos.

... ... ... ... ... ... ...

Με ξύπνησαν το κουδούνι της εξώπορτας κ το σταθερό τηλέφωνο που χτυπούσαν μαζί. Πετάχτηκα. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτούσα γύρω μου τρομαγμένος. Μετά θυμήθηκα. Ωχ! Έτρεξα στην πόρτα. Απ' έξω ήταν ο ντελιβεράς. Το ένα χέρι το είχε κολλημένο στο κουδούνι, ενώ με το άλλο κρατούσε το κινητό του. Το κουτί με την πίτσα μου, στο πάτωμα μπροστά του. Έκλεισε το κινητό, το τηλέφωνό μου σταμάτησε να χτυπάει:

- Σε παίρνω τηλέφωνο! Ξέρεις όση ώρα χτυπάω; θα έφευγα!

Σήκωσε την πίτσα από το πάτωμα, ήταν πολύ μπουχτισμένος:

- Τηλεφώνησα στο μαγαζί για να μου δώσουν το τηλέφωνό σου. Θα έφευγα!

Ήταν ξένος - εξ ου κ ο ενικός. Όμορφος, πολύ. Ανοιχτόχρωμος, γύρω στα 40, με παχύ ξανθωπό μουστάκι, κ μαλλιά κουρεμένα με την ψιλή. Στο μέτωπό του, κοντά στον δεξί κρόταφο, υπήρχε ένα σημάδι, σαν από παλιά κακοφτιαγμένα ράμματα. Απολογήθηκα:

- Συγγνώμη, συγγνώμη... με πήρε ο ύπνος!

Με κοίταξε ακόμα πιο θυμωμένος:

- Τι κοιμάσαι άμα περιμένεις φαγητό; άντε!

Ντράπηκα. Είχε δίκιο:

- Συγγνώμη... κοιμάμαι πολύ βαριά... συγγνώμη, είμαι πολύ άρρωστος.

Γούρλωσε τα μάτια όταν άκουσε την λέξη "άρρωστος". Άλλαξε η έκφραση του, η σκληρότητα κ η τσατίλα έγιναν ενοχή κ ντροπή. Μαζεύτηκε. Νομίζω ότι έκανε κ ένα βήμα πίσω...

- Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Για σένα το λέω, περίμενα πολύ ώρα θα έφευγα.

Δεν απάντησα. Πήρα την πίτσα κ την σακούλα με τις κοκακόλες κ του έδωσα 20 ευρώ. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες να μου δώσει ρέστα.

- Εντάξει είμαστε, του λέω.
- Τι εντάξει, 5 ευρώ να σου δίνω.
- Όχι, όχι, εντάξει είμαστε...
- Δεν θέλω εγώ. Δεν πειράζει που άργησες; Κατάλαβες;


Ήταν πάλι θυμωμένος. Αναρωτήθηκα γιατί. Αισθάνθηκε ότι τον πρόσβαλα που ήθελα να του δώσω μεγάλο πουρμπουάρ; Μήπως τον πείραξε που ήθελα να εξαγοράσω την καθυστέρηση με λεφτά;

Αλλά, μία άλλη, ακόμα μεγαλύτερη κ ουσιαστική απορία είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα κ μορφή μέσα μου... Γιατί του είπα ότι είμαι άρρωστος; κ μάλιστα "πολύ";

κ, κυρίως, γιατί, αν κ σωματικά ήμουν γερός σαν ταύρος, αισθανόμουν ότι δεν του είχα πει ψέματα; γιατί;

... ... ... ... ... ... ...

Ο ντελιβεράς δεν το κράτησε το 5ευρω, όσο κ αν επέμεινα. Κ δεν τον ξαναείδα ποτέ, αν κ για να τον πετύχω παράγγελνα για πολύ καιρό από την πιτσαρία "Φιρέντζε". Ήθελα να τον δω διότι η συνάντηση μαζί του είχε πολύ σημαντική επίδραση πάνω μου. Μου πήρε καιρό να καταλάβω το γιατί - κ για να πω την αλήθεια, δεν το κατάλαβα από μόνος μου (αλλά αυτό είναι θέμα άλλη ιστορίας).

Φαίνεται πως εκείνο το Χριστουγεννιάτικο βράδυ όταν είπα στον ντελιβερά "είμαι άρρωστος" έκανα μία ομολογία. Ναι, την έκανα για τους λάθος λόγους, από αμηχανία κ ενοχή που τον είχα να με περιμένει, αλλά πόσες φορές στην ζωή μας δεν κάνουμε το σωστό πράγμα για τους λάθος λόγους;

Αυτή η ομολογία ήταν το πρώτο βήμα να αναγνωρίσω κ να δεχτώ την κατάστασή μου. Κ αυτό το βήμα, οδήγησε με την σειρά του στο να αποφασίσω να "γιατρευτώ". Ασφαλώς, μου πήρε πολύ καιρό να ξεκινήσω, κ όταν ξεκίνησα μπήκα σε μία μεγάλη περιπέτεια, κ χρειάστηκε να επιμείνω πολύ, καμία φορά αντίθετα στην φύση μου, κ έπεσα πολλές φορές...

αλλά, με ένα θαυμαστό τρόπο, κατάφερνα να ξανασηκωθώ. Κ τώρα πια, είναι περισσότερος ο καιρός που είμαι όρθιος. Κ σε αντίθεση με παλιά, το να είμαι πεσμένος είναι η εξαίρεση. Όχι ο κανόνας!

Κ η αρχή είχε γίνει εκείνο το Χριστουγεννιάτικο βράδυ.

Wednesday, August 05, 2009

Καλοκαιρινό απρόοπτο

την τελευταία μέρα δουλειάς πριν τις διακοπές έφυγε νωρίς από το γραφείο... κατάφερε να τα καλοπρογραμματίσει όλα, κ κατά τις 5 κ 10, μία ώρα, και παραπάνω, πριν από την συνηθισμένη ώρα του σχολάσματος του, ήταν στην Κηφισίας, να περιμένει ταξί. Έπρεπε να πάει σπίτι, να φτιάξει την βαλίτσα του κ να πέσει για ύπνο με τις κότες - την άλλη μέρα θα σηκωνόταν πάρα πολύ νωρίς για να είναι στην ώρα του στο αεροδρόμιο.

Όμως, 5 η ώρα στην Αθήνα, είναι ακόμα μεσημέρι. Κ μεσημέρι τέλους Ιουλίου, είναι ζεστό μεσημέρι. Ο ήλιος έκαιγε, τον έκαιγε αλύπητα καθώς αυτός (ας τον πούμε Β. για να αποκτήσει ο άνθρωπος επιτέλους ένα όνομα κι αυτός - έστω κ μόνο σαν αρχικό), αγνοούσε το ένα ταξί μετά το άλλο. Ίδρωνε κ ξαναίδρωνε, όλο κ πιο πολυ ίδρωνε - αλλά το είχε εσωτερική αρχή: Μόνο σε μεγάλη, πραγματικά μεγάλη ανάγκη καταδεχόταν να μπει δεύτερος πελάτης σε ταξί... Ιδιοτροπία; Ναρκισισμός; Αυτοπροστασία από άσκοπες βόλτες κ γύρους; Ποιός ξέρει; Σημασία έχει ότι τώρα, από αυτό το χούι, άφηνε τα ταξί να περνάνε κ ούτε καν το χέρι του δεν σήκωνε. Μέχρι να έρθει εκείνο το ταγμένο σε αυτόν, που θα τον πήγαινε καρφί κ με την μία στο σπίτι του.

Αλλά δεν ερχόταν το γαμημένο. Δεν. Και να η ζέστη να τον βαρά στο κεφάλι, να αυτός να ιδρώνει όλο κ περισσότερο... κ όλα ξαφνικά, από την ταλαιπωρία άρχιζαν να παίρνουν στο μυαλό του κολοσσιαίες διαστάσεις: η ζέστη, το άδειο ταξί που δεν έλεγε να περάσει, τα γεμάτα που όλο κ περισσότερα περνάγαν, επίτηδες λες για να τον κοροϊδεύουν που ήταν γρουσούζης κ ιδιότροπος, ο ιδρώτας, που τον αισθανόταν να κυλά πάνω στην κοιλιά του κάτω απ' το πουκάμισο, η άδεια, που ήταν μόνο δύο βδομάδες, ενώ αυτός ήθελε τουλάχιστον 3, τα προβλήματα στην δουλειά, που αλλιώς την είχε φανταστεί κ αλλιώς του βγήκε, η βαλίτσα, που θα έπρεπε να φτιάξει από το μηδέν κ επιπλέον να την φορτώσει κ με κουστούμι για να πάει σε ένα γάμο (που ακούστηκε να βάζεις κουστούμι σε βαλίτσα διακοπών), η ζέστη, η ζέστη, η κωλοζέστη...

Ανάγκα κ θεοί πείθονται όμως, ναι; Κ όταν μετά από μερικά ακόμα βασανιστικά λεπτά φάνηκε ένα ταξί να έρχεται από το βάθος, το οποίο είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να διακρίνεται πως είχε air condition (από τα εντελώς ανεβασμένα παράθυρα, τα λίγο φιμέ συν τοις άλλοις) ο Β. έκανε την μεγάλη, υποχώρηση να το πούμε; ήττα μήπως ή καλλίτερα νίκη; να σηκώσει το χέρι του.

Βόλευε η κούρσα. Κ έτσι, δεν πέρασε πολύ ώρα κ ο Β. (που να ήξερε ο δύσμοιρος ότι τόσα μάτια τον παρακολουθούν, τα δικά μου κ τα δικά σου αναγνώστη υπομονετικέ...) επιτέλους άρχισε να συνέρχεται: ο οδηγός είχε τον κλιματισμό στο φουλ, κ αυτός μισοξαπλωμένος στο πίσω κάθισμα είχε ξεϊδρώσει εντελώς - κ το μυαλό του είχε πάψει να βολοδέρνει στα πικρά κ τα εκνευριστικά που πνιγόταν όση ώρα στεκόταν στην όχθη της Κηφισίας!

Ξεγκρίνιαξε το μυαλό του, σταμάτησε τις μιζέριες... κ έστρεψε την προσοχή του στον άλλο επιβάτη του ταξί, στο μπροστινό κάθισμα, ο οποίος του είχε τραβήξει την προσοχή με πολλούς κ διαφορετικούς τρόπους: Ήταν κρυμμένος πίσω από κάτι τεράστια γυαλιά ηλίου που κάλυπταν το μισό του πρόσωπο (κ θα μπορούσες να πεις κ ολόκληρον τον ίδιο έκανε ο Β. το λογοπαίγνιο) αφύσικα κ εκνευριστικά. Από πάνω από τα γυαλιά φορούσε ένα καπέλο, τζόκεϋ, από αυτά τα τύπου αμερικάνικα με το μιλιτέρ σχέδιο - που το είχε φορεμένο το μέσα έξω. Ή μπορεί κιόλας να ήταν ντηζαηνιά του καπέλου, να είναι η ετικέτα στην απ' έξω πλευρά, πάντως ότι κ να ήταν, προκαλούσε του Β. μεγάλο εκνευρισμό όλη αυτή η επίδειξη της φιοριτούρας στα ντυσίματα των ανθρώπων, η επιτήδευση κ η ψευτομαγκιά...

Το ταξί κατέβαινε την Κηφισίας βολίδα. Άδειοι οι δρόμοι δεν ήταν, κάθε άλλο, αλλά ο οδηγός που φαινόταν περπατημένος κ μαγκάκος κ το πήγαινε γρήγορα. Θα έφτανε σε 20 λεπτά το πολύ. Κάποια στιγμή, στο ύψος της Φιλοθέης, ο καπελάτος άνοιξε ένα μεγάλο φάκελο που είχε σε μία σακούλα πάνω στα πόδια του, κ έβγαλε ένα χαρτί. Ο Β., φύσει περίεργος, καταχάρηκε γιατί όπως καθόταν πίσω του, είχε άψογη οπτική επαφή με ότι έγραφε το τυπωμένο χαρτί. Με σχετικά διακριτικές κινήσεις ανασηκώθηκε λίγο στο κάθισμά του, έγειρε μπροστά κ έπιασε να διαβάζει... αφού προηγουμένως είχε βγάλει τα γυαλιά ηλίου κ είχε φορέσει τα μυωπίας. Αυτό που διάβασε, τον πάγωσε. Πιο πολύ από όσο τον πάγωσε το air condition όταν μπήκε στο ταξί από την καυτή Κηφισίας.

Βλέπεις, αναγνώστη υπομνετικέ, το χαρτί ήταν ένα από αυτά τα χαρτιά που σου δίνουν στα διαγνωστικά ιατρεία όταν κάνεις κάποια εξέταση κ πας να πάρεις τα αποτελέσματα. Το συγκεκριμένο, δε, αυτό που λαθροδιάβαζε ο Β., ήταν μάλλον από κάποια ιδιαίτερη εξέταση (μαγνητική τομογραφία; αξονική;) κ έγραφε με πολύ βαριούς κ ακατανόητους ιατρικούς όρους ότι "στο δεξί μέρος του εγκεφάλου του ασθενούς Χχχχ Χχχχχ, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενός όγκου μεγέθους κάτι επί κάτι, πολύ κοντά στην κάτι με αποτέλεσμα κάτι να προκαλει κάτι" κ πολλά ακόμα μπλα μπλα μπλα ιατρικά, κοντά μία μεγάλη παράγραφο. Ε, δεν ήθελε κ πολύ ο Β., έτσι τρεχάτη που ήταν η φαντασία του, να καταλάβει, ή καλλίτερα να βγάλει το συμπέρασμά του, ότι ο συνεπιβάτης του, που φορούσε το σπαστικό καπέλο, είχε κάτι μέσα στο κεφάλι του, όχι από αυτά τα ωραία κ άυλα (ιδέες για πονηριές, ας πούμε, ή φαντασιώσεις, όνειρα κ σκέψεις γενικά) αλλά κάτι διαφορετικού είδους, απτό, που το εντόπιζαν οι μαγνητικές τομογραφίες κ οι αξονικοί κ ανησυχούσε τους γιατρούς...

Κ τότε ο Β. παρατήρησε λίγο περισσότερο τον άντρα μπροστά του κ πρόσεξε ότι κάτω από το σπαστικό καπέλο, το δήθεν μοντέρνο, τα μαλλιά ήταν αλλού πολύ, πολύ κοντά κομμένα, αλλού ξυρισμένα κ κάπου αλλού εντελώς ανύπαρκτα σαν να είχαν πέσει κ άρχισε να φαντάζεται εγχειρήσεις στο κεφάλι, που πρέπει να ξυριστούν όλα τα μαλλιά, κ χημειοθεραπείες που πέφτουν του κεφαλιού οι τρίχες, κ γιατρούς να λένε "προς το παρόν το αφαιρέσαμε, είστε καθαρός αλλά θα πρέπει κάθε 6 μήνες να κάνετε, ας πούμε, μαγνητική τομογραφία στο κεφάλι, ελπίζω να μην υπάρχει κάτι"... τέτοια φανταζόταν ο Β.

Κ ύστερα μίλησε ο συνεπιβάτης. Συνηθισμένη φωνή, ενός νεαρού άντρα, αλλά λίγο εξαντλημένη (από την ζέστη της ημέρας; από την αρρώστια; χμφ χμφ χμφ), που είπε: "Μην με πάτε στην είσοδο του Ευαγγελισμού, αφήστε με γωνία Μαρασλή με Βασιλίσσης Σοφίας, θα ανέβω με τα πόδια μετά, να μην καθυστερούμε κ τον κύριο" κ ο Β. τότε έσκασε μέσα του κ σπάσαν διάφορα πράγματα, θα του έπαιρνε μήνες όμως για να τα καταλάβει όλα αυτά που έσπασαν, κ να τα απαριθμήσει κάπως κ να διαπιστώσει πως θα άλλαζαν, τα σπασμένα, την ζωή του... κ βάλθηκε να αγωνίζεται να πείσει τον οδηγό του ταξί να πάει τον άνθρωπο ακριβώς, ΑΚΡΙΒΩΣ στην πόρτα του Ευαγγελισμού, ακριβώς, "δεν βιάζομαι, δεν βιάζομαι καθόλου, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, να σας πάμε, πρέπει να σας πάμε, δεν είναι τίποτε, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, μην περπατάτε δύο τετράγωνα με αυτήν την ζέστη, σας παρακαλώ, είναι και ανηφόρα μέχρι εκεί, σας παρακαλώ".

Και μάλλον επέμενε πολύ κ ίσως κ να φώναζε λίγο γιατί διαπίστωσε ότι ο ταξιτζής κ ο άλλος τον κοιτούσαν κάπως περίεργα, αμήχανα κ με μία μικρή επίκριση, που το είχε πάρει όλο αυτό, το που θα κατέβει ο καπελάτος δηλαδή, προσωπικά.

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Ο Β. πήγε την άλλη μέρα στις διακοπές του, κ 2 βδομάδες μετά γύρισε, όπως το είχε κανονικά στο πρόγραμμα. Χωρίς απρόοπτα. Μόνο που για πολλά, πολλά χρόνια, θυμόταν πάντα αυτό το μεσημέρι του Ιουλίου, όπου ανυποψίαστος, μπήκε ένας ίδιος σε ένα ταξί, δροσερό, για να βγει 20 λεπτά μετά... ένας άλλος.

Και καμία φορά, σε ειδικές συνθήκες, πίκρας και μοναξιάς, από αυτές που για κάθε έναν από μας ετοιμάζει η ζωή, κ δεν έχει να τις ξεφύγει κανείς, ο Β. θυμόταν τον καπελάτο να ανεβαίνει με εξαντλημένο βήμα (από την ζέστη της μέρας; από την αρρώστια;) την Μαρασλή με κατεύθυνση την είσοδο του Ευαγγελισμού.

Κ ας μην την είχε δει ποτέ αυτή την εικόνα (αφού όταν τον άφησαν τον καπελάτο, ο ταξιτζής έφυγε βολίδα για να να πάει τον Β. σπίτι του).

Friday, March 06, 2009

break free

Ήθελε να φύγει νωρίς την τελευταία μέρα στο γραφείο αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.

Όχι πως τον ενόχλησε η καθυστέρηση. Το αντίθετο μάλιστα. Γιατί ήταν καθυστέρηση αγαπησιάρικη. Όταν έστειλε κατά τις 5 το mail σε όλη την εταιρία που έλεγε ότι η σημερινή θα ήταν η τελευταία του μέρα δεν το περίμενε να έχει τέτοια καταιγίδα από τηλεφωνήματα, επισκέψεις στο γραφείο του, από mail.

Βρέθηκε να έχει 10 άτομα στο γραφείο του να του λένε αποχαιρετισμούς και πόσο θα τους λείψει και να ρωτάνε τι θα κάνει και λοιπά και λοιπά...

Καθώς έβαζε το κράνος του και έβαζε μπρος την μηχανή ήταν συγκινημένος...

Όχι με τίποτε δεν το περίμενε να έχει τέτοια αντίκτυπο η αναχώρησή του. Σκεφτόταν, καθώς πάνω στο μηχανάκι πλησίαζε το Υγεία μέσα στην κίνηση, πόσο ασύνδετος ήταν ο σημερινός αποχαιρετισμός με τα τόσο αρνητικά συναισθήματα που είχε για την δουλειά και για όλους σχεδόν τους συναδέλφους του και με το πόσο του σκοτείνιαζαν τις μέρες του πολύ συχνά... και όμως τελικά να που πολλοί από αυτούς έδειξαν πραγματικά να στενοχωριούνται που θα τον έχαναν από συνεργάτη.

Έτσι είναι όμως η ζωή. Δεν βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι.... τον βλέπουμε όπως εμείς ήμαστε. Είχε βαρεθεί την δουλειά και την εταιρία του, και αυτή η κακή διάθεση τον έκανε να βλέπει με αρνητικότητα και αντιπάθεια ότιτην αφορούσε, δηλαδή ακόμα και εκείνους τους συναδέλφους του που, όπως αποδείχτηκε, καθόλου δεν είχαν πρόβλημα μαζί του. "Ο ανικανοποίητος άνθρωπος γίνεται μεγάλη πηγή μιζέριας" σκεφτόταν όταν στο ύψος της Φιλοθέης άρχισε να βρέχει.

Γαμώτο, αν δεν είχε καθυστερήσει με τους αποχαιρετισμούς θα είχε γλυτώσει την βροχή. Δεν πειράζει όμως, από σήμερα δεν θα είχε πια λόγο να ανεβοκατεβαίνει καθημερινά την καταραμένη Κηφισίας, άρα θα ήταν πολύ σπάνιο να έπεφτε θύμα βροχής με το μηχανάκι του....

Η βροχή δυνάμωσε. Προς στιγμήν σκέφτηκε να σταματήσει κάτω από καμία γέφυρα της Κηφισίας, αλλά "έλα μωρέ τώρα" είπε "και να βραχώ τι έγινε"... Και συνέχισε την πορεία του.

Περνώντας έξω από το σινεμά στην γωνία Κηφισίας και Πανόρμου έσκασε ένα χαμόγελο μέσα από το κράνος του... Αναρωτήθηκε αν η ταινία του θα προβαλλόταν σε αυτήν την αίθουσα όταν θα ξεκινούσε η προβολή της. Και έδωσε υπόσχεση στον εαυτό του να θυμηθεί αυτή την στιγμή - που αναρωτιόταν αν η ταινία του, όταν ολοκληρωθεί και βγει, θα παιχτεί στην αίθουσα ...

Η βροχή εκεί, να πέφτει. Το καφέ του παντελόνι είχε αλλάξει χρώμα, σχεδόν μαύρο, από το νερό. Ήταν όλος μούσκεμα. Το μόνο στεγνό του κομμάτι ήταν το κεφάλι του που το προστάτευε το κράνος του.

Κηφισίας και Αλεξάνδρας ένας μαλάκας με ένα μίνι κούπερ πέρασε πολύ κοντά του στην προσπέραση και πέταξε πάνω του νερά... εκεί άρχισε να εκνευρίζεται πραγματικά, αλλά μετά θυμήθηκε ότι είχε πια την δυνατότητα να αγοράσει το δικό του Μινι Κούπερ και αποφάσισε να μην χαλάσει το κέφι του.

Τι ωραίες εκπλήξεις που ετοιμάζει η ζωή καμιά φορά. Πάνω που είχε αρχίσει να απελπίζεται και να το παίρνει απόφαση ότι θα περνούσε όλη του την ζωή χαμένος πίσω από ένα γραφειάκι, να γλυκαίνει καημούς μηδαμινούς και να προσπαθεί να ελέγξει τα απωθημένα του για επαγγελματική επιτυχία, δόξα και δημιουργικότητα που ποτέ δεν θα έρχονταν...

ω του θαύματος του τηλεφώνησαν από μία εταιρία παραγωγής για να του πουν ότι ένας μεγάλος σκηνοθέτης είχε διαβάσει μία ιστορία του σε ένα μπλογκ και ήθελε... να την κάνει ταινία!!! Κλασικά στην αρχή δεν το πίστεψε, νόμισε ότι του έκαναν πλάκα, όταν τελικά πείστηκε ήταν τόσο χαρούμενος που παραλίγο να τους πει ότι δεν ήθελε λεφτά.

Ευτυχώς πριν τους το πει, πρόλαβαν αυτοί και του είπαν πόσα λεφτά θα του έδιναν για να αγοράσουν την ιστορία και πόσα επιπλέον για να την κάνει σενάριο σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη. Κόντεψε να κατουρηθεί από τη χαρά του, πως έκανε ο Χορν σε κάτι παλιές ταινίες, ε έτσι!

Και πήρε την απόφαση... να παραιτηθεί από την δουλειά και να προσπαθήσει να αφιερωθεί στο γράψιμο. Καλύτερη στιγμή από αυτήν μάλλον δεν θα έβρισκε, τώρα υπήρχε το μομέντουμ, τώρα... "αν όχι τώρα, πότε - αν όχι εγώ, ποιος..." έλεγε και ξανάλεγε το μάντρα από μέσα του καθώς πλησίαζε την Ιπποκράτους, όπου έστριψε για να πάει προς το σπίτι του.

Τώρα πια ήταν βρεγμένος για τα καλά, σαν να τον είχαν βουτήξει στη θάλασσα, ανησύχησε λόγο για το κινητό του, πρέπει να είχε γίνει μούσκεμα στην τσέπη του, γαμώτο γαμώτο. ευτυχώς σε λίγο έφτανε στο σπίτι του...

Πάρκαρε, κατέβηκε από το μηχανάκι, καθώς περπατούσε προς την είσοδο της πολυκατοικίας του πλατς πλατς έκαναν τα παπούτσια του...

Λέρωσε την είσοδο της πολυκατοικίας, λέρωσε το ασανσέρ, όταν έφτασε στην είσοδο του διαμερίσματος του άνοιξε την πόρτα και χωρίς να προσωρήσει παραμέσα άρχισε εκεί, στο όριο του διαμερίσματός του με το χωλ της πολυκατοικίας να βγάζει τα βρεγμένα του ρούχα.

όταν γδύθηκε και έμεινε με το σώβρακο (κι αυτό βρεγμένο) μπήκε στο σπίτι, και αφού έκλεισε πίσω του την πόρτα προχώρησε προς την γωνία του δωματίου για να ανάψει το πορτατίφ . ήταν τόσο χαρούμενος, επιτέλους η τελευταία μέρα στην δουλειά είχε τελειώσει, είχε μπει σε άλλο επίπεδο πια, σε άλλο, και τώρα θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μείνει σε αυτό, να ζει από το γράψιμο, να μην σπαταλά τις δυνάμεις του, να ασχολείται με πράγματα που του αρέσουν, να γράφει, να γράφει, να γράφει...

Αναρωτιέμαι ακόμα αν πρόλαβε να καταλάβει ότι τον χτύπησε το ρεύμα. Αναρωτιέμαι αν και πόση ώρα μεσολάβησε από την ώρα που πάτησε τον διακόπτη του φτηνού νορβηγικού πορτατίφ μέηντ ην τσάηνα μέχρι να πεθάνει. Εγώ εύχομαι να πέθανε ακαριαία, προσεύχομαι, τα βράδια που τον σκέφτομαι, να πέθανε πριν καν το σώμα του χτυπήσει το πάτωμα, πριν καταλάβει τίποτα, ότι την ελευθερία που πίστευε ότι είχε κατακτήσει δεν την είχε κατακτήσει, ότι η ηλεκτρική εκκένωση είχε προκαλέσει χαλάρωση του σφικτήρα του και ότι είχε χεστεί.

Τον βρήκαμε 4 μέρες μετά. Μπήκα μέσα στο σπίτι του με την αστυνομία. Το σπίτι βρωμούσε σκατίλα και αποσύνθεση και μούχλα από τα ρούχα που είχαν στεγνώσει διπλωμένα εκεί που τα είχε αραδιάσει. . Τα σκατά είχαν ξεραθεί πάνω στο σώβρακό του. Με έπιασε μία μαλακία και ήθελα να κρύψω αυτήν την εικόνα από τους δύο αστυνομικούς που ήταν μαζί μου, άκου τι χαζά σκεφτόμουν, ο άλλος πέθανε έτσι ηλίθια μόνο 36 χρονών και εγώ σκεφτόμουν μην τον δουν χεσμένο.

Wednesday, February 18, 2009

Διψάει

Η παρακάτω συζήτηση έγινε σε μία κρεβατοκάμαρα, πριν από λίγο καιρό, από δύο ανθρωπους ξαπλωμένους στο στρώμα το ανατομικό. Μπορεί να ήταν ένας άντρας και μία γυναίκα, μπορεί να ήταν μία γυναίκα και μία άλλη γυναίκα, μπορεί να ήταν δύο άντρες, δεν έχει σημασία... σημασία έχει πως η συζήτηση έγινε.


- Να σε ρωτήσω κάτι;
- Ναι....
- Γιατί με αγαπάς;
- Γιατί σε αγαπώ; ...που να ξέρω... η αγάπη δεν νομίζω ότι "εξηγιέται"... Άντε στην καλλίτερη περίπτωση να καταφέρεις να την περιγράψεις;... εσύ ξέρεις γιατί με αγαπάς;
- οκ, οκ... να το θέσω αλλιώς... ποια είναι αυτά τα πράγματα που σε κάνουν να λες ότι με αγαπάς; και τα πρακτικά, αλλά και τα πιο πνευματικά....
- Σκεψ σκεψ... για να δούμε... λοιπόν, καταρχήν μία απόδειξη ότι σε αγαπάω είναι ότι με ερεθίζεις, με καυλώνεις. Μου αρέσει το σώμα σου, με όλες του τις λεπτομέρειες. Μου αρέσειπολύ και ο τρόπος που κάνεις έρωτα... Αυτό το λέω πρώτο γιατί είναι για μένα το πιο σημαντικό... έχω επιθυμία για σένα, σωματική και έντονη.
- ...άλλο;
- ...άλλο... για να δούμε.... λοιπόν, επόμενο στην σειρά, είναι ότι με "αναπαύεις". Ακούγεται κάπως, το ξέρω, άλλα αν στο εξηγήσω λίγο θα το καταλάβεις. "Αναπαύομαι" στο Άγιο Όρος, που ξέρω ότι το λένε, σημαίνει ότι βρίσκομαι σε συνθήκες που με κάνουν και αισθάνομαι ηρεμία και αρμονία με το γύρω μου αλλά κυρίως με το εντός μου. Εσύ με κάνεις και νιώθω σαν να είμαι κάπου που ταιριάζω, κάπου που με αποδέχονται και με αντιλαμβάνονται.
- ..."αναπαύομαι" ε;
- Ναι. Πρόσεξε, αυτό το αναπαύομαι δεν είναι πρακτικό... Όπως και η αγάπη - μπορεί να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις να αγαπήσεις κάποιον, ξέρω γω να έχει τέλειο σώμα, να είναι έξυπνος και χιουμορίστας, να, να, να, αλλά παρόλα αυτά εσύ να μην μπορείς καν να σκεφτείς τον εαυτό σου ερωτευμένο μαζί του. Αντίστοιχα, μπορεί μία κατάσταση να έχει όλες τις προϋποθέσεις ηρεμίας αλλά παρόλα αυτά εσύ να μην "αναπαύεσαι" σε αυτήν, να νιώθεις άβολα και νευρικά και αταίριαστα. Και μετά, ξαφνικά να γνωρίσεις τον απίστευτο ασχημάθρωπα και να τον αγαπήσεις μέχρι θανάτου ή να βρεθείς σε τραγικά ταραγμένες συνθήκες και παρόλα αυτά να "αναπαύεσαι"... μυστήρια πράγματα αυτά...
- οκ, οκ το κατάλαβα... άλλοι λόγοι που με αγαπάς;
- Με χαλαρώνεις. Αυτό είναι αποτέλεσμα και του ότι με καυλώνεις, που θα πει ότι καλύπτω το σεξουαλικό μου, και του ότι αναπαύομαι. Όταν είμαστε μαζί μπορώ να είμαι όπως είμαι, δεν χρειάζεται να υποκριθώ ή να ωραιοποιήσω τίποτε πάνω μου, άρα χαλαρώνω, άρα ξεκουράζομαι και αναπνέω ψυχικά.
- Τέλεια! Άλλο;
- ...κάτι έχεις κατά νου εσύ ε;
- έλα λέγε, χαχα!
- καλάααα.... λοιπόν έχεις εξυπνάδα και φαντασία. Μου αρέσει που δεν παίρνεις πολύ σοβαρά τον εαυτό σου - μερικές φορές - όπως μ' αρέσει και που γίνεσαι πάρα πολύ μελό και δραματικιάρικος χαρακτήρας κάποιες άλλες. Εεεεε.... εκτιμώ πολύ που αγωνίζεσαι στην ζωή σου να ζεις με κάποιες αρχές που πολύ σέβομαι, και μου αρέσει που είσαι άνθρωπος που δεν παιρνά απαρατήρητος. Μου αρέσει ο τρόπος που είσαι μαλάκας όταν είσαι μαλάκας, είναι ιδιαίτερος και με προσωπικότητα. Α και μου αρέσουν κάποιες από τις επιλογές που έχεις κάνει στην ζωή σου - η δουλειά σου ας πούμε, το πως είναι το σπίτι σου, ο τρόπος που ντύνεσαι...
- ...μάλιστα...
- Όμως κοίτα τι γίνεται. Όλα αυτά που μόλις σου είπα είναι πράγματα που τα έχω συναντήσει και σε άλλους άνθρώπους, αλλά όμως δεν ήταν αρκετά να με κάνουν να κολλήσω όπως κόλλησα με σένα. Πράγμα που θα πει ότι υποψιάζομαι πολύ σοβαρά, ότι όλα αυτά τα βρίσκω νόστιμα ΕΠΕΙΔΗ σε γουστάρω και όχι ότι σε γουστάρω ΕΠΕΙΔΗ έχεις όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που βρίσκω νόστιμα.
- Σοφό το σαφές...
- Και για να τελειώνουμε, επειδή θα το πάρεις πάνω σου, απολαμβάνω πολύ και το ότι με προσέχεις, αλλά και το πως με προσέχεις... Ενδιαφέρεσαι για μένα και αυτό δεν με αφήνεις μόνο να το μαντέψω αλλά μου το δείχνεις κιόλας με πράξεις και πολλές πολλές κουβέντες! Γενικά τους ανθρώπους του στιλ "αφήνω να μιλήσουν οι πράξεις μου μόνο και στα λόγια είναι φειδωλός" δεν τους πολυγουστάρω, προτιμώ τις πιο εκδηλωτικές προσωπικότητες. ...σε κάλυψα καθόλου;
- ...ερμ βασικά λύσσαξες, χεχε! ναι με κάλυψες. Συνοψίζω: Η αγάπη σου για μένα είναι εν μέρει καύλα, εν μέρει ότι σε αναπαύω, όπως το είπες, και ότι σε χαλαρώνω. Όσο για τα άλλα, δεν πιστεύεις ότι προκάλεσαν την αγάπη, αλλά ότι ίσως την ενισχύουν, σωστά;
- ναι, σωστά - Εσύ; πως θα περιέγραφες το "γιατί" με αγαπάς;
- α! με κάλυψε ο προλαλήσας! Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το περιέγραψες κι εσύ... ακριβώς, όμως!
- γκρ γκρ γκρ γκρ γκρ γκρ γκρ... δεν μου λες, πως σου ήρθε να με ρωτήσεις;
- θα σου πω, θα σου πω... μου κάνεις όμως μία χάρη, επειδή κρυώνω πολύ, μπορείς να σηκωθείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό;
- Α.... καλά, δεν παίζεσαι!!! το έκανες όλο αυτό για να σου φέρω νερό έτσι; έτσι δεν είναι, λέγε!!!! είσαι πολύ γελοίος!!!! αααα!
- ... ... ... ... ... ... ... χιχιχι!

Tuesday, January 27, 2009

gay friendly/hostile

Ο Βασίλης Π. και ο Ντίνος Π. ήταν συνάδελφοι εδώ και περίπου 7 μήνες. Από αυτούς, τους 6 τελευταίους ο πρώτος ήταν κρυφά ερωτευμένος με τον δεύτερο.

Δεν ήταν κανένας έρωτας φλογερός, κεραυνοβόλος, από αυτούς που αλλάζουν ζωές και συμπεριφορές... θα τον έλεγες απλό έρωτα, λίγων κυβικών, συνηθισμένο (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως συνηθισμένος έρωτας...), γλυκό και ενδοφλέβιο.

Και αν κάποιος ισχυριζόταν ότι ο Βασίλης είχε "κατασκευάσει" τον έρωτα αυτόν στον μυαλό του για να προσθέσει μία νοστιμιά στην εργασία του ίσως και να μην είχε πέσει τόσο πολύ έξω...

Ο Ντίνος δεν ήταν gay. Κάθε άλλο... Και μάλιστα αυτός ίσως και να ήταν ο βασικός λόγος που ο Βασίλης τον είχε επιλέξει να τον κάνει work-crush. Ήταν τόσο μακρυά από την επιτήδευση όλων των ομοφυλόφιλων του κύκλου του Βασίλη. Σε όλα του.

Και έγινε και βρέθηκαν σε μία πόλη του εξωτερικού για μία παρουσίαση. Για οικονομία, οι δύο τους χρειάστηκε να μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο στο ξενοδοχείο τους.

Κανείς τους δεν έδωσε κάποια βαρύτητα στο γεγονός. Θα μοιράζονταν μία νύχτα το ίδιο δωμάτιο, σιγά το πράγμα, στο στρατό το ίδιο δεν γινόταν; Ούτε καν ο υπερβολικός και δραματικός Βασίλης δεν έκανε προεκτάσεις και ονειροπολήσεις με αφορμή την συγκατοίκηση - παρά τον "έρωτά του".

Και να ΄τοι τώρα οι δύο τους. Είναι απόγευμα, αργά, και κάθονται μπροστά από ένα λάπτοπ, δίπλα δίπλα στριμωγμένοι στο μικρό τραπεζάκι του δωματίου του ξενοδοχείου. Την επόμενη το πρωί είναι το ραντεβού στον πελάτη και τώρα βελτιώνουν την παρουσίαση που θα του κάνουν. Παιδεύονται μπροστά στο εξέλ, προσθέτουν στοιχεία και νούμερα, αλλάζουν φόρμουλες. Η δουλειά κυλά στρωτά και ήρεμα...

Ρε μαλάκα μήπως βάζαμε και αυτό; .
Ναι, ναι, παίζει... να, κάπως έτσι πάει η κουβέντα.

Και τότε ο Ντίνος σηκώνεται και βγάζει το παντελόνι του. Έτσι απλά, χωρίς καμία εισαγωγή, καμία επιτήδευση, καμία ερώτηση, καμία δήλωση.... Απλά, το βγάζει. Το πετάει στο κρεβάτι και κάθεται δίπλα στον Βασίλη... φοράει ένα μποξεράκι, μακρύ, σαν μαγιό, άνετα θα μπορούσε να είναι μαγιό...

Ο Βασίλης συνεχίζει να γράφει κάτι στο πληκτρολόγιό του. Δεν δίνει σημασία σε όλη αυτήν την σκηνή. Δεν την αφήνει να ριζώσει μέσα στο μυαλό του, να γίνει δέντρο, δάσος, σκοτεινή ζούγκλα καύλας και προσδοκιών. Όσο για τον Ντίνο συνεχίζει να φέρεται σαν να είναι καθισμένος δίπλα στον ξάδελφό του.

Αχ, όμως... Ξαφνικά, ο Βασίλης απλώνει το χέρι του και το ακουμπά απαλά στο μέσα μέρος του ποδιού του Ντίνου. Έτσι απλά, χωρίς καμία εισαγωγή, καμία επιτήδευση, καμία ερώτηση, καμία δήλωση.... Λίγο πιο πάνω από το γόνατο του. Με το που σταμάτησε την πληκτρολόγηση μία σιωπή πέφτει στο χώρο.

Είναι σιωπή μεγάλη και βαθιά σαν όλα αυτά που φοβάται και ελπίζει ο Βασίλης. Τόσο που αναρωτιέμαι: η αμηχανία που έπεσε είναι λόγω της κίνησης του αυτής καθ' αυτής ή λόγο του ότι σταμάτησε να ακούγεται ο θόρυβος των πλήκτρων;

Ο Ντίνος παγώνει. Αφήνει το χέρι του Βασίλη εκεί που είναι. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα. Κουνάει λίγο το πόδι του. Ο Βασίλης δεν παίρνει το χέρι του. Ο Ντίνος κουνάει λίγο περισσότερο το πόδι του. Τίποτε. Και τότε σηκώνεται από την καρέκλα.
Πάει στο κρεβάτι, παίρνει το παντελόνι του. Το φοράει. Πάει στο μπάνιο. Βγαίνει μετά από λίγα λεπτά. Και κάθεται δίπλα στον Βασίλη. Ό ήχος των χεριών του που αρχίζουν να πληκτρολογούν ξαναφέρνει την ισορροπία στο δωμάτιο.

... ... ... ... ... .... ... .... .... .... .... .... .... .... .... ...

Η παρουσίαση πήγε καλά την άλλη μέρα. Άλλα όταν γύρισαν στην Ελλάδα ο Βασίλης παραιτήθηκε από την δουλειά.

