Monday, June 05, 2006

(φθόνος) invidia

Με τον Δημήτρη γνωριστήκαμε όταν πηγαίναμε δεύτερα Λυκείου. Είχε έρθει από κάποια επαρχιακή πόλη, νομίζω τα Ιωάννινα, λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων. Στην αρχή δεν μου είχε κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση – ήμουν και εγώ χαμένος εκείνο τον καιρό στα μικροδράματα που ζει ένας προβληματικός έφηβος – αλλά κατά τις απόκριες, νομίζω με αφορμή ένα τραγούδι των Pet Shop Boys που εκείνη την εποχή άκουγα φανατικά (όπως και ο Δημήτρης, διαπίστωσα) αρχίσαμε να τα λέμε λίγο περισσότερο, να κάνουμε παρέα και τελικά μέχρι το τέλος της χρονιάς να έχουμε γίνει κολλητοί φίλοι.

Την επόμενη χρονιά, στην τρίτη Λυκείου φροντίσαμε να κάτσουμε στο ίδιο θρανίο και διαλέξαμε την 4η δέσμη γιατί και οι δύο ξέραμε ότι ο άλλος σκόπευε να διαλέξει αυτή. Δεν σκοπεύαμε να σπουδάσουμε, δεν το θέλαμε καθόλου. Τα όνειρά μας είχαν να κάνουν με την show business – εγώ ήθελα να γίνω super διάσημος dj ενώ εκείνος ήθελε να ασχοληθεί με το γράψιμο σεναρίων. Τα είχε όλα πολύ ξεκάθαρα στο μυαλό του και του βγάζω το καπέλο για αυτό… μετά το τέλος του σχολείου είχε αποφασίσει να αφιερωθεί στο γράψιμο ενός τηλεοπτικού σεναρίου στον ελεύθερό του χρόνο. Όσο για δουλειά, δεν ήθελε τίποτα να τον αποσπάσει από το στόχο του. Θα έκανε μία χειρωνακτική εργασία απλά για να βγάζει μερικά χρήματα και να μην κουράζει το μυαλό του για να μπορεί «να γράφει να γράφει να γράφει» όπως του άρεσε να λέει.

Άλλά τα σχέδια των ανθρώπων βέβαια, άλλα της ζωής. Εγώ dj ούτε που πλησίασα να γίνω, όσο για το Δημήτρη πέτυχε μεν αλλά όχι όπως το περίμενε. Σοβαρά με το γράψιμο δεν ασχολήθηκε ποτέ. Παρασύρθηκε από τις περιστάσεις της ζωής μας, clubbing σχεδόν κάθε βράδυ, κανένα ελαφρύ ναρκωτικό, πολύ ποτό και γκομενιλίκια και μάλλον θα είχε κακή κατάληξη αν δεν γνώριζε έναν γκόμενο με τον οποίο ερωτεύτηκαν πολύ και είχε πολύ δυνατή επίδραση στη ζωή του. Αυτός, ο Ανδρέας, ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους έλληνες θεατρικούς σκηνοθέτες. Είχε πολλά χρήματα, πολλές γνωριμίες, πολλές ιδέες και πολύ πειθώ. Έβαλε τον Δημήτρη να γραφτεί στην δραματική σχολή στην οποία ήταν διευθυντής, και με κάθε τρόπο τον βοήθησε να γίνει ένας από τους πιο υποσχόμενους νέους Έλληνες ηθοποιούς.

Για να πω την αλήθεια, ο Δημήτρης σπουδαίο ταλέντο σίγουρα δεν ήταν. Ήταν όμως πολύ τυχερός. Και ένα μικρό περίσσευμα σε τύχη καλύπτει τα μεγαλύτερα ελλείμματα σε οτιδήποτε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα 24 του ο Δημήτρης είχε μεγάλη καριέρα (τηρουμένων των αναλογιών) και πολλές προοπτικές. Εκτός από την βοήθεια του Ανδρέα είχε και την βοήθεια του φακού που τον ήθελε πολύ.

