Thursday, September 20, 2012

Μπισκότα

Είχε πιάσει τα μαλλιά της με μία μπλε κορδέλα, το μόνο πάνω της που δεν ήταν σε απόχρωση του καφέ. Η στολή της έπρεπε να ταιριάζει με τη συσκευασία του προϊόντος που προωθούσε: τα παπούτσια, το ανοιχτόχρωμο παντελόνι και το γιλέκο, το ακόμα πιο ανοιχτό πουκάμισο με τα κουμπιά ίδιο χρώμα με τη ζώνη... όλα καφέ! Αριστερά στο στήθος, καρφιτσωμένο ένα πλαστικό ταμπελάκι. Πάνω από το λογότυπο, το όνομά της με παχιά, καφέ φυσικά, γράμματα! Ελπίδα. Το λεπτό πρόσωπο με τα μεγάλα καστανά μάτια ήταν υπερβολικά βαμμένο: Καφέ κραγιόν, σκιά, ρουζ. Δεν της πήγαιναν, τη σκοτείνιαζαν. Τα καστανά μαλλιά, πιασμένα σε έναν συντηρητικό κότσο. Την είχαν προειδοποιήσει όταν της τηλεφώνησαν πως θα την δοκιμάσουν για τη θέση να μην εμφανιστεί με «τίποτε προχωρημένο κούρεμα». Να θυμίζει «νοικοκυρά βγαλμένη από αναγνωστικό της δεκαετίας του 70». Συμμορφώθηκε, έφτιαξε τα μαλλιά σε κότσο... άλλα αποφάσισε να αλλάξει την καφέ κορδέλα που της είχε δώσει ο προϊστάμενος με μία μπλε, δική της, και ας ήταν αντίθετο στους κανονισμούς, και ας ήταν η πρώτη της μέρα.

Βρισκόταν ήδη 7 ώρες στο πόστο της, στον διάδρομο ενός μεγάλου super market στην Πεύκη. Στεκόταν πίσω από ένα χαρτονένιο πάγκο με λογότυπα και φωτογραφίες τεράστιων μπισκότων. Πάνω του ένα μεγάλο πιάτο, με ζωγραφιές από κόκκινα αυγά και κίτρινα κοτοπουλάκια, γεμάτο μπισκότα που σε σύγκριση με τα φωτογραφημένα έμοιαζαν ξεφούσκωτα. Η δουλειά της απλή. Ρωτούσε «θα δοκιμάσετε την υπέροχα σοκολατένια πασχαλινή προσφορά μας;». Ύστερα έπαιρνε μία καφέ χαρτοπετσέτα και προσέφερε ένα μπισκότο, ενώ εξηγούσε ότι τα νέα μπισκότα της εταιρίας είχαν βελτιωμένη συνταγή με 30% περισσότερα κομμάτια απολαυστικής σοκολάτας. Και πως αν αγόραζαν 2 πακέτα θα απολάμβαναν μεγάλη έκπτωση. Τελείωνε πάντα με την ίδια ευθεία ερώτηση: «Σας αρέσεισ; Θέλετε την προσφορά;»

Σε λίγο σχόλαγε. Ήταν εξαντλημένη. Όχι από την ορθοστασία ή την επανάληψη. Η αντιμετώπιση των ανθρώπων την είχε πικράνει. Οι περισσότεροι δεν την έβλεπαν, δεν απαντούσαν καν όταν τους χαιρετούσε. Κάποιοι έκαναν ψέμματα, είχε καταλάβει, ότι μιλούσαν στο κινητό και όταν πλησίαζαν την κοιτούσαν με αυστηρό ύφος. Μερικοί της απάντησαν απότομα, ντράπηκε. Ένας γέρος, πρωί πρωί, της είπε «άσε με κοπέλα μου, όρεξη έχεις;». Της πήρε ώρα να βρει το θάρρος να μιλήσει ξανά σε κάποιον.
Όταν συνήλθε, είδε από μακριά μία παλιά της συνάδελφο, από τις καλές εποχές. Ήξερε ότι η παλιά τους εταιρία είχε κλείσει. Η γυναίκα ήταν απλήρωτη και άνεργη. Καθώς την πλησίαζε έσκυψε στο μεγάλο κουτί με τα πακέτα μπισκότα δίπλα της και άρχισε να τα τακτοποιεί. Ξανασηκώθηκε όταν ήταν σίγουρη πως η πρώην συνάδελφος είχε απομακρυνθεί. Λίγο μετά εμφανίστηκε μπροστά της και την κοίταξε καταπρόσωπο. Δεν έδειξε να την αναγνωρίζει – κρατούσε ένα καλάθι γεμάτο φτηνό κρασί.

Το μεσημέρι είχε 20 λεπτά διάλειμμα. Η υπεύθυνη την οδήγησε σε ένα χωρίς παράθυρα δωμάτιο δίπλα στις αποθήκες. Πλαστικά τραπέζια και καρέκλες φαγωμένες. Θα προτιμούσε να περάσει έξω τα 20 λεπτά, δεν ήταν όμως σίγουρη ότι επιτρέπεται. Δεν ήθελε να την βλέπουν περαστικοί με τη στολή. 10 λεπτά μετά ήλθαν στο δωμάτιο δύο μόνιμες υπάλληλοι. Δεν της είπαν κουβέντα, κάθησαν όσο πιο μακριά γινόταν και μιλούσαν χαμηλόφωνα για τις άσχημες βάρδιες τους. Ήλπιζε θα ήταν πιο φιλικές, θα αντάλλασαν δύο λόγια. Προσπάθησε να στείλει ένα sms στον αδελφό της. «Όλα καλά! Η κρυάδα πιο εύκολη από ότι περίμενα. Φάε. xxx» Το χωμένο δωμάτιο δεν είχε σήμα, το μήνυμα δεν έφυγε ποτέ. Γύρισε στο σταθμό εργασίας, όπως ήταν η ορολογία για τον χαρτονένιο πάγκο, πιο κουρασμένη.

«θέλετε να δοκιμάσετε την υπέροχα σοκολατένια πασχαλινή προσφορά μας;» Ο άντρας στον οποίο μιλούσε ήταν λίγο πάνω από την ηλικία της. Τον είδε από μακρυά και αισθάνθηκε να τον εμπιστεύεται. Ψηλός, εύσωμος, με γένια και σκούρα μάτια. Φορούσε σακάκι και ένα πράσινο πουκάμισο. Τίποτε καφέ. Την κοίταζε κανονικά, χωρίς ντροπή, αμηχανία, θυμό, επιθετικότητα ή αδιαφορία. Είπε «εεεε... εντάξει... ευχαριστώ πολύ» και της χαμογέλασε ακόμα πιο πλατειά.

Του έδωσε μπισκότο. Για πρώτη φορά σήμερα εννοούσε το χαμόγελό της. «Ορίστε! Αν σας αρέσει» είπε περιπαικτικά «έχουμε και προσφορά!». Εκείνος στάθηκε λίγο, έκανε ένα φιλικό νόημα, είπε άλλο ένα ευχαριστώ και απομακρύνθηκε. Κάρφωσε το βλέμμα επίμονα την πλάτη του. Ήθελε να του ζητήσει να μη φύγει, να του πει ότι έμοιαζε με τα αγόρια που έκανε παρέα μερικά χρόνια πριν, ότι σιχαινόταν την καφέ στολή και τον πάγκο, ότι όλη μέρα έτρεμε μην έρθει κάποιος γνωστός, ότι δεν θα κατάφερνε να πουλήσει τα πακέτα μπισκότα που ήταν ο ημερήσιος στόχος, ότι είχε βάλει μέσο να βρει αυτή τη δουλειά και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν πολύ τυχερή που τα είχε καταφέρει, πως ήθελε να φύγει, να μην πει τίποτε σε κανέναν και απλώς να προχωρήσει προς την πόρτα και να πάει στο σπίτι, χωρίς καν να περάσει από την εταιρία να πάρει τα ρούχα της, να βγάλει και να πετάξει στα σκουπίδια την μπλε κορδέλα μαζί με τα καφέ ρούχα...

Είδε τον άνδρα να έρχεται προς το μέρος της. «Ήταν πολύ ωραίο» είπε τρυφερά. «Μου δίνετε 3 πακέτα για τα ανήψια μου;». Τα μάτια της έλαμψαν. Ξεσκοτείνιασε το πρόσωπό της.

******

Όταν ήταν 5-6 χρονών είχε αρρωστήσει. Ποτέ δεν της είπαν τι είχε. Πέρασε 2 μήνες σε ένα θάλαμο του νοσοκομείου παίδων Πεντέλης. Θυμάται θολά τις ατέλειωτες βαρετές μέρες στο κρεβάτι, τους γονείς της που δεν τους είχε δει ποτέ έτσι ανήσυχους, τις βελόνες για τη μετάγγιση και τους ορούς, το πόσο είχε πεθυμήσει τους συμμαθητές της, τα εικονίσματα και τα φιαλίδια με αγιασμένο λάδι που είχε αραδιάσει η μαμά της στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι . Μία μέρα, Μεγάλη Βδομάδα, ξαφνικά όπως μπήκε, βγήκε από το νοσοκομείο. Ήταν απολύτως υγιής. Μετά τις διακοπές γύρισε στο σχολείο και σύντομα ήταν σαν αυτό το δίμηνο να μην είχε συμβεί ποτέ. Θυμόταν όμως μία λεπτομέρεια. Πώς η μητέρα της για να την παρηγορήσει για τις βελόνες της έλεγε «όταν πάμε σπίτι θα σε μάθω να πλάθεις μπισκότα με σοκολάτα». Η ιδέα την ενθουσίαζε. Κοιμόταν κατασχαρούμενη.

******

Το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία δίπλα στο σπίτι της δεν άντεξε. Μέσα στο σαματά, τις κροτίδες, τα φιλιά και τις ευχές ξέσπασε και άρχισε να κλαίει. Ήταν δύο βδομάδες πια στη νέα δουλειά, είχε συνηθίσει και πήγαινε καλά! Δεν μπορούσε όμως να ξεχάσει εκείνη την πρώτη μέρα που φεύγοντας από το super market, μετά το τέλος της βάρδιας της, είδε αφημένα σε ένα ράφι κοντά στα ταμεία τα 3 πακέτα μπισκότα σοκολάτας που είχε πάρει ο άνδρας με το ευγενικό χαμόγελο.

Πασχαλινό διήγημα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Metropolis στις 6 Απριλίου 2012

8 comments:

Hfaistiwnas said...

Η κίνηση όμως ήταν που την έκανε να νιώσει πανέμορφα.. :)

tremens said...

Γιατί τα παράτησες τα μπισκότα; Γιατί της είπες ψέμματα; Αχ, παλιόπαιδο!

Πέρα απ το πείραγμά μου (είναι του χαρακτήρος μου - μην ανησυχείς - μου άρεσε πάρα πολύ. Εύγε πρόβατε παιδί μου!

dimitris.be said...

Εύγε Προββατε, ε από σένα μόνο κάτι τέτοιο περίμενα. Συγκινητικό, ανθρώπινο κι άριστα γραμμένο.

Anonymous said...

Τι βαθύ, ανθρώπινο, κλαίω...


Κατερίνα

Ξενικός said...

η ανεπιθύμητη καθημερινότητα των πολλών...
Ξενικός

kstinion said...

αχ...οσοι έχουμε περάσει απο τέτοιες δουλειές ξέρουμε καλά...

Provato said...

hfaistiwna ναι, και μετά της το πήρε πίσω....

tremens όχι όχι ορκίζομαι δδεν ήμουν εγώ ο νεαρός, να φιλώ σταυρό! :-) (thank you πολύ χαίρομαι που σου άρεσε φίλε μου καλέ)'

dimitri είσαι γενναιόδωρος και μου αρέσει χεχεχε

Provato said...

Κατερίνα μου σε ευχαριστώ για το μήνυμά σου, χαίρομαι που σου άρεσε :-)

Ξενικέ, υπάρχουν ανεπυθήμητες καθημερινότητες; μπορεί... :-)

kstinion τρου, τρου. πολλά φιλιά ξενιτεμένο μου πουλί! εύχοαι να μην χρειαστεί να ξανακάνεις τέτοια εργασία, xxxxx