Saturday, April 27, 2013

Παν μέτρον άριστον









Μόλις πριν από ένα λεπτό, η κόρη μου, Ρεβέκκα, μου έστειλε ένα μήνυμα για καλή τύχη. Το μήνυμα έλεγε «Μαμά, θα σκίσεις.» Μου αρέσει πολύ αυτό. Αυτό το μήνυμα ήταν σαν να μου έδινε μια αγκαλιά. Και εδώ είναι το θέμα. Ενσαρκώνω το κύριο παράδοξο. Είμαι μια γυναίκα που λατρεύει να λαμβάνει μηνύματα η οποία θα σας πει ότι τα πάρα πολλά μηνύματα μπορεί να αποτελέσουν πρόβλημα.

Στην πραγματικότητα, αυτή η υπενθύμιση της κόρης μου με οδηγεί στην αρχή της ιστορίας μου. Το 1996, όταν έκανα την πρώτη μου ομιλία για το TED, η Ρεβέκκα ήταν πέντε χρονών και καθόταν ακριβώς εκεί στη μπροστινή σειρά. Είχα μόλις γράψει ένα βιβλίο που εγκωμίαζε τη ζωή μας στο διαδίκτυο και επρόκειτο να μπω στο εξώφυλλο του περιοδικού Wired. Εκείνες τις ξέγνοιαστες εποχές, πειραματιζόμασταν με τα τσατ ρουμ και τις ηλεκτρονικές εικονικές κοινότητες. Εξερευνούσαμε διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Και μετά βγάζαμε την πρίζα. Ήμουν ενθουσιασμένη. Και, σαν ψυχολόγος, αυτό που με ενθουσίαζε περισσότερο ήταν η ιδέα ότι θα χρησιμοποιούσαμε ό,τι μάθαμε στον εικονικό κόσμο για τον εαυτό μας, για την ταυτότητά μας, για να ζήσουμε καλύτερα στον πραγματικό κόσμο.

Τώρα, πηγαίνοντας μπροστά στο 2012 είμαι και πάλι πίσω στη σκηνή του TED. Η κόρη μου είναι 20. Πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Κοιμάται με το κινητό της, το ίδιο κάνω κι εγώ. Και έχω μόλις γράψει ένα καινούργιο βιβλίο αλλά αυτή τη φορά δεν είναι κάποιο που θα με βάλει στο εξώφυλλο του περιοδικού Wired. Τι συνέβη λοιπόν; Είμαι ακόμα ενθουσιασμένη με την τεχνολογία, αλλά πιστεύω, και είμαι εδώ για να το αποδείξω, ότι την αφήνουμε να μας πάει σε μέρη που δε θέλουμε να πάμε.

Τα τελευταία 15 χρόνια, έχω μελετήσει τεχνολογίες κινητής επικοινωνίας και έχω πάρει συνεντεύξεις από εκατοντάδες ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους σχετικά με τις ηλεκτρονικές τους ζωές. Και αυτό που βρήκα είναι ότι οι μικρές μας συσκευές, αυτές οι μικρές συσκευές στις τσέπες μας, είναι τόσο ψυχολογικά ισχυρές που δεν αλλάζουν μόνο αυτό που κάνουμε, αλλάζουν αυτό που είμαστε. Μερικά από τα πράγματα που κάνουμε τώρα με τις συσκευές μας είναι πράγματα που, μόλις μερικά χρόνια πριν, θα τα βρίσκαμε παράξενα ή ενοχλητικά, αλλά έχουν γρήγορα αρχίσει να φαίνονται οικεία, ο τρόπος που απλά κάνουμε τα πράγματα.

Για να δούμε απλώς μερικά παραδείγματα: Οι άνθρωποι στέλνουν μηνύματα ή email κατά τη διάρκεια εταιρικών συνεδριάσεων. Στέλνουν μηνύματα και ψωνίζουν και μπαίνουν στο Facebook κατά τη διάρκεια μαθημάτων, παρουσιάσεων, στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια όλων των συναντήσεων. Οι άνθρωποι μου μιλούν για τη σημαντική νέα δυνατότητα να διατηρούν οπτική επαφή ενώ στέλνουν μηνύματα. (Γέλια) Μου εξηγούν ότι είναι δύσκολο, αλλά μπορεί να γίνει. Οι γονείς στέλνουν μηνύματα και email στο πρωινό και στο δείπνο ενώ τα παιδιά παραπονιούνται ότι δεν έχουν την πλήρη προσοχή των γονιών τους. Αλλά μετά, αυτά τα ίδια παιδιά αρνούνται την πλήρη προσοχή το ένα στο άλλο. Αυτή είναι μια πρόσφατη φωτογραφία της κόρης μου και των φίλων της που είναι μαζί ενώ δεν είναι μαζί. Στέλνουμε μηνύματα ακόμα και στις κηδείες. Το μελετώ αυτό. Απομακρύνουμε τον εαυτό μας από τη θλίψη ή την απορρόφησή μας και βυθιζόμαστε στα τηλέφωνά μας.

Γιατί έχει σημασία αυτό; Έχει σημασία για μένα επειδή πιστεύω ότι ετοιμάζουμε τον εαυτό μας για μπελάδες. μπελάδες σίγουρα στο πΏς σχετιζόμαστε μεταξύ μας, αλλά επίσης μπελάδες στο πώς σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και την ικανότητά μας για αυτοστοχασμό. Συνηθίζουμε έναν νέο τρόπο για να είμαστε μόνοι μας μαζί με άλλους. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ο ένας με τον άλλο, αλλά και αλλού - συνδεδεμένοι σε όλα τα διαφορετικά μέρη που θέλουν να είναι. Οι άνθρωποι θέλουν να προσαρμόζουν τη ζωή τους. Θέλουν να μπαίνουν και να βγαίνουν στα μέρη που βρίσκονται επειδή αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για αυτούς είναι να ελέγχουν πού δίνουν την προσοχή τους. Επομένως, θέλετε να πάτε σε εκείνη την εταιρική συνάντηση, αλλά θέλετε να δώσετε προσοχή μόνο στα κομμάτια που σας ενδιαφέρουν. Και ορισμένοι θεωρούν ότι αυτό είναι καλό. Αλλά μπορείτε να καταλήξετε να κρύβεστε ο ένας από τον άλλο, ακόμα και όντας διαρκώς συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλον.

Ένας 50χρονος επιχειρηματίας μου παραπονέθηκε ότι αισθάνεται ότι δεν έχει πλέον συναδέλφους στη δουλειά. Όταν πηγαίνει στη δουλειά, δε σταματάει να μιλήσει σε κανέναν, δεν τους τηλεφωνεί. Και λέει ότι δε θέλει να διακόψει τους συναδέλφους του επειδή, λέει, «Είναι πολύ απασχολημένοι με τα email τους.» Αλλά τότε σταματάει και λέει: «Ξέρετε, δε σας λέω την αλήθεια. Εγώ είμαι αυτός που δε θέλει να τον διακόπτουν. Νομίζω ότι θα έπρεπε να θέλω, αλλά στην πραγματικότητα προτιμώ να κάνω πράγματα με το Μπλάκμπερι μου».

Μεταξύ των γενεών, βλέπω ότι οι άνθρωποι δε χορταίνουν ο ένας τον άλλο, αν και μόνο αν μπορούν να έχουν ο ένας τον άλλον από απόσταση, σε ποσότητες που μπορούν να ελέγξουν. Το ονομάζω το φαινόμενο της Χρυσομαλλούσας: ούτε πολύ κοντά, ούτε πολύ μακριά, απλά όσο πρέπει. Αλλά αυτό που μπορεί να μοιάζει απλώς σωστό για εκείνον το μεσήλικα επιχειρηματία μπορεί να είναι πρόβλημα για έναν έφηβο που χρειάζεται να αναπτύξει σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Ένα 18χρονο αγόρι που χρησιμοποιεί μηνύματα σχεδόν για τα πάντα μου λέει νοσταλγικά, «Κάποια μέρα, κάποια μέρα, αλλά σίγουρα όχι τώρα, θα ήθελα να μάθω πώς να κάνω μια συζήτηση.»

Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «Ποιο είναι το πρόβλημα με τη συζήτηση;» Αυτοί απαντούν: «Θα σου πω τι πρόβλημα υπάρχει με τη συζήτηση. Λαμβάνει χώρα σε πραγματικό χρόνο και δεν μπορείς να ελέγξεις αυτό που θα πεις.» Αυτή λοιπόν είναι η ουσία. Μηνύματα, email, αναρτήσεις, όλα αυτά τα πράγματα μας επιτρέπουν να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας όπως θέλουμε να είναι. Μπορούμε να επεξεργαστούμε, κι αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να διαγράψουμε, κι αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ρετουσάρουμε, το πρόσωπο, τη φωνή, τη σάρκα, το σώμα - όχι πολύ λίγο, όχι πάρα πολύ, απλώς όσο πρέπει.

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πλούσιες και πολύπλοκες και είναι απαιτητικές. Και μπορούμε να τις καθαρίσουμε με την τεχνολογία. Και όταν το κάνουμε, ένα από τα πράγματα που μπορούν να συμβούν είναι ότι θυσιάζουμε τη συζήτηση προς όφελος της αμιγούς σύνδεσης. Ξεγελάμε τον εαυτό μας. Και με τον καιρό, φαίνεται να το ξεχνάμε ή φαίνεται ότι σταματάμε να ενδιαφερόμαστε.

Πιάστηκα απροετοίμαστη όταν ο Στίβεν Κολμπέρ μου έθεσε ένα βαθύ ερώτημα, ένα βαθύ ερώτημα. Είπε «Όλα αυτά τα tweets, όλα αυτά τα ψήγματα ηλεκτρονικής επικοινωνίας δε συσσωρεύονται σε ένα μεγάλο κομμάτι πραγματικής συζήτησης;» Η απάντησή μου ήταν όχι, δε συσσωρεύονται. Το να συνδεόμαστε με μικρά κομμάτια μπορεί να λειτουργήσει για να συλλέξουμε διακριτικά κομμάτια πληροφορίας, μπορεί να λειτουργήσει για να πούμε «Σε σκέφτομαι», ή ακόμα και για να πούμε «Σ' αγαπώ». Εννοώ, κοιτάξτε πως ένιωσα όταν έλαβα το μήνυμα από την κόρη μου - αλλά δε λειτουργούν πραγματικά για να μάθουμε ο ένας για τον άλλο, για να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο. Και χρησιμοποιούμε συζητήσεις με άλλους για να μάθουμε πώς να συζητάμε με τον εαυτό μας. Επομένως, η αποφυγή μιας συζήτησης μπορεί να έχει πραγματικά σημασία επειδή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητά μας για αυτοστοχασμό. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν, αυτή η ικανότητα είναι το θεμέλιο της ανάπτυξης.

Όλο και περισσότερο ακούω, «Θα προτιμούσα να στέλνω μηνύματα παρά να μιλάω.» Και αυτό που βλέπω είναι ότι οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει τόσο να ξεγελιούνται ν' απαρνηθούν την πραγματική συζήτηση, είναι τόσο συνηθισμένοι να περνούν με λιγότερα, που γίνονται σχεδόν πρόθυμοι ν' απαλλαχθούν εντελώς από τους ανθρώπους. Έτσι για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι μοιράζονται μαζί μου αυτή την επιθυμία, ότι κάποια μέρα μια πιο εξελιγμένη έκδοση της Siri, της ψηφιακής βοηθού του iPhone της Apple, θα μοιάζει περισσότερο με τον καλύτερο φίλο, κάποιον που θα ακούει, όταν οι άλλοι δε θα ακούν. Πιστεύω ότι αυτή η επιθυμία αντικατοπτρίζει μια οδυνηρή αλήθεια που έμαθα τα τελευταία 15 χρόνια. Το να νιώθω ότι κανείς δεν με ακούει είναι πολύ σημαντικό στις σχέσεις μας με την τεχνολογία. Για αυτό είναι τόσο δελεαστικό να έχουμε μια σελίδα στο Facebook ή νέες αναρτήσεις στο Twitter - τόσοι πολλοί αυτόματοι ακροατές. Και το συναίσθημα ότι κανείς δεν με ακούει μας κάνει να θέλουμε να ξοδέψουμε χρόνο με μηχανήματα που φαίνονται να νοιάζονται για εμάς.

Αναπτύσσουμε ρομπότ, τα αποκαλούνε κοινωνικά ρομπότ, τα οποία είναι ειδικά σχεδιασμένα για να κρατούν συντροφιά - στους ηλικωμένους, στα παιδιά μας, σε εμάς. Έχουμε χάσει τόσο την εμπιστοσύνη μας ότι θα είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλον; Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, δούλεψα σε γηροκομεία, και εισήγαγα αυτά τα κοινωνικά ρομπότ που σχεδιάστηκαν ώστε να δίνουν στους ηλικιωμένους το συναίσθημα ότι κάποιος τους καταλάβαινε. Και μια μέρα μπήκα μέσα και μια γυναίκα που είχε χάσει το παιδί της μιλούσε σε ένα ρομπότ με τη μορφή μιας μικρής φώκιας. Έμοιαζε να την κοιτάζει στα μάτια. Έμοιαζε να παρακολουθεί τη συζήτηση. Την παρηγορούσε. Και πολλοί άνθρωποι το έβρισκαν καταπληκτικό.

Αλλά εκείνη η γυναίκα προσπαθούσε να καταλάβει τη ζωή της με ένα μηχάνημα που δεν είχε καμία εμπειρία από το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Το ρομπότ έδινε μια εξαιρετική παράσταση. Κι εμείς είμαστε ευάλωτοι. Οι άνθρωποι βιώνουν την προσποιητή συμπόνοια σαν να ήταν πραγματική. Έτσι, εκείνη τη στιγμή όταν εκείνη η γυναίκα βίωνε την προσποιητή συμπόνοια, εγώ σκεφτόμουν: «Το ρομπότ δε μπορεί να συμπονέσει. Δεν αντιμετωπίζει το θάνατο. Δεν ξέρει τη ζωή.»

Και καθώς εκείνη η γυναίκα έβρισκε παρηγοριά στην συντροφιά του ρομπότ, εγώ δεν το βρήκα καταπληκτικό. Το βρήκα μία από τις πιο οδυνηρές, πολύπλοκες στιγμές στα 15 χρόνια της δουλειάς μου. Αλλά όταν έκανα ένα βήμα πίσω, Βρήκα τον εαυτό μου στο κρύο, σκληρό μάτι του κυκλώνα. Περιμένουμε περισσότερα από την τεχνολογία και λιγότερα ο ένας από τον άλλο. Και ρωτώ τον εαυτό μου, «Πώς έφτασαν τα πράγματα μέχρι εδώ;»

Και πιστεύω ότι είναι γιατί η τεχνολογία μας ελκύει περισσότερο όταν είμαστε περισσότερο ευάλωτοι. Και είμαστε ευάλωτοι. Είμαστε μοναχικοί, αλλά φοβόμαστε την οικειότητα. Και έτσι από τα κοινωνικά δίκτυα μέχρι τα κοινωνικά ρομπότ, σχεδιάζουμε τεχνολογίες που θα μας δώσουν την ψευδαίσθηση της συντροφιάς χωρίς της απαιτήσεις της φιλίας. Στρεφόμαστε στην τεχνολογία για να μας βοηθήσει να νιώσουμε συνδεδεμένοι με τρόπους που μπορούμε να ελέγξουμε άνετα. Αλλά δεν είμαστε τόσο άνετοι. Δεν έχουμε τον πλήρη έλεγχο.

Αυτές τις μέρες, τα τηλέφωνα στις τσέπες μας αλλάζουν το μυαλό και την καρδιά μας επειδή μας προσφέρουν τρεις ευχάριστες φαντασιώσεις. Πρώτον, ότι μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας οπουδήποτε θέλουμε, δεύτερον, ότι θα ακουγόμαστε πάντα και τρίτον, ότι δε θα χρειαστεί ποτέ να είμαστε μόνοι. Και αυτή η τρίτη ιδέα, ότι δε θα χρειαστεί ποτέ να είμαστε μόνοι, είναι κεντρική για να αλλάξει η ψυχή μας. Επειδή τη στιγμή που οι άνθρωποι είναι μόνοι, ακόμα και για μερικά δευτερόλεπτα, αγχώνονται, πανικοβάλλονται, κινούνται νευρικά, ψάχνουν μια συσκευή. Απλά σκεφτείτε τους ανθρώπους στην ουρά ενός ταμείου ή σε ένα κόκκινο φανάρι. Το να είναι μόνοι τους μοιάζει με πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί. Και έτσι προσπαθούν να το λύσουν μέσω της σύνδεσης. Αλλά εδώ η σύνδεση μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα παρά με θεραπεία. Εκφράζει, αλλά δε λύνει, ένα υποκείμενο πρόβλημα. Αλλά περισσότερο από σύμπτωμα, η συνεχής σύνδεση αλλάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται τον εαυτό τους. Δημιουργεί ένα νέο τρόπο ύπαρξης.

Ο καλύτερος τρόπος να το περιγράψουμε είναι «Μοιράζομαι άρα υπάρχω.» Χρησιμοποιούμε την τεχνολογία για να ορίσουμε τον εαυτό μας μοιράζοντας με άλλους τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας ακόμα και τη στιγμή που τα έχουμε. Επομένως πριν ήταν: Έχω ένα συναίσθημα, θέλω να πάρω ένα τηλέφωνο. Τώρα είναι: Θέλω να νιώσω ένα συναίσθημα, πρέπει να στείλω ένα μήνυμα. Το πρόβλημα με το νέο αυτό καθεστώς του «Μοιράζομαι άρα υπάρχω» είναι ότι, αν δεν έχουμε σύνδεση, δεν αισθανόμαστε ο εαυτός μας. Σχεδόν δεν αισθανόμαστε τον εαυτό μας. Οπότε τι κάνουμε; Συνδεόμαστε ολοένα και περισσότερο. Αλλά κάνοντάς το αυτό, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας να απομονωθεί.

Πως φτάνουμε από την σύνδεση στην απομόνωση; Καταλήγετε απομονωμένοι αν δεν καλλιεργήσετε την ικανότητα για μοναξιά, την ικανότητα να μείνετε μόνοι σας, να ανασυγκροτηθείτε. Η μοναξιά είναι εκεί που βρίσκετε τον εαυτό σας ώστε να απευθυνθείτε σε άλλους ανθρώπους και να δημιουργήσετε πραγματικούς δεσμούς. Όταν δεν έχουμε την ικανότητα για μοναξιά, στρεφόμαστε σε άλλους ανθρώπους προκειμένου να νιώσουμε λιγότερο αγχωμένοι ή προκειμένου να αισθανθούμε ζωντανοί. Όταν αυτό συμβαίνει, δε μπορούμε να εκτιμήσουμε ποιοι είναι. Είναι σαν να τους χρησιμοποιούμε σαν ανταλλακτικά για να υποστηρίξουμε την εύθραυστη έννοια του εαυτού μας. Καταλήγουμε να σκεφτόμαστε ότι αν είμαστε πάντοτε συνδεδεμένοι αυτό θα μας κάνει να νιώθουμε λιγότερο μόνοι. Αλλά κινδυνεύουμε, γιατί στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Αν δε μπορούμε να είμαστε μόνοι, θα είμαστε ακόμα πιο μοναχικοί. Και αν δε μάθουμε στα παιδιά μας να είναι μόνα τους, πρόκειται μόνο να μάθουν πως να είναι μοναχικά.

Όταν μίλησα στο TED το 1996, κάνοντας αναφορά στις σπουδές μου στις πρώιμες εικονικές κοινότητες, είπα «Αυτοί που περνούν το περισσότερο μέρος της ζωής τους στην οθόνη το κάνουν με ένα πνεύμα αυτοστοχασμού.» Και αυτό ζητάω εδώ, τώρα: σκέψη και, ακόμα περισσότερο, μια συζήτηση για το πού μπορεί να μας οδηγεί η τρέχουσα χρήση της τεχνολογίας και τι μπορεί να μας κοστίζει. Έχουμε πληγεί από την τεχνολογία. Και φοβόμαστε, σαν νεαροί εραστές, ότι η πολύ κουβέντα μπορεί να χαλάσει το ρομαντισμό. Αλλά ήρθε η ώρα να μιλήσουμε. Μεγαλώσαμε με την ψηφιακή τεχνολογία και έτσι τη βλέπουμε σαν πλήρως εξελιγμένη. Αλλά δεν είναι, είναι ο πρώτος καιρός. Υπάρχει πολύς χρόνος για να επανεξετάσουμε το πώς τη χρησιμοποιούμε πώς τη χτίζουμε. Δεν προτείνω να απορρίψουμε τις συσκευές μας, απλώς να αναπτύξουμε μια σχέση αυτεπίγνωσης με αυτές, μεταξύ μας και με τον εαυτό μας.