Ακόμα και τις εποχές της μεγάλης του δόξας, τη χρονιά πριν πεθάνει, τότε που πρωταγωνιστούσε στο πιο επιτυχημένο σήριαλ της σεζόν, ως ζεν πρεμιέ που ήταν το τηλεοπτικό ζευγάρι της αντίστοιχης πολλά υποσχόμενης γυναίκας ηθοποιού πάντα έβρισκε χρόνο να κάνουμε παρέα. Συναντιόμασταν σίγουρα 1 με 2 φορές την βδομάδα, πάντα στο σπίτι μου αν και ήταν ένα κλειστοφοβικό ημιυπόγειο. Ο Ανδρέας δεν με πήγαινε καθόλου, έτσι το σπίτι του ζευγαριού ήταν απαγορευμένη ζώνη για μένα, έξω δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσουμε να τα πούμε κανονικά (τον κοιτούσαν συνέχεια – άσε που δεν μπορείς να μιλήσεις όταν φοβάσαι μην σε ακούσει η κοριτσοπαρέα που κάθεται στο διπλανό τραπέζι…) άρα η μόνη μας επιλογή ήταν το σπίτι μου.

Περνούσαμε εκεί απογεύματα που μου έλεγε τα κουτσομπολιά της σχέσης του με τον Ανδρέα, διάφορα άλλα που του συνέβαιναν στη δουλειά αλλά και ότι άλλο για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να πει πουθενά αλλού.

Δεν μπορώ να καταλάβω πότε ακριβώς η ζήλια που ένοιωθα για αυτόν πέρασε ένα συγκεκριμένο σημείο και έγινε τόσο μεγάλη ώστε κάλυψε κάθε ανάμνηση φιλίας, κάθε ανθρώπινη καλοσύνη, κάθε αίσθηση ειλικρίνειας, κάθε άλλο συναίσθημα. Δεν θυμάμαι επίσης πως έγινε και έφτασα να τον συναντάω μόνο επειδή περίμενα να έρθει η κατάλληλη ευκαιρία να του κάνω κακό. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό – και σίγουρα ότι και να είχα φανταστεί στις ονειροφαντασίες του φθόνου μου δεν περίμενα ότι θα φτάσω εκεί που έφτασα – πάντως περίμενα να έρθει η κατάλληλη ευκαιρία για να χτυπήσω…

Μέσα στις εξομολογήσεις που μου είχε κάνει ο Δημήτρης μου είχε πει και ότι με τον Ανδρέα δεν μπορούσε να καυλώσει καθόλου. Στη αρχή της σχέσης τους κάτι πήγαινε και ερχόταν αλλά γρήγορα, περίπου δύο χρόνια αφού είχαν γνωριστεί, ο Δημήτρης είχε πάψει πια εντελώς να συγκινείται. Δεν είναι πως δεν τον αγαπούσε, κάθε άλλο, απλά η αγάπη που του είχε δεν ήταν ερωτική. Ήταν αγάπη εκτίμησης, ήταν αγάπη τρυφερή, ήταν αγάπη ασφάλειας, ήταν αγάπη θαυμασμού, κοινωνική, αλλά δεν ήταν καθόλου αγάπη καύλας. Βέβαια ερωτική επαφή είχαν αλλά ο Δημήτρης μετά αισθανόταν (σύμφωνα με τα λόγια του) «σαν μία ένεση να είχε ρουφήξει από το πέος του το σπέρμα του στα πλαίσια ενός επιστημονικού πειράματος».

Έτσι δεν πέρασε πολύ καιρός που ο Δημήτρης αυτό που δεν είχε με τον Ανδρέα άρχισε να το αναζητά αλλού. Εκείνα τα χρόνια, στο μέσο της δεκαετίας του 90, η πιο γρήγορη λύση για κάποιον ομοφυλόφιλο που ήθελε να ξεκαυλώσει ήταν οι μετανάστες που περιπλανιόνταν στους δρόμους της Αθήνας. Ο Δημήτρης είχε δικτυωθεί με Ιρανούς. Μου έλεγε ότι εκτός του ότι του άρεσε πολύ το στιλ τους, έβρισκε και πολύ ιδιαίτερη την συμπεριφορά τους, αυτή τη γλυκύτητα, τη νωθρότητα που είχαν ακόμα και στις πιο φορτισμένες ερωτικά στιγμές που περνούσε μαζί τους. Φυσικά, τους πλήρωνε και μάλιστα αρκετά καλά.

Πάντα στις εξορμήσεις του με είχε και μένα μαζί. Από ντροπή, αλλά και γιατί αν κάτι συνέβαινε και μας έβλεπε κανένα μάτι θα μπορούσε να πει ότι ο αρρενωπός μουστακαλής στο αυτοκίνητο ήταν «δικός μου». Πηγαίναμε με το αυτοκίνητό του, ένα ακριβό τζιπ, σε διάφορες πιάτσες και αφού διάλεγε κατευθυνόμασταν προς το σπίτι μου όπου με αποχαιρετούσε και μαζί με τον Ιρανό του πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Εγώ επέστρεφα μετά από κανένα δίωρο και συνήθως είχε τελειώσει – καμία φορά τύχαινε να βρω το κλειδί στην πόρτα οπότε ξαναέφευγα.

Μία μέρα όμως η ρουτίνα άλλαξε. Στο σπίτι μου έσκασε ο θερμοσίφωνας, έτσι όταν μου τηλεφώνησε ο Δημήτρης για να πάμε την καθιερωμένη βόλτα μας του είπα ότι δεν θα μπορούσα να τον «φιλοξενήσω». Δεν άφησε την απογοήτευση να τον καταβάλει. Μου είπε να πάω μαζί του παρόλα αυτά και ότι θα πήγαινε με όποιον έβρισκε στο σπίτι του.

- Στο σπίτι σου; και ο Ανδρέας; παραξενεύτηκα…

- Λείπει στη Θεσσαλονίκη με το θέατρο. Ε, και άμα μας δει κανένα μάτι θα πούμε ότι ήταν φίλος σου…

Και έτσι συναντηθήκαμε. Ήρθε, με πήρε με το αυτοκίνητο από το σπίτι, πήγαμε στην πλατεία Κουμουνδούρου και γρήγορα είχε διαλέξει την παρέα του για το βράδυ. Προηγουμένως είχε προλάβει να με πληροφορήσει ότι λίγες μέρες πριν είχε κλείσει να παίξει σε ένα σήριαλ με τη Καραμπέτη και τον Χατζησάββα, ως τρίτο όνομα. Άραγε αυτό το νέο να ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της ζήλιας μου; Ή ίσως το ότι υποσυνείδητα κατάλαβα ότι εκείνο το βράδυ οι συνθήκες θα ήταν ιδανικές για να τον εκδικηθώ για την επιτυχία του;

Φτάσαμε σπίτι του. Ήταν μία πολυκατοικία στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, όπου ο Ανδρέας είχε ένα οροφοδιαμέρισμα με θέα στο λόφο . Στην είσοδο της πολυκατοικίας συναντηθήκαμε με τους ένοικους του από κάτω διαμερίσματος που φόρτωναν το αυτοκίνητο για να πάνε ταξίδι. Ανεβήκαμε και μετά από κανένα δεκάλεπτο έφυγα. Αντί όμως να πάρω ταξί για το σπίτι μου πήδηξα τον φράχτη του Φιλοπάππου και προσεκτικά στήθηκα να περιμένω σε ένα σημείο που μπορούσα να δω την είσοδο της πολυκατοικίας αλλά και το μπαλκόνι του σπιτιού του Δημήτρη. Η ώρα περνούσε… βασανιστικά αργά, αλλά ούτε μία φορά δεν μου πέρασε ο παραμικρός δισταγμός να κάνω αυτό που είχα αποφασίσει να κάνω. Μετά που το σκεφτόμουν το διάστημα της αναμονής μου έκανε πολύ εντύπωση αυτό, το ότι δεν μου πέρασε ούτε για μία στιγμή από το μυαλό να μην τον σκοτώσω…

