Sunday, December 28, 2014

Η τέχνη δεν σε κάνει ευτυχισμένο

Θυμάμαι τον Αύγουστο που δολοφονήθηκε ο Ταχτσής. Ηταν πραγματικά ένας τρομερός μήνας Αύγουστος. Ενα κύμα φρίκης διέτρεξε τη χώρα, πάρα το γεγονός ότι τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, ούτε στην τηλεόραση ούτε στο ραδιόφωνο. Και δεν υπήρχαν βέβαια internet, facebook και twitter. Ωστόσο, και μόνο με την αναμετάδοση και κάλυψη του φρικτού εγκλήματος από τα λιγοστά κρατικά κανάλια και τις εφημερίδες, όλοι ήμασταν για βδομάδες συγκλονισμένοι.
Ημουν τότε 15 ετών. Θα πήγαινα γ” γυμνασίου. Με αφορμή τη δολοφονία άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου για πτυχές και εκφάνσεις του βίου των ανθρώπων που «κάνουν γκελ με το χάος», όπως είχε πει για τον Κώστα Ταχτσή ο Γιάννης Τσαρούχης: Ενας σημαντικός συγγραφέας που ντύνεται γυναικεία και εκδίδεται, μοναξιά και αυτοτιμωρία, νύχτες άγριες και περιπέτειες, ξυλοδαρμοί και καυγάδες… και ένα σπίτι κάπου στον Κολωνό, ένα φρικιαστικό σκηνικό για το οποίο διαβάζαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και το οποίο έκρυβε μια ζωή τόσο διαφορετική, τόσο ιδιαίτερη, τόσο κοντινή στο χάος.
Τότε είχα διαβάσει λίγο Ταχτσή στη ζωή μου -από κάποιο αναγνωστικό του σχολείου- και δεν είχα γνώση και αίσθηση της σπουδαίας του επίδρασης στα ελληνικά γράμματα και την ιστορία. Τη διαπίστωσα όταν, με αφορμή τη δολοφονία του και το μυστήριο που ακόμα σήμερα, 26 χρόνια μετά την περιβάλλει, άρχισα να γνωρίζω τα κείμενά του. Οσο και αν με είχε προετοιμάσει η μεγάλη δημοσιότητα γύρω από το όνομά του, όσο και αν ήξερα ότι έπρεπε να περιμένω πολλά, αφού έχαιρε του σεβασμού σπουδαίων ανθρώπων, η σημασία του έργου του όταν άρχισα να τη βιώνω ο ίδιος με άφησε έκπληκτο.
 Είναι σπουδαία, καίρια, αφάνταστα ουσιαστική η αξία της επίδρασης της αυθεντικής λογοτεχνίας. Το να γνωρίζεις έναν συγγραφέα που σου μιλά καθαρά, το να συνομιλείς με ένα κείμενο που αισθάνεσαι να σε αφορά είναι κατά την άποψή μου ένα τόσο σπουδαίο γεγονός (και, άραγε, εξίσου σπάνιο;) όσο και το να γνωρίζεις την αδελφή ψυχή σου, ή τον σπουδαιότερο και πιο μεγάλο έρωτα στη ζωή σου. Είναι ελπίδα. Είναι παρηγοριά. Είναι λυτρωτική αίσθηση πως δεν είσαι μόνος. Είναι ένας ψίθυρος στο αυτί από κάποιον που εμπιστεύεσαι, επειδή σου μιλά με κατανοητό τρόπο ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι ξέσπασμα στην αγκαλιά κάποιου που απλώς το μόνο που θέλει από σένα είναι να σε κρατά όσο κλαις. Και τίποτε άλλο. Είναι βιωμένη τρυφερότητα.