Βλέπω κάποια πρώτα βήματα. Αρχίστε να σκέφτεστε τη μοναξιά σαν κάτι καλό. Κάντε χώρο γι' αυτήν. Βρείτε τρόπους να την παρουσιάσετε σαν αξία στα παιδιά σας. Δημιουργήστε ιερούς χώρους στο σπίτι - την κουζίνα, την τραπεζαρία - και χρησιμοποιήστε τους για συζήτηση. Κάντε το ίδιο και στη δουλειά. Στη δουλειά είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να επικοινωνούμε που δεν έχουμε συχνά χρόνο να σκεφτούμε, δεν έχουμε χρόνο να μιλήσουμε, για τα πράγματα που έχουν πραγματικά σημασία. Αλλάξτε το αυτό. Κυρίως, όλοι χρειαζόμαστε πραγματικά να ακούμε ο ένας τον άλλον, συμπεριλαμβανομένων των βαρετών κομματιών. Επειδή όταν σκοντάφτουμε ή διστάζουμε ή χάνουμε τα λόγια μας, τότε αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Η τεχνολογία υποβάλλει μια προσφορά για να επαναπροσδιορίσει την ανθρώπινη σύνδεση - πώς νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο, πώς νοιαζόμαστε για τον εαυτό μας - αλλά μας δίνει επίσης την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε τις αξίες και την κατεύθυνσή μας. Είμαι αισιόδοξη. Έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε για να ξεκινήσουμε. Έχουμε ο ένας τον άλλο. Και έχουμε τη μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας αν αναγνωρίσουμε την αδυναμία μας. Ότι ακούμε όταν η τεχνολογία λέει ότι θα χρειαστεί κάτι πολύπλοκο και υπόσχεται κάτι πιο απλό.

Επομένως στη δουλειά μου, ακούω ότι η ζωή είναι σκληρή, οι σχέσεις είναι γεμάτες κινδύνους. Και μετά υπάρχει η τεχνολογία - απλούστερη, ελπιδοφόρα, αισιόδοξη, νεανική. Είναι σαν να καλούμε ενισχύσεις. Μια διαφημιστική εκστρατεία υπόσχεται ότι ηλεκτρονικά και με άβαταρ, μπορείτε «Επιτέλους, να αγαπήσετε τους φίλους σας, να αγαπήσετε το σώμα σας, να αγαπήσετε τη ζωή σας, ηλεκτρονικά και με άβαταρ.» Μας έλκει το εικονικό ειδύλλιο, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που μοιάζουν με κόσμους, η ιδέα ότι τα ρομπότ, τα ρομπότ, θα γίνουν κάποτε οι πραγματικοί μας σύντροφοι. Ξοδεύουμε ένα βράδυ στο κοινωνικό δίκτυο αντί να πάμε σε ένα μπαρ με φίλους.

Αλλά οι φαντασιώσεις μας για υποκατάσταση μας έχουν στοιχίσει. Τώρα όλοι πρέπει να εστιάσουμε στους πολλούς, πολλούς τρόπους που η τεχνολογία μπορεί να μας οδηγήσει πίσω στις πραγματικές μας ζωές, τα δικά μας κορμιά, τις δικές μας κοινότητες, τη δική μας πολιτική, το δικό μας πλανήτη. Μας χρειάζονται. Ας μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ψηφιακή τεχνολογία, την τεχνολογία των ονείρων μας, για να κάνουμε αυτή τη ζωή, τη ζωή που μπορούμε να αγαπήσουμε.

Σας ευχαριστώ.


4 comments:

Unknown said...

Απίστευτο, που κάθησες και το δακτυλογράφησες.

Ευχαριστώ.

Provato said...

ωχ, δεν το έκανα εγώ όλο αυτό, το βρήκα το ελληνικό κείμενο στη σελίδα του ted!!! ποπο όχι τζάμπα εύσημα! :-)

Afrikanos said...

εμμμ...γκουχγκουχ...χμμμ...

"μέτρον άριστον" δεν είναι το σωστό?...και όχι δεν θέλω να φανώ ο κάφρος της ιστορίας, που είναι πολύ καλή ούτως ή αλλέως :)

Ariadne said...

Η πρώτη φορά εδώ και καιρό που αντέχω να διαβάσω κάτι τόσο μακροσκελές στο ίντερνετ.
Πολύ δυνατό κείμενο, πολύ to the point!