Μετά από πολλούς μήνες, ίσως και χρόνια, έτυχε να συναντήσει τον Ντίνο. Αφού χαιρετήθηκαν και είπαν τα νέα τους, ο Ντίνος τον ρώτησε...

- Γιατί έφυγες ρε από την δουλειά; ...δεν θα έλεγα τίποτε. Δεν έχω πει τίποτε σε κανέναν...

Ο Βασίλης, παίρνει το αυστηρό του ύφος, εξαφανίζει το χαμόγελο από το πρόσωπό του και λέει:
- ...ε; δεν καταλαβαίνω τι μου λες! δεν θα έλεγες; τι δεν θα έλεγες;

Sunday, May 04, 2008

Ανάμνηση από το μέλλον - η αδικία


Όταν μου τηλεφώνησε για να μου ζητήσει να έρθει να την εξετάσω η Ε. δεν μου ακούστηκε σαν άνθρωπος που είχε ανάγκη τις υπηρεσίες μου. Μιλούσε με ευγενική απολύτως ελεγχόμενη αποστασιοποίηση, και ο ήχος της φωνής της ήταν σίγουρος και στιβαρός. Μου είπε ότι της είχε μιλήσει για μένα ένας από τους πιο παλιούς ασθενείς μου, τον οποίο είχα χρόνια να δω, και μου ζήτησε να βρεθούμε το συντομότερο δυνατόν. Κανόνισα το ραντεβού μας για την επόμενη μέρα, αφού προηγουμένως την είχα ενημερώσει απαντώντας στην ερώτησή της πως η κάθε επίσκεψη στοίχιζε 50 ευρώ.

Την επόμενη μέρα, όταν ήρθε στο ραντεβού μας, η εντύπωση που πήρα βλέποντάς την ήταν απόλυτα συμβατή με την εντύπωση που είχα από το τηλεφώνημά μας. Παρουσιάστηκε μπροστά μου μία νέα γυναίκα περίπου 35 χρονών, καλοντυμένη και φροντισμένη, αλλά όχι περισσότερο από όσο επέτρεπε η ώρα (ήταν νωρίς το μεσημέρι). Ήταν μελαχρινή, με μαλλιά μέχρι τους ώμους, σχετικά ψηλή και κατά τι υπέρβαρη. Συνηθισμένη θα την έλεγες, αν δεν ήταν τα μάτια της – μεγάλα, σκούρα, εκφραστικά και… θλιμμένα.

Εμείς οι ψυχοθεραπευτές δίνουμε πολύ μεγάλη βάση στην πρώτη εντύπωση που μας δίνει ένας ασθενής. Φροντίζουμε σε κάθε πρώτη συνάντηση με κάποιον να είμαστε σε εγρήγορση για να «ρουφήξουμε» και την παραμικρότερη πληροφορία που θα μπορούσε να μας δώσουν η στάση του σώματος, τα ρούχα που έχει διαλέξει, οι χειρονομίες, οι εκφράσεις, όλα αυτά δηλαδή που όσο η γνωριμία με τον θεραπευτή βαθαίνει επηρεάζονται και διαστρεβλώνονται από αυτήν. Έτσι και εγώ σε εκείνη την πρώτη συνάντηση με την Ε. πρόσεξα κάποια πράγματα που σημείωσα στο μυαλό μου: αυτό που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή ήταν οι κάτασπρες αρθρώσεις των δαχτύλων και των δύο χεριών της που έσφιγγαν την τσάντα της. Υπέθεσα ότι ήταν από νευρικότητα και άγχος για την συνάντησή μας… μέχρι που άφησε την τσάντα.

Εγώ ήμουν αυτός που της ζήτησα να την αφήσει. Για να δω τον λόγο που είχε αποφασίσει να έρθει να την δω, τόσα χρόνια μετά την κουβέντα που της είχε κάνει για μένα ο παλιός μου ασθενής,. Άφησε λοιπόν την τσάντα… και τότε τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν σε βαθμό ασυνήθιστο ακόμα και για ηλικιωμένο άρρωστο με Πάρκινσον. Δυστυχώς δεν κατάφερα να κρύψω την έκπληξη μου, παρά το γεγονός ότι με είχε προετοιμάσει για την ένταση του τρέμουλου, και μου έφυγε ένα επιφώνημα. Η Ε. αμέσως άρπαξε την τσάντα από το πάτωμα και την έσφιξε σφιχτά.

- Ζητώ συγγνώμη, της είπα. Δεν έπρεπε να αφήσω να φανεί η έκπληξή μου… Αφήστε πάλι την τσάντα κάτω, εκτός και αν προτιμάτε να την κρατάτε…
- Θα προτιμούσα να την κρατάω. Είναι δύσκολο για τους ανθρώπους να μην κοιτάζουν συνέχεια τα χέρια μου και αυτό με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα.
- Όπως θέλετε… πόσο καιρό μου είπατε ότι υπάρχει το πρόβλημα;
- Περίπου 2 μήνες… Ξύπνησα ένα πρωί και τα χέρια μου έτρεμαν πολύ. Πολύ περισσότερο από τώρα. Δεν μπορούσα να κρατήσω το κουτάλι, την κούπα με τα καφέ... Ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσω. Πολλές φορές δεν μπορούσα να κρατήσω σταθερό το τηλεκοντρόλ για να αλλάξω κανάλι. Πήγα σε διάφορους γιατρούς, δεν κατάφεραν να μου βρουν τίποτε νευρολογικό ή οργανικό. Και πριν από μερικές μέρες θυμήθηκα αυτόν τον γνωστό μου που μου είχε μιλήσει για σας και αποφάσισα να έρθω να σας δω.
- Γιατί νομίζετε ότι είναι ένα θέμα που χρειάζεται να λύσετε με κάποιον ψυχοθεραπευτή;
- Γιατί θυμήθηκα πότε ξεκίνησε το τρέμουλο.
- Πότε; ρώτησα με μεγάλη περιέργεια…

Και η Ε άρχισε να μου διηγείται την ιστορία της. Ήταν δημοσιογράφος στην αρχή της καριέρας της. Έγραφε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, με θέμα τα καλλιτεχνικά. Πριν από περίπου 6 μήνες είχε χάσει την δουλειά της όταν μία εφημερίδα στην οποία είχε σχετικά υψηλή θέση είχε αλλάξει ιδιοκτήτη. Βρέθηκε επί ξύλου κρεμάμενη, σε ένα κλάδο που τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Δεν μπορούσε με τίποτε να βρει δουλειά – βέβαια τον πρώτο καιρό, κατά τα λεγόμενά της, ένα λόγος για αυτό ήταν και η άρνηση που είχε, μετά την άδικη απόλυση της από την τελευταία της δουλειά. Όταν κατάφερε να το ξεπεράσει και να αρχίσει να είναι λίγο πιο ενεργή στην διαδικασία αναζήτησης δουλειάς, της συνέβη το εξής (η εξιστόρηση δική της, όπως την θυμάμαι τουλάχιστον):

«Πήγα σε ένα interview για μία θέση που φαινόταν εξαιρετική περίπτωση. Ο άνθρωπος που μου πήρε την συνέντευξη ήταν του γούστου μου, τα χνώτα μας ταιριάζανε, τα βρήκαμε πολύ καλά. Επιπλέον του άρεσε πολύ και η δουλειά μου! Για την ακρίβεια, το έδειξε ότι του άρεσε η δουλειά μου – ξέρετε, πολλοί δεν λένε ότι τους αρέσει ο τρόπος που γράφεις ή οι ιδέες σου για να μην ζητήσεις πολλά λεφτά, αλλά αυτός δεν ήταν έτσι καθόλου. Μου είπε μπράβο για τα κείμενά μου σε τρεις, τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις. Όταν με ρώτησε για τα χρήματα με τα οποία θα ήμουν ικανοποιημένη, λαμβάνοντας υπόψη μου ότι είναι δύσκολες εποχές, οι εφημερίδες τα βγάζουν πέρα δύσκολα και ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος, του είπα ένα ποσό και μάλλον ήταν μικρό γιατί είδα ότι τα μάτια του γούρλωσαν από χαρά! Όπως καταλαβαίνετε, μετά από όλα αυτά, δικαιολογημένα σε όλο τον δρόμο για το σπίτι τηλεφωνούσα στους πολύ δικούς για να τους πω ότι είχα την δουλειά στο τσεπάκι μου!

