Friday, March 21, 2014

flash fiction 1

Στην Καστοριά, βρέθηκε σε ένα κατάστημα με αναμνηστικά κ τοπικά προϊόντα για να αγοράσει δωράκια για τους δικούς. Καθώς, χαρούμενος, φωτεινός, χάζευε τα ράφια κ έπαιζε με τα μπιχλιμπίδια, μπήκε μια ηλικιωμένη κυρία στο μαγαζί. Φορούσε μαύρα ρούχα, ακριβά έμοιαζαν, αν και είχαν μεγάλη φθορά. Ήταν παλιά γνωστή του ευγενικού ζευγαριού που κρατούσε το κατάστημα. "Πως είσαι;" τη ρώτησαν. "Παλεύω να χειριστώ τον θάνατο, πως να είμαι;" είπε στωικά κ ήρεμα, σαν να μιλούσε για το τι θα μαγειρέψει το μεσημέρι. Κάποιον είχε χάσει πρόσφατα, ο λαθρακουστής δεν έμαθε ποιον.
Πέρασε κάμποση ώρα, αυτός διάλεγε ακόμα τι να αγοράσει, όταν διαπίστωσε ότι στην απόμερη γωνιά του καταστήματος κάθονταν και κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα η γιαγιά κ ο ιδιοκτήτης. Του έδειχνε βιβλία τσέπης, βίπερ, αστυνομικά, ρομαντζάδικα, παλιά, φθαρμένα. Ο κύριος τα κοιτούσε απογοητευμένος "δεν ενδιαφέρουν κανένα, δεν θα τα πουλήσω, δεν μπορώ να τα πάρω". "Καλά, δεν πειράζει, κράτα τα, μην τα κουβαλάω πίσω, κ αν δώσεις κανένα, μου λες" του απάντησε. Εκείνος έκανε πως τα ξανακοιτάζει. Πήγε στο ταμείο, πήρε κ της έδωσε ένα χαρτονόμισμα. "Θα τα βρούμε". Λίγα λεπτά μετά, ο άνθρωπος με τα αναμνηστικά για τους φίλους σε σακούλες, περπατούσε κάτω από τον λαμπρό μακεδονίτικο ήλιο κ επαναλάμβανε: "Θα τα βρούμε. Θα τα βρούμε. Θα τα βρούμε". Δεν μπορεί παρά να τα βρούμε.

3 comments:

silentcrossing said...

σμουτς!

BLUEPRINTS said...

τέλειο, μακάρι το φανταστικό να ήταν πραγματικό (ή το αντίθετο;)

Hfaistiwnas said...

Επ! Ποιός ήρθε Καστοριά και δεν είπε τίποτα;;;;