Για να διασκεδάσω λίγο την αναμονή σκεφτόμουν τους φόνους που θυμάμαι από τα βιβλία και τις ταινίες που αγαπάω και πόσο θα μοιάζει το σκηνικό του δικού μου εγκλήματος με το σκηνικό αυτών των εγκλημάτων… Την ώρα που προσπαθούσα να θυμηθώ περισσότερες λεπτομέρειες από τον φόνο στους Αδελφούς Καραμαζώφ, είδα κίνηση στο σπίτι του φίλου μου. Ο Ιρανός και ο Δημήτρης μπήκαν στο σαλόνι και ύστερα έχασα οπτική επαφή μαζί τους γιατί μπήκαν στο χωλ που οδηγούσε στην εξώπορτα.


Και όντως μερικά λεπτά μετά, ο Ιρανός έβγαινε από την πολυκατοικία – για μεγάλη μου τύχη, όπως αποδείχτηκε, οι γείτονες του Δημήτρη ήταν ακόμα στο γκαράζ και ετοίμαζαν το αυτοκίνητο για το ταξίδι, έτσι είδαν το Ιρανό να φεύγει. Αλλά δεν είδαν εμένα που μερικά λεπτά μετά μπήκα στην πολυκατοικία. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή – έφτασα στον όροφο του Ανδρέα και χτύπησα.

- Ποιος είναι; ρώτησε ανήσυχος και αγχωμένος. Δεν περίμενε κανέναν

- Ο Βαγγέλης, άνοιξε… είπα χαμηλόφωνα.

Ο Δημήτρης άνοιξε αμέσως – εξεπλάγη αλλά και σαν να χάρηκε που με έβλεπε. Η στάση του δεν είχε τίποτα από την επιφύλαξη της γριάς τοκογλύφου στο «Έγκλημα και τιμωρία». Το πρόσωπο του ήταν πιο ερωτεύσιμο από ποτέ, αυτή η μεταοργασιμή γλύκα στα μάτια και τα χείλια του με χτύπησε σαν κεραυνός. Φορούσε ένα σκούρο μπλε μποξεράκι, νομίζω μπροστά είχε ένα λεκέ από σπέρμα… Μπήκα φουριόζος μέσα στο σπίτι.

- Να βάλω μία βότκα; του είπα τάχα μου πολύ φορτισμένα. Ήθελα πάση θυσία να αποφύγω να μιλήσουμε κανονικά…

- Ναι ρε, τι ρωτάς;

Έκλεισε την πόρτα και έμεινε να με κοιτά με το λεκιασμένο μποξεράκι του. Αποφεύγοντας το βλέμμα του, πήρα ένα ποτήρι, το γέμισα πάγο, πήγα στο bar, πήρα την βότκα και έβαλα… επιστρέφοντας από το bar, όπου άφησα το μπουκάλι, το μάτι μου έπεσε στον τοίχο όπου μετά από επιμονή του Ανδρέα είχαν κρεμάσει κάδρα με όλα τα εξώφυλλα που είχε κάνει ο φίλος μου το τελευταίο διάστημα. Μου είχε μιλήσει ο Δημήτρης για αυτό τον τοίχο, «τον τοίχο της μαλακίας» όπως τον έλεγε, αλλά ήταν ή πρώτη φορά που τον έβλεπα. Κόρωσα.

Από το νεροχύτη πήρα ένα βρώμικο μαχαίρι, γύρισα, διένυσα τρέχοντας τα λίγα μέτρα που με χώριζαν από το θύμα μου και του το κάρφωσα μ’ όλη μου τη δύναμη στο λαιμό στο σημείο δίπλα από το θυρεοειδή.

Έπεσε σαν σφαγμένο παιδί στα πόδια μου. Δεν έμεινα στιγμή παραπάνω στο σπίτι του. Δεν θυμάμαι καθόλου το βλέμμα του την ώρα ακριβώς πριν τον μαχαιρώσω. Δεν ξέρω αν μυρίστηκε τι τον περίμενε. Πήγα με τα πόδια στο σπίτι μου και κοιμήθηκα ήρεμα και χωρίς όνειρα σαν άνθρωπος που είχε κάνει το χρέος του απέναντι στον εαυτό του.

Μερικές μέρες μετά ο Ανδρέας γύρισε από τη Θεσσαλονίκη και βρήκε τον Δημήτρη. Φαίνεται ότι δεν πέθανε ακαριαία γιατί το πτώμα βρέθηκε στο πιο μακρινό υπνοδωμάτιο από το σαλόνι. Η αστυνομία έκανε βέβαια έρευνες αλλά όχι πολύ εντατικές, νομίζω μετά από παρέμβαση του Ανδρέα που ήθελε να κουκουλώσει την ιστορία και των φίλων του πολιτικών. Οι γείτονες κατέθεσαν ότι είδαν έναν μελαμψό άνδρα να φεύγει από το σπίτι την ώρα περίπου που ο ιατροδικαστής είχε προσδιορίσει σαν ώρα θανάτου. Εμένα με ενέκριναν δύο φορές. Όχι σαν ύποπτο, πολύ φιλικά, ήμουν φίλος του θύματος και υπεράνω πάσης υποψίας – εξάλλου έδωσα όλες τις πληροφορίες για τις δραστηριότητες του Δημήτρη με τους μετανάστες, άρα βοήθησα να συμπληρωθεί το παζλ και τελικά να μπει το έγκλημα στο αρχείο.

Μερικά χρόνια μετά έγραψα ένα βιβλίο με θέμα την ζωή του αδικοχαμένου, θρυλικού ζεν πρεμιέ με τις κρυφές πλευρές, που έγινε μεγάλη επιτυχία και μου έδωσε και πολλά λεφτά όταν γυρίστηκε και σε σήριαλ. Στο βιβλίο χρησιμοποίησα το πραγματικό όνομα του Δημήτρη, έβαλα φωτογραφίες που είχαμε βγάλει μαζί και περιέγραψα με κάθε σκανδαλιστική λεπτομέρεια τα «βίτσια» του, παρά το γεγονός ότι λίγο καιρό πριν εκδοθεί η μάνα του είχε έρθει να με παρακαλέσει να σεβαστώ την μνήμη του καλύτερού μου φίλου.

Της απάντησα ευγενικά και αποφασιστικά ότι δεν καταλαβαίνω γιατί θεωρεί ότι είναι ασέβεια η περιγραφή των ερωτικών δραστηριοτήτων ενός ενήλικα άντρα. Σηκώθηκε από τον καναπέ που καθόταν και έφυγε από το σπίτι χωρίς να μου πει κουβέντα.

Με ικανοποίηση για μέρες μετά σκεφτόμουν ότι κατάφερα να βρω ακόμα ένα τρόπο να τον βλάψω, τον φίλο μου, μετά θάνατον – και αυτόν και τους γονείς του.

4 comments:

un certain plume said...

Χαχαχα, άλλη μια απόδειξη ότι η δολοφονία υπάγεται στις Καλές Τέχνες.

Katerina said...

Πολύ καλό! Και μαύρο :)

provato said...

μπεεεευχαριστώ! θα ακολουθήσουν και άλλα, πιο σπούκι!!!!

watch your back.... hehehehehe!

μπεμπεμπεμπεμπε!!!

alienlover said...

η αλήθεια είναι ότι ήταν λίγο freaky.. Η αφήγηση ήταν πολύ ζωντανή και γρήγορη. Κιπ γκόουινγκ :)