Οι μέρες όμως περνούσαν και το τηλέφωνο δεν χτυπούσε. Πέρασε η βδομάδα που είχαν πει ότι θα μου τηλεφωνήσουν, πέρασε ακόμα μία και τελικά αποφάσισα να τηλεφωνήσω εγώ. Όχι για να πιέσω, αλλά για να δείξω ενδιαφέρον, να μην νομίζουν ότι είμαι καμία αφ’ υψηλού ψωνάρα. Και στο τηλεφώνημα μου είπαν ότι θα με έπαιρναν και εκείνοι, για να μου πουν ότι τελικά αποφάσισαν να μην συνεργαστούν μαζί μου. Θυμάμαι την απίστευτη απογοήτευσή που με πλημμύρισε καθώς ανέβαινα την Σταδίου (είχα τηλεφωνήσει από το κινητό). Όταν καταλάγιασε η λύπη μου άρχισα να ανησυχώ πολύ. Μα καλά, αναρωτιόμουν, είναι δυνατόν να έκανα τόσο τεράστιο λάθος στην αξιολόγηση του interview; Να έπεσα τόσο έξω που πίστεψα ότι πήγε καλά; Να αντιλαμβάνομαι τόσο λάθος την πραγματικότητα;

Οι μέρες περάσανε και μαζί και η απογοήτευσή μου. Είχα ξεχάσει την ιστορία με την δουλειά, πήγα σε άλλα interview, άρχισα να σκέπτομαι τι άλλο θα μπορούσα να κάνω με την ζωή μου… μέχρι που μία μέρα συνάντησα τυχαία έναν γνωστό μου που είχε έναν φίλο στην εταιρία που είχα κάνει το interview. Αυτός λοιπόν του είχε πει ότι ήμουν σχεδόν σίγουρη για την θέση – όμως ο ιδιοκτήτης της εταιρίας, αυτός με τον οποίο έκανα την συνέντευξη, αποφάσισε να μην με προσλάβει όταν έμαθε τα χειρότερα για μένα από έναν άνθρωπο με τον οποίο στο παρελθόν είχα συνεργαστεί. Αυτός, ο Χ. ήταν προϊστάμενός μου σε ένα εκδοτικό συγκρότημα που είχα δουλέψει πριν από μερικά χρόνια. Και έλεγε παντού ότι ήμουν αχάριστη, πολύ ταλαντούχα μεν αλλά καθόλου συνεργάσιμη, και ότι καυγάδιζα με το παραμικρό. Αυτό στο χώρο της δημοσιογραφίας είναι χειρότερο από το να λες για κάποιον ότι δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση.

Να σας πω την σύμπτωση; Τον γνωστό που μου είπε τα μαντάτα τον συνάντησα και αυτόν στην Σταδίου, τον ίδιο δρόμο που βρισκόμουν όταν έμαθα από την δουλειά ότι δεν θα συνεργαστούμε. Ακύρωσα ένα ραντεβού για το οποίο ήμουν καθοδόν και γύρισα άρον άρον σπίτι μου… τα ξημερώματα της επόμενης μέρας ξύπνησα από το έντονο τρέμουλο στα χέρια μου».


Εκεί η ώρα μας τελείωσε και ολοκληρώθηκε η πρώτη συνάντηση μου με την Ε. Την ρώτησα πότε θα ήθελε να ξαναβρεθούμε, μου πέταξε το μπαλάκι λέγοντάς μου ότι εγώ θα έπρεπε να της πω ως γιατρός, και τελικά συμφωνήσαμε να τα πούμε μετά από μία βδομάδα. Θα προτιμούσα να βρισκόμασταν πιο σύντομα και οι συναντήσεις μας να είναι πιο συχνές, αλλά έλαβα υπόψη μου ότι η Ε. ήταν άνεργη, άρα και οικονομικά σφιγμένη.

Τι άλλο θυμάμαι από την πρώτη συνάντησή μας; Την νευρικότητά της, το χιούμορ της, τα άψογα ελληνικά που χρησιμοποιούσε τα οποία ήταν όχι μόνο σωστά αλλά και εξαιρετικά περιεκτικά, και το πώς περιέγραφε καταστάσεις αρκετά δυσάρεστες με όχι δραματικό ύφος. Παρατήρησα επίσης ότι φαινόταν αρκετά κολλημένη στις απόψεις της, αυστηρή με τον εαυτό της αλλά και υπερβολικά επιεικής ταυτόχρονα, και ισχυρογνώμων. Βέβαια, στην ψυχοθεραπεία, δεν έχει σημασία τι βλέπει ο θεραπευτής, αλλά ο θεραπευόμενος. Εγώ μπορεί να καταλάβω από την δέκατη συνάντηση με κάποιον ποιο είναι το καρφί στην πόρτα του ασθενή – αν όμως δεν το δει και εκείνος και δεν αποφασίσει να το βγάλει ώστε να γιατρευτεί, είναι δώρο άδωρον.

Περίμενα με μεγάλη αγωνία την δεύτερη συνάντησή μας. Ήθελα να μάθω τη συνέχεια της ιστορίας, η Ε. θα μου έλεγε τι είχε συμβεί στον παρελθόν με αυτόν που την είχε κακολογήσει. Αυτό που με ενδιέφερε πάρα πολύ είναι να δω αν θα έκανε σύνδεση της ιστορίας αυτής με το τρέμουλο στα χέρια της που την είχε κλείσει στο σπίτι. Ήξερα ότι είχε συνδέσει χρονικά τα δύο γεγονότα, αλλά πώς θα τα ερμήνευε, αναρωτιόμουν;

Ήρθε η Πέμπτη, και η Ε συνέχισε την ιστορία της:

«Ο Χ., αυτός που με κακολόγησε στην δουλειά που τελικά δεν έπιασα, ήταν διευθυντής μου και άμεσα προϊστάμενός μου σε μία εκδοτική εταιρία. Τον είχα βρει εκεί όταν πήγα – και θεώρησα ότι θα ήταν ακόμα ένας λόγος να είμαι πολύ χαρούμενη με την δουλειά αυτή. Η εκδοτική εταιρία ήταν μία από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και ήταν μεγάλο κατόρθωμα που είχα καταφέρει να χωθώ. Η χαρά μου δεν λεγόταν. Κυριολεκτικά πετούσα! Και αυτό φαινόταν. Μέσα σε λίγες βδομάδες κατάφερα να γίνω σούπερ αγαπητή από τους συναδέλφους μου, χωρίς να κάνω την πραγματική προσπάθεια, απλά διότι ένοιωθα πολύ καλά. Ήμουν χαρούμενη, ευδιάθετη, και τίποτα δεν τραβά τους άλλους ανθρώπους όσο κάποιος που είναι καλά. Φαίνεται όμως ότι αυτό ακριβώς που με έκανε τόσο αγαπητή, ενοχλούσε τον Χ. Ο ίδιος περνούσε μία από τις χειρότερες επαγγελματικά φάσεις του. Για λόγους που δεν είχαν να κάνουν με εκείνον και που δεν αξίζει να αναφέρω, αντιμετώπιζε πόλεμο από τους ανταγωνιστές του στην εταιρία, και η πίεση που ζούσε κάθε μέρα τον έκανε πολύ δυσάρεστο, πολύ κακότροπο, πολύ γκρινιάρη. Το αποτέλεσμα ήταν να μην είναι καθόλου αγαπητός – και πιθανώς λόγω προσωπικής γνωριμίας που είχε μαζί μου, θεωρούσε ότι ήμουν ο καλύτερος στόχος για να βγάζει την κακή του διάθεση.

Μου μιλούσε άσχημα, με υποτιμούσε χωρίς λόγο, με υποβίβαζε… κάποια στιγμή με κάλεσε να με προειδοποιήσει ότι κινδύνευα να απολυθώ επειδή δεν δούλευα αλλά όλο έκανα παρέα με τους υπόλοιπους. Δεν ήταν αλήθεια, η δουλειά μου ήταν τουλάχιστον ικανοποιητική, για να μην πω και περισσότερο. Εγώ προσπαθούσα να κάνω υπομονή, δεν αντιδρούσα, μέχρι που μία μέρα, όταν εις επήκοον όλων μου είπε μία χοντράδα αντέδρασα, του την είπα και έφυγα από το γραφείο του. Δεν ξέρω ακόμα γιατί με είχε βάλει στόχο… ήταν ότι με ήξερε από παλιά και θεωρούσε ότι έχει οικειότητα, ήταν ότι τον ενοχλούσε η καλή σχέση που είχα με τους νέους συναδέλφους μου, ήταν η κακιά στιγμή; Πάντως, λίγο καιρό μετά ο Χ έφυγε από την εταιρία, και συνέχεια δεν δόθηκε στην «διένεξή» μας. Θεωρώ ότι ακόμα και αν φταίγαμε σε αυτήν την φάση 50-50 τα παλιά πράγματα τα παίρνει το ποτάμι, ξεχνιούνται. Εξάλλου τα λάθη για τους ανθρώπους είναι.

Έλα όμως που ο Χ. δεν είχε την ίδια γνώμη. Φαίνεται ότι την «ασέβεια» που είχα κάνει να του πω να μου μιλά καλύτερα την είχε κρατήσει, 5 χρόνια μετά, και με βάση αυτή είχε πει τόσο κακά λόγια για μένα. Με κατηγορούσε για αχαριστία – το θεώρησα πολύ μεγάλη αδικία από μέρους του… μα καλά έλεγα, πόσο μεγάλο κακό του έκανα ώστε να με εμποδίζει να πιάσω μία δουλειά ούσα άνεργη; Και, ακόμα και αν έκανα λάθος τότε που τον αντιμετώπισα χωρίς σεβασμό, δεν μπορούσε να έρθει να μου ζητήσει τα ρέστα; Γιατί θεώρησε δεδομένο ότι είχα κακή πρόθεση απέναντι του; Αυτές τις σκέψεις έκανα το βράδυ πριν κοιμηθώ. Ένοιωθα πολύ πικραμένη και φοβισμένη και αδικημένη. Και όλα αυτά, επιπλέον του υπαρξιακού φόβου τι θα κάνω με την δουλειά, άρα με την ζωή μου. Ε, λίγες ώρες μετά ξύπνησα με τα χέρια μου να πηγαίνουν πέρα δώθε…».


Η Ε. τελείωσε την διήγησή της και αναστέναξε. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσάντα της (που για μεγάλη μου ικανοποίηση την είχε αφήσει στο τραπέζι, σημάδι ότι με εμπιστευόταν αρκετά ώστε να μου επιτρέπει να βλέπω τα τρεμάμενα χέρι της) και σκούπισε τα δάκρυά της. Εγώ σιωπούσα. Την κοιτούσα με τα τεράστια γουρλωμένα μάτια μου και περίμενα. Και τότε το είπε:

- Άρχισα να τρέμω από την οργή για την αδικία, έτσι δεν είναι;
- Γιατί το λέτε;
- Δεν ξέρω. Από ένστικτο. Και γιατί δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι σύμπτωση να το έπαθα αυτό την ίδια μέρα που έμαθα όσα λέει ο Χ. για μένα.
- Το ξέρετε όμως ότι δεν υπάρχει τρόπος να το διαπιστώσουμε, έτσι δεν είναι;
- Δηλαδή;
- Ας πούμε ότι αποδεχόμαστε την υπόθεσή σας… και ότι αρχίζουμε να δουλεύουμε πάνω σε αυτήν Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μην σταματήσετε να τρέμετε, ακόμα και αφού την έχουμε διαχειριστεί! Όπως επίσης υπάρχει και η πιθανότητα, ακόμα και αν σταματήσετε να τρέμετε να μην είναι επειδή χειριστήκαμε αυτό το θέμα αλλά γιατί στην διαδικασία μιλήσαμε για άλλα πράγματα.
- Ναι, έχετε δίκιο… αλλά εγώ ξέρω ότι άρχισα να τρέμω από την αδικία. Και είμαι σίγουρη ότι αν κάπως σπάσω το ξόρκι (μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον που χρησιμοποίησε αυτή την φράση) θα μπορέσω να συνέλθω.

Σε εσάς δεν θα πω ψέματα: Είχα την ίδια γνώμη με την Ε για την αιτία του τρέμουλού της. Ο λόγος που δεν της το είπα είναι διότι ήθελα να κρατήσω ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο ερμηνείας, να υπάρχει πάντα η αβεβαιότητα, ώστε να έχει τα μάτια και τα αυτιά και τις κεραίες της ανοιχτά να ερευνά όλα τα πιθανά σενάρια και κάθε εξήγηση.

Συναντηθήκαμε πολλές πολλές φορές με την Ε. Ερευνήσαμε όσο περισσότερο ήταν δυνατόν το γιατί άρχισε να τρέμει. Διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν μόνο η αδικία που την είχε φέρει σε αυτό το σημείο, αλλά και πολλά πολλά άκομα πράγματα τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος. Για παράδειγμα ένα από αυτά ήταν το βάρος που ένιωθε στην συνείδησή της για τον τρόπο που και η ίδια είχε φερθεί στον Χ. Βγήκαν και άλλα πράγματα στην επιφάνεια, πολλά από τα οποία εξέπληξαν ακόμα και εμένα που έχω δει πολύ μεγάλη ποικιλία στους διαστρεβλωμένους τρόπους με τους οποίους ο εαυτός μας ζητά από μας να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι.

Πάντως, για να κλείσει η ιστορία η Ε., σταμάτησε να τρέμει. Όχι χωρίς να κάνει βήματα. Έστειλε ένα γράμμα στον Χ. πολύ ευγενικό όπου του εξηγούσε την δική της εκδοχή στην ιστορία που τον έκανε να έχει τόσο κακή γνώμη για κείνη. Δεν του ζητούσε τα ρέστα, ούτε του έλεγε τι να κάνει. Απλά έβγαζε στο φως, με αλήθεια και πίστη στην ανθρώπινη αξία και αγάπη, αυτό που είχε μέσα της, ακόμα και αν είχε κάποιες πτυχές που δεν ήταν καλόβολες και θετικές. Ακόμα, άκουσον άκουσον, του ζητούσε συγγνώμη σε ότι έφταιξε - και του έλεγε ότι αν έκανε κάτι που τον προσέβαλε δεν είχε πρόθεση, αλλά ήταν απροσεξία της ηλικίας της.

Το πιο σημαντικό ήταν για μένα ότι την ιδέα να στείλει αυτό το γράμμα ήταν δική της, εντελώς δική της. Αυτό με έκανε πολύ υπερήφανο για την δουλειά που είχαμε κάνει. Όταν μου το είπε την σεβάστηκα ακόμα περισσότερο. Είναι σπουδαίο πράγμα να βλέπεις πονεμένους ανθρώπους όταν λύνουν σιγά σιγά θεματάκια να θέλουν την ίαση να την κάνουν πράξη προς τους άλλους. Σπουδαίο.

Την αγάπησα την Ε. και όταν μετά από λίγα χρόνια έφυγε για το εξωτερικό επειδή δεν έβρισκε άκρη στα επαγγελματικά της μου έλειψε πάρα πολύ. Είχαμε πει ότι θα τηλεφωνιόμαστε, αλλά φυσικά μάτια που δεν βλέπονται… έτσι, χαθήκαμε. Τι να κάνει άραγε τώρα;

Η Ε. δεν το ξέρει αλλά μου έμαθε πολλά. Δεν φαίνονται όλα σε αυτήν την ιστορία αλλά υπάρχουν όλα ολοζώντανα μέσα μου. Μου έδειξε πόσο σημαντικό είναι να αναρωτιέσαι για αυτά που σου συμβαίνουν, να τα εξετάζεις, να αφήνεις ανοιχτά τα ενδεχόμενα και κυρίως να είσαι διατεθιμένος να προχωρήσεις υποχωρώντας... όμως αυτό το τελευταίο αξίζει τον κόπο να γίνει θέμα μίας άλλης ιστορίας.

Ελπίζω η Ε. να είναι καλά. Είμαι σίγουρός ότι θα είναι καλά. :-)