 Σήμερα, ξαναζώ εκείνες τις τρομακτικές στιγμές του Αυγούστου του 1988. Ενας εξίσου σπουδαίος συγγραφέας, Ελληνας και ελληνικός μέχρι το μεδούλι του, βρέθηκε δολοφονημένος. Σιγά σιγά αρχίζουν και έρχονται στην επιφάνεια περισσότερες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Βέβαια, σήμερα υπάρχουν διαφορές. Σημαντικές. Τώρα έχουμε χιλιάδες μέσα ενημέρωσης. Τώρα όλοι μπορούμε να φωνάζουμε, εκτός από το να ακούμε. Τώρα, δεν ξέρουμε πού να πρωτοκοιτάξουμε για να μάθουμε λεπτομέρειες της φρίκης. Τώρα η φρίκη αυτή ξεχνιέται πιο γρήγορα· άλλα, καινούργια θέματα έρχονται στην επιφάνεια. Και φεύγουν και αυτά για να έρθουν πάλι πιο καινούργια. Και η γη γυρίζει, και η γη γυρίζει.
Είμαι και εγώ διαφορετικός σήμερα. Δεν είμαι 15, αλλά 42. Δεν με τρομάζουν οι δολοφονίες. Δεν με εντυπωσιάζουν οι κρυφές ζωές. Δεν χρειάζομαι πρότυπα και έμαθα πια να παρηγορώ ο ίδιος τον εαυτό μου για όσα με κάνουν να θέλω να κλάψω. Τα κείμενα, ακόμα και τα σπουδαία κείμενα, δεν με επηρεάζουν τόσο όσο κάποτε – ίσως διότι έκαψα φλάντζα, ίσως επειδή δεν τους αφιερώνω τον χρόνο και τη διάθεση καρδιάς με τα οποία διάβαζα κάποτε. Ομως έτσι είναι η ζωή, μεγαλώνουμε… και εξάλλου, η γη γυρίζει, η γη γυρίζει.
 Αλλά, να… πριν από μερικές ημέρες, μόλις είχα πέσει στο κρεβάτι να κοιμηθώ. Ολη την ημέρα διάβαζα μερικά από τα εκθειαστικά, υμνητικά, δίκαια κείμενα σπουδαίων ανθρώπων για την αξία του Μένη Κουμανταρέα. Και ξαναδιάβασα και κάμποσες σελίδες από τη «Βιοτεχνία υαλικών» – αλλά όχι πολλές, δεν μπόρεσα.
Και έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μετά από όλα αυτά τα διαβάσματα, μέσα στο σκοτάδι, με τον ήχο της μοναχικότητας να με περιβάλλει, συνειδητοποίησα κάτι. Που με τρόμαξε. Κάτι με το οποίο δεν θα ήθελα να συμφιλιωθώ ποτέ. Πως σε αντίθεση με τη λογοτεχνία, στην πραγματική ζωή οι καλοί δεν βγαίνουν νικητές. Πως στην πραγματική ζωή οι συγγραφείς δολοφονούνται. Πως δημιουργοί που μας προσφέρουν παρηγοριά, τη λυτρωτική αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι όταν πονάμε, άνθρωποι που χαρίζουν -δουλεύοντας στη μοναξιά και το σκοτάδι- στιγμές φωτός και αυτογνωσίας και κοινότητας σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες, δεν έχουν ζωή με happy end. Αντίθετα, πεθαίνουν μόνοι… και ακόμα χειρότερα, δολοφονούνται. Κάποιοι άλλοι, ακόμα πιο τραγικά, ζουν μόνοι. Ισως και για μια ολόκληρη ζωή. Ισως μακριά από τη φύση και την αλήθεια τους. Ισως και κόντρα στις αρχές που κηρύττουν με τα έργα τους: την ελευθερία, την αποδοχή, τη συμφιλίωση, τη συγχώρεση – προς τον ίδιο τον εαυτό τους.
Οχι τελικά. Η τέχνη, ακόμα και η σπουδαία τέχνη, δεν σε κάνει ευτυχισμένο. Ή δεν σου χαρίζει το γλυκό τέλος που ονειρεύονταν οι αρχαίοι Ελληνες. Αυτή είναι μια αλήθεια για την οποία θα χρειαζόμαστε πάντα την παρηγοριά της λογοτεχνίας.

πρώτη δημοσίευση στην Εφημερίδα Metropolis 

1 comment:

panagiotis said...

Δικαιώνεται λοιπόν ο Εγγονόπουλος με το ποίημά του "Νέα περί του θανάτου του